Η Σούρι ήταν τριών ετών όταν έχασε και τους δύο γονείς της.
Δεν μεγάλωσε με την ασφάλεια που θεωρείται αυτονόητη για ένα παιδί. Μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό της Χαριάνα, στη βόρεια Ινδία, με μια γιαγιά ήδη μεγάλη σε ηλικία και μια θεία που ανέλαβε να τη μεγαλώσει. Από πολύ νωρίς, όμως, η Σούρι ένιωθε ότι κάτι μέσα της δεν χωρούσε στον τρόπο που την έβλεπαν οι άλλοι.
Δεν είχε ακόμη τις λέξεις για να το εξηγήσει. Ήξερε μόνο ότι ένιωθε διαφορετικά, κινούνταν διαφορετικά, έβλεπε τον εαυτό της διαφορετικά. Το χωριό, οι γείτονες και μέρος της οικογένειας δεν το άφησαν να περάσει απαρατήρητο. Τη χλεύαζαν για τη θηλυκότητά της. Κάποιοι συγγενείς τη χαστούκιζαν επειδή δεν ήταν το παιδί που περίμεναν να δουν.
Έτσι η Σούρι έκανε αυτό που κάνουν πολλά παιδιά όταν καταλαβαίνουν ότι ο αληθινός τους εαυτός δεν είναι ασφαλής: σώπασε. Έθαψε όσα ένιωθε και στράφηκε στα μαθήματα. Αν ο κόσμος δεν μπορούσε να αποδεχτεί αυτό που ήταν, εκείνη θα του έδινε κάτι που δεν μπορούσε εύκολα να αμφισβητήσει: γνώση, επιμονή, αποτελέσματα.
Αυτός ο δρόμος την έβγαλε πολύ μακριά από το χωριό της. Η Σούρι έφυγε από τη Χαριάνα και πήγε στη Γερμανία για διδακτορικό στην έρευνα για τον καρκίνο. Εκεί, σε μια ξένη χώρα και μέσα σε ένα απαιτητικό επιστημονικό περιβάλλον, βρήκε κάτι που δεν της είχε δώσει ούτε η αριστεία ούτε η πειθαρχία: κοινότητα.