ΕΧΩ ΘΕΜΑ

ΓΡAΦΕΙ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚAΤΣΙΗΣ

Πόσο καθαρό είναι το νερό που πίνουμε στην Κύπρο;

20.06.2017

Πριν μερικές μέρες βγήκε στη δημοσιότητα η ετήσια έκθεση των Υγειονομικών Υπηρεσιών (βρείτε την έκθεση ΕΔΩ) σχετικά με τα αποτελέσματα της ποιότητας πόσιμου νερού σε παγκύπρια κλίμακα, για δημόσιες και ιδιωτικές πηγές παροχής (οι γνωστοί κερματοδέκτες που βρίσκονται στους δρόμους).
 

Τα αποτελέσματα σε πρώτη ανάγνωση απογοητευτικά, αφού από τα 4909 δείγματα νερού που λήφθηκαν, τα 1164 δείγματα κρίθηκαν ακατάλληλα για πόση. Πιο συγκεκριμένα από τα 550 σημεία πώλησης νερού με κερματοδέκτη, τα 106 χαρακτηρίστηκαν ως μη συμβατά με τα νόμιμα πρότυπα, από τα 188 δείγματα σε βυτιοφόρα, τα 22 βρέθηκαν να είναι επίσης ακατάλληλα και τέλος μεγάλο ποσοστό ακαταλληλότητας διαπιστώθηκε και στη δημόσια υδατοπρομήθεια. 

«Μαύρα τα μαντάτα για τη Σερενάτα και ακόμη πιο μαύρα για όλους εμάς που καθημερινά γεμίζουμε τον οργανισμό μας με ακατάλληλο νερό». Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που κάναμε, διαβάζοντας τα διάφορα δημοσιεύματα που κυκλοφόρησαν.

Και πολύ λογικά αναρωτιέσαι «Τι ακριβώς κάνουν οι Υγειονομικές Υπηρεσίες του κράτους; Γιατί δεν τους ελέγχουν; Τίποτα δεν λειτουργεί σωστά σε αυτόν τον τόπο επιτέλους;».

Όταν αναφέρουμε ότι 106 κερματοδέκτες δεν συνάδουν με τα νόμιμα πρότυπα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το νερό δεν είναι πόσιμο.

Διαβάστε επίσης: Μπήκαμε στο «Μανιτάρι» [εικόνες]


Όλα αυτά και διάφορα άλλα φιλοσοφικά και όχι μόνο, ερωτήματα, θεωρήσαμε πιο ορθό να τα θέσουμε στους άμεσα αρμόδιους και να τους δώσουμε την ευκαιρία να μας απαντήσουν στο εξής ένα βασικό ερώτημα «Πόσο καθαρό είναι το νερό που πίνουμε στην Κύπρο;».

Ο κύριος Αλβέρτος Καρής, Προϊστάμενος των Υγειονομικών Υπηρεσιών, πριν ξεκινήσουμε την κουβέντα μας, θέλησε να ξεκαθαρίσει την παρανόηση που δημιουργήθηκε σχετικά με τα αποτελέσματα της έκθεσης και να θέσει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση.

Όπως ανέφερε στη CITY, οι αριθμοί που παρουσιάστηκαν δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα δημιουργώντας λάθος εικόνα και αδικαιολόγητη ανησυχία στο κοινό. «Όταν αναφέρουμε ότι 106 κερματοδέκτες δεν συνάδουν με τα νόμιμα πρότυπα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το νερό δεν είναι πόσιμο. Για να το κάνω πιο ξεκάθαρο το υγειονομείο θέτει κάποια όρια βακτηρίων που επιτρέπεται να υπάρχουν στο νερό, αν ένα από τα δείγματα που λαμβάνεται ξεπερνά έστω και 0,5% αυτό το όριο, τότε θεωρείται ότι υπάρχει πρόβλημα και πρέπει να ελεγχθεί και ακολούθως να γινούν συστάσεις στον ιδιοκτήτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι κατάλληλο για πόση. Από τους 106 μη συμβατούς κερματοδέκτες νερού που αναφέρει η έκθεση, μόνο οι 8 θεωρήθηκαν ως ακατάλληλοι και έκλεισαν για επανεξέταση και κατάλληλη συντήρηση».

