CITYZENS

ΜΙΧAΛΗΣ ΒΡ.

Απ’ τον πέμπτο

18.07.2015

Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και κινήθηκα παραπατώντας προς το μπάνιο. Μετά από δυο, τρία βήματα κοντοστάθηκα, δίστασα. Άκουγα τονερό να τρέχεικαι μύριζα το σαμπουάν στους υδρατμούς. Δεν ήθελα να εισβάλω. Έκανα μεταβολή. Πήρα το εσώρουχο μου από κάτω, φόρεσα και το παντελόνι. Το κινητό μου ήταν στο κομοδίνο, του έριξα μια ματιά. Δεκατρείς αναπάντητες από τη γυναίκα μου και τέσσερις απ’ το γραφείο. Εφτά μηνύματα. Το πέταξα στο κρεβάτι. Έμπηξα τα δάχτυλά μου μέσα στα μαλλιά, ήθελα να τα τραβήξω με δύναμη. Τελικά τα έστρωσα όπως-όπως, προς τα πίσω.
 

Έσυρα τη μπαλκονόπορτα, βγήκα έξω. Στο στόμα μου είχα τη γεύση της, ανακατεμένη με την επίγευση απ’ το κρασί. Απέναντι με καλημέριζε ο Πενταδάκτυλος. Πάτησα κι ανέβηκα στην πλαστική καρέκλα που ήταν δίπλα μου. Κοίταξα κάτω. Στο πάρκινγκ, ένας υπάλληλος του ξενοδοχείου μάζευε με τη σκούπα του κάτι ξεραμένα φύλλα. Ήμουν πέντε ορόφους συν μια καρέκλα πάνω από το έδαφος.

Ένα βήμα στο κάγκελο κι άλλο ένα στο κενό, φάνταζε ο ιδανικότερος τρόπος για το ξεκίνημα της ημέρας.

Τη σκέψη μου διέκοψε η κοριτσίστικη φωνή της, «Το μπάνιο είναι ελεύθερο. Καλημέρα».

Σχολιαστε