CITYZENS

ΙΩAΝΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Εύμορφες αφηγήσεις κυπρίων γυναικών

09.10.2016

Η κυπριακή καθημερινότητα είναι ακίνδυνη, πράγμα που την κάνει βαρετή πολλές φορές. Μιλάμε συνεχώς για όλα όσα ακούσαμε, είδαμε, αγγίξαμε και καταναλώσαμε κι έχω την εντύπωση ότι αποφεύγουμε, όπως ο διάβολος το λιβάνι, να συντύχουμε για όλα όσα νιώθουμε. Ίσως επειδή, ενδόμυχα, γνωρίζουμε πόσο επικίνδυνο είναι αυτό. 

Όταν καμιά φορά ακούω κόσμο να αναφέρεται στο θέατρο, νιώθω θλίψη. Θλίψη όταν έχω απέναντί μου τον απορριπτικό, «Εν πάω θέατρο. Εν καταλάβω πουτούτα τα πράματα», τον βαρεμένο, «Όι μάνα μου, κάτσε να δούμε καμιά ταινία έσσω μας τζαι κανεί», τον απολογητικό, «Επήα, εντάξει, άρεσεν μου, αλλά εν τζαι είμαι τζαι ειδικός να σου πω τωρά».

Μία μεγάλη μερίδα του κόσμου, η μεγαλύτερη, ‘φοβάται’ θα έλεγα το θέατρο. Φοβάται αυτό που υποθέτει πως δεν θα καταλάβει. Φοβάται να κρίνει το θέαμα γιατί δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω απ’ την ιδιότητα του ειδικού. Φοβάται γενικότερα γιατί, ίσως, η τηλεόραση έχει ριζωθεί τόσο πολύ μες το στομάχι του, που για να την ξεράσει πρέπει, σχεδόν, να πειστεί πως το δισδιάστατο της οθόνης δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ ένα θέαμα που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής απ’ τον ίδιο. Είναι τόσο θλιβερό να φοβόμαστε.

Αυτή η στάση απέναντι στο θέατρο, μου προκαλεί θλίψη. Κι όσο κι αν με χαροποιεί όταν στις γύρω θέσεις εντοπίζω, σχεδόν πάντοτε, τους συνήθεις ύποπτους, μου λείπει το άγνωστο πρόσωπο.

Στο θέατρο δεν πας για να καταλάβεις κάτι. Στο θέατρο πας για να σου αποκαλυφθεί κάτι κι αν είσαι τυχερός, να νιώσεις κάτι. Όσο πιο γνώριμο αυτό το κάτι στην ψυχή σου, τόσο πιο δυνατό. Αν φύγεις απ’ την αίθουσα και δεν έχει αυτό επιτευχτεί, μπορείς να το κρίνεις ως κακό θέατρο και δεν χρειάζεται να απολογηθείς που δεν είσαι ειδικός.

Φεύγοντας απ’ την θεατρική παράσταση «Αφηγήσεις γυναικών» ένιωσα ότι είδα καλό θέατρο. Βασισμένο στο βιβλίο «18 Αφηγήσεις» της Νίκη Μαραγκού, το έργο μεταφέρει επί σκηνής ο σκηνοθέτης Αιμίλιος Χαραλαμπίδης.

Μία λιτή παράσταση, τόσο λιτή που γίνεται σχεδόν περίπλοκη. Χωρίς υπερβολική δραματοποίηση, χωρίς σκηνικά που να προκαλούν τον εντυπωσιασμό, παρά μόνο λίγα κι απαραίτητα αντικείμενα και απαλός φωτισμός, όσα χρειάζονται για να μπεις στο χώρο των γυναικών που αφηγούνται. Ίσως και όσα χρειάζονται για να ζήσουμε κι εμείς οι ίδιοι. Μα το σημαντικότερο, απ’ τα πολλά ‘χωρίς’ που κάνουν αυτή την παράσταση περίπλοκα λιτή, είναι που της λείπει εκείνος ο κουραστικός λαβύρινθος λεκτικών σχημάτων, πράγμα που αποκαλύπτει την ειλικρίνεια του έργου. Γιατί η ειλικρίνεια δεν έχει ανάγκη τις λεκτικές μανούβρες.

Το κείμενο είναι γραμμένο στην όμορφη κυπριακή διάλεκτο. Το παιδί του νου μας, αυτό που πολλές φορές φοβόμαστε να το διαχειριστούμε με γλυκύτητα και επιδιώκουμε να το τιθασεύσουμε, χτυπώντας το κάποιες φορές, επικρίνοντάς το άλλες. Αυτό το παιδί, ο Χαραλαμπίδης θα το αγκαλιάσει.

Οι γυναίκες του, οι γυναίκες μας, κινούνται στον χώρο και ‘ανακοινώνουν’ τις σκέψεις τους μπροστά σ’ ένα κοινό που είναι τόσο κοντά τους όσο να τις αγγίξει, αγγίζοντας μαζί και το συναίσθημά τους.

Πρόκειται για μία παράσταση που μας πετάει κατάμουτρα, παρόλα αυτά με το γάντι, τις αλήθειες της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου. Όπως τις έζησαν οι γυναίκες της Κύπρου. Οι φιγούρες αυτές που αρνούνταν πεισματικά να ζήσουν χωρίς προγόνους και απογόνους. Που, σχεδόν πάντα, σιωπηλές, ήταν αυτό ακριβώς, φιγούρες, που ξεπρόβαλλαν που και που μες σε μία κοινωνία πατριαρχική.

Δεν χρειάζεται κόπο να τις καταλάβεις τις γυναίκες αυτές. Ούτε πρέπει να είσαι θεατρολόγος ή κριτικός. Αρκεί μόνο να έχεις μια γιαγιά, μια μάνα, μια θειά, μια γειτόνισσα για να μπεις στο πετσί τους. Για να ρουφήξεις, χωρίς εξαντλητική προσπάθεια, αυτό που σχεδόν ντρέπονται να παραδεχτούν.

Οι γυναίκες αυτές είναι οι αφανείς πρωταγωνίστριες της πρόσφατης ιστορίας της χώρας μας, που στην σκηνή συνήθιζε να ανεβάζει και να φωτίζει τους άντρες της και που στις σελίδες της Ιστορίας της με κόπο ανακαλύπτεις την γυναίκα. 

Τις «Αφηγήσεις Γυναικών», όπως τις κατέγραψε η  Μαραγκού και τις ζωντάνεψε ο Χαραλαμπίδης, τις εκλαμβάνω ως αφηγήσεις γυναικών που αμάρτησαν. Που μέσα στην στοργική ανεκτικότητά τους, την έγνοια τους να μεγαλώσουν παιδιά, εγγόνια και τους ίδιους τους άντρες που παντρεύτηκαν, έχουν αμαρτήσει απέναντι στον εαυτό τους. Βάζοντάς τον στην γωνιά για να αφήσουν στους υπόλοιπους χώρο για να κινούνται. Μια θαρραλέα αμαρτία θα έλεγε κανείς. Η αποτύπωση της αμαρτίας αυτής, μέσα απ’ την παράσταση, αποτελεί ένα ζωντανό σχεδιάγραμμα των κοινωνικών και πολιτικών δομών μιας Κύπρου που απέχει μόλις μια ανάσα απ’ την Κύπρο όπως την βιώνουμε σήμερα. Της Κύπρου, δηλαδή, που έχει εκπορνεύσει τις αμαρτίες της, ξεζούμισε το θάρρος της και, με περίσσια ανοησία, το έχωσε κάτω απ’ το καναπέ, σ’ ένα τρέντι σαλονάκι.     

Οι γυναίκες της παράστασης δεν είναι πρότυπα γυναικών. Δεν υπάρχουν πρότυπα γυναικών. Οι γυναίκες στην παράσταση του Χαραλαμπίδη είναι ένα συνονθύλευμα αντιφατικών ιδιοτήτων που ζωντανεύουν μπροστά σου χωρίς να σε κάνουν, σε καμία περίπτωση, να ξεχνάς ότι είναι γυναίκες.

Που απ’ την καρέκλα του θεατή, επιτυγχάνουν να σκουντήξουν το μυαλό σου να δραπετεύσει και ύστερα το στήνουν στον τοίχο, πράγμα που τις κάνει, τις γυναίκες αυτές, επικίνδυνες.

Σε μια εποχή που η καθημερινότητα δεν διαθέτει καμία επικινδυνότητα, άρα είναι επίπεδη, που σε θέλει να περιφέρεσαι σ’ ένα γραφείο, σ’ ένα σαλόνι, σ’ ένα μπαράκι, το καλό θέατρο αποκαλύπτεται και γίνεται, όπως οφείλει, επικίνδυνο.

Δεν είναι απαραίτητο να είσαι ειδικός, ούτε απαιτείται να έχεις εξειδικευμένες γνώσεις για να «καταλάβεις πουτούτα τα πράματα». Αρκεί να αναγνωρίσεις και να νιώσεις όλα αυτά που κουβαλάς μέσα σου. Και σε εκείνο το εσωτερικό σάκο, τον βαρύ, είναι μέσα κι η γιαγιά κι η μάνα κι η θειά κι η κόρη που δεν γέννησες. Κι έχουν κάτι να αφηγηθούν.

 

Στις «Αφηγήσεις γυναικών» πρωταγωνιστούν οι Λένια Σορόκου, Πόπη Αβραάμ, Έλενα Δημητρίου, Άννα Γιαγκιώζη και Μυρσίνη Χριστοδούλου.

Οι παραστάσεις συνεχίζονται μέχρι και τις 16 Οκτωβρίου.  

 

Σχολιαστε