Ο Κύπριος καταναλωτής δεν πρέπει να φοβάται να πίνει νερό είτε από τη βρύση είτε από τους κερματοδέκτες διότι βρίσκονται συνεχώς κάτω από στενή παρακολούθηση από τις Υγειονομικές Υπηρεσίες.

Ποιος είναι ο υπεύθυνος για τον έλεγχο των κερματοδεκτών και κάθε πόσο γίνονται έλεγχοι καταλληλόλητας;
Σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία που αφορά το πόσιμο νερό αλλά και τους Κανονισμούς για τον έλεγχο των βυτιοφόρων οχημάτων και κερματοδεκτών, την ευθύνη να παρέχεται κατάλληλο νερό στους καταναλωτές έχει ο φορέας ύδρευσης που σε αυτή την περίπτωση είναι ο ιδιοκτήτης. Μεταξύ άλλων έχει και την υποχρέωση να προβαίνει σε αυτοελέγχους του νερού 1 φορά τον μήνα για μικροβιολογικές παραμέτρους σε διαπιστευμένα εργαστήρια. Τα αποτελέσματα αυτά προσκομίζονται κάθε μήνα στο Υγειονομείο ελέγχονται και τοποθετούνται στο φάκελο του κάθε ιδιοκτήτη. Έλεγχος όμως γίνεται και από την Υπηρεσία τόσο στο πλαίσιο εφαρμογής του ετήσιου εθνικού προγράμματος ελέγχου με βάση τη σχετική Νομοθεσία με δειγματοληψίες όσο και στα πλαίσια έκδοσης του σχετικού Πιστοποιητικού καταλληλόλητας με επιτόπιους ελέγχους/επιθεωρήσεις.
 




Υπάρχει έλεγχος για το τι κάνουν οι διαχειριστές των κερματοδεκτών;
Οι ιδιοκτήτες ΒΟ/ΒΚ έχουν υποχρέωση με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς να προβαίνουν σε καθαρισμό και απολύμανση του βυτίου τους, τουλάχιστον μια φορά τον μήνα με τη χρήση συστήματος ατμού ή ζεστού νερού τουλάχιστον 80°C και να τηρούν σχετικό μητρώο, το οποίο ελέγχεται από την Υγειονομική Υπηρεσία κατά την υποβολή της αίτησης για ανανέωση του Πιστοποιητικού Καταλληλότητας.

Ο κερματοδέκτης πρέπει να διαθέτει σύστημα το οποίο διατηρεί  το νερό σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C για να μην υπόκειται σε αλλοιώσεις.

Τι πρέπει να προσέχουμε πριν προμηθευτούμε νερό από κάποιον κερματοδέκτη;
Ο καταναλωτής είναι προτιμότερο να παίρνει νερό από κερματοδέκτες που έχουν αναρτημένο πάνω στη συσκευή Έγκυρο Πιστοποιητικό Καταλληλόλητας (προσοχή στην ημερομηνία λήξης του Πιστοποιητικού), το οποίο ανανεώνεται κάθε χρόνο από τις Υγειονομικές Υπηρεσίες με την υπογραφή του Προϊστάμενου.
 

Το ότι πολλοί από αυτούς τους κερματοδέκτες βρίσκονται ολόχρονα εκτεθειμένοι στα διάφορα καιρικά φαινόμενα, δεν επηρεάζει αρνητικά;
Οπωσδήποτε η συνεχής έκθεση του νερού είτε αυτό βρίσκεται κλειστό σε φιάλες ή δοχεία είτε σε δεξαμενή, μπορεί να προκαλέσει αλλοίωση στη σύσταση του, γι’ αυτό σύμφωνα με τους σχετικούς Κανονισμούς  Κ.Δ.Π 876/2004 ο κερματοδέκτης πρέπει να διαθέτει σύστημα το οποίο πρέπει να διατηρεί  το νερό σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C για να μην υπόκειται σε αλλοιώσεις.
 


Το Μανιτάρι κατασκευάστηκε το 1991, από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων για να στέλνει νερό στις περιοχές της Λευκωσίας που βρίσκονται σε πιο ψηλό επίπεδο