Από χθες, δεν προλαβαίνω να διαβάζω αναρτήσεις, stories, καταγγελίες και διαδικτυακές εκρήξεις οργής για τη νέα πινακίδα του ΕΛ@Μ, η οποία δεσπόζει σε κεντρικό δρόμο της Λευκωσίας, φωνάζοντας - κυριολεκτικά, αφού τα κεφαλαία κάνουν όλη τη δουλειά - ένα βροντερό «ΟΧΙ» στον γάμο και στην υιοθεσία παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια.
Ένα «ΟΧΙ» τόσο θεατρικό και εμφατικό, που σχεδόν ακούς από πίσω του ηχητικά εφέ, εμβατήρια και κάποιον να φωνάζει «Πρώτα η Κύπρος!», λες και βρισκόμαστε σε remake ασπρόμαυρης ιστορικής ταινίας χαμηλού budget.
Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά, αφού λίγους μήνες πριν, είχαμε δει άλλη πινακίδα να μας ενημερώνει πως η «κανονική οικογένεια» αποτελείται από πατέρα, μητέρα και παιδί, συνοδευόμενη από μια φωτογραφία τόσο αποστειρωμένα τέλεια, που έμοιαζε περισσότερο με διαφήμιση οδοντόκρεμας παρά με πραγματική ζωή.
Και κάπου εδώ ξεκινούν – δικαιολογημένα - οι αντιδράσεις. Ρητορική μίσους. Στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων. Κανονικοποίηση του ρατσισμού. Φανατισμός. Μισανθρωπισμός. Συμφωνώ με όλα. Μέχρι τελευταίας τελείας.
Αλλά υπάρχει κι ένα «αλλά». Όχι για να αναιρέσει τα πιο πάνω, μα για να τα επεκτείνει. Γιατί προσωπικά θεωρώ πως η πραγματική ανησυχία δεν είναι η ίδια η πινακίδα. Η πινακίδα είναι απλώς το σύμπτωμα. Το πρόβλημα είναι πως φτάσαμε στο σημείο να τη βλέπουμε και να συζητάμε μόνο το περιεχόμενό της, όχι το πώς και το γιατί αυτός ο πολιτικός χώρος αισθάνεται πλέον τόσο άνετα, τόσο νομιμοποιημένος και τόσο κυρίαρχος στον δημόσιο διάλογο.
Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν μιλάμε για κάποιο καινούργιο φαινόμενο. Μιλάμε για έναν πολιτικό σχηματισμό που, στα πρώτα του βήματα, δήλωνε με περηφάνια «αδελφό κόμμα» της Χρυσής Αυγής. Μιλάμε για ανθρώπους που δεν έκρυβαν ποτέ ιδιαίτερα τις ιδεολογικές τους αναφορές, μέχρι που κατάλαβαν πως το κοστούμι της “πατριωτικής σοβαρότητας” πουλά περισσότερο από το bomber jacket του δρόμου.
Και κάπως έτσι, μέσα σε περίπου μια δεκαετία, το περιθώριο έγινε mainstream. Το κόμμα που κάποτε κινούνταν στις παρυφές της πολιτικής ζωής, σήμερα κινείται με απόλυτη άνεση στο κέντρο (και στα άκρα της). Από τα υπόγεια βρέθηκε στα υψηλά δώματα, και μάλιστα με θέα. Έχει δημόσιο λόγο, δημόσιο χώρο, δημόσια αποδοχή και, το κυριότερο, έχει καταφέρει να παρουσιάζει τις ακραίες θέσεις του σαν «μια ακόμη άποψη».
Κάνοντας μια βόλτα στους δρόμους των πόλεων, αντιλαμβάνεσαι εύκολα πως η παρουσία τους δεν είναι πια περιθωριακή. Αφίσες, billboard, πρόσωπα υποψηφίων, συνθήματα, σημαίες. Σε κάποιες περιπτώσεις, νιώθεις πως αν γυρίσεις το κεφάλι σου για δύο λεπτά χωρίς να δεις υποψήφιο του ΕΛ@Μ, μάλλον μπήκες κατά λάθος σε ιδιωτικό δρόμο.
Στη Λεμεσό ειδικά, η κατάσταση έχει αποκτήσει σχεδόν καλλιτεχνική διάσταση. Συγκεκριμένος υποψήφιος έχει ντύσει ολόκληρη την πόλη με το βλέμμα του, ένα βλέμμα ανάμεσα σε αυστηρό καθηγητή γυμνασίου και άνθρωπο που περιμένει τρεις ώρες στην ουρά της Πολεοδομίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι υπάρχει μια ομοφοβική πινακίδα. Το ζήτημα είναι πως ένα ακροδεξιό μόρφωμα εκφράζει πλέον δημόσια, απροκάλυπτα και χωρίς κανένα πολιτικό κόστος κάθε σκοτεινό ένστικτο που για χρόνια κρυβόταν πίσω από ψιθύρους, καφενειακές θεωρίες και «δεν είμαι ρατσιστής αλλά…». Και όλα αυτά συμβαίνουν σχεδόν φυσιολογικά. Σαν να πρόκειται απλώς για άλλη μία πολιτική καμπάνια.
Και κάπου εδώ γεννάται και μια άλλη, εξίσου σοβαρή απορία: ποιος ακριβώς ελέγχει τι ανεβαίνει στα billboards; Υπάρχει κάποιος μηχανισμός εποπτείας ή αρκεί να πληρωθεί το ενοίκιο της πινακίδας για να μπορεί ο καθένας να γεμίζει τον δημόσιο χώρο με μηνύματα που στοχοποιούν κοινωνικές ομάδες; Γιατί τα billboards δεν είναι προσωπικά posts στο Facebook ούτε συζητήσεις καφενείου. Είναι δημόσιος χώρος. Και ο δημόσιος χώρος κουβαλά ευθύνη. Όταν μια κοινωνία επιτρέπει σε ακραία, διχαστικά ή υποκινητικά μηνύματα να υψώνονται κυριολεκτικά πάνω από τα κεφάλια των πολιτών ως μέρος της καθημερινής εικόνας της πόλης, τότε το ζήτημα παύει να αφορά μόνο αυτούς που τα πληρώνουν, αφορά και αυτούς που τα εγκρίνουν, τα φιλοξενούν ή κάνουν πως δεν τα βλέπουν.
Γιατί ο φασισμός δεν επιστρέφει πάντα με στρατιωτικές μπότες και πυρσούς. Τα τελευταία χρόνια έχει επιστρέψει ντυμένος με γραβάτα, επαγγελματική φωτογράφιση, χορηγούμενες διαφημίσεις και το αφήγημα της «κοινής λογικής». Και το πιο επικίνδυνο με το τέρας του φασισμού δεν είναι όταν ουρλιάζει, είναι όταν παύουμε να τρομάζουμε από την παρουσία του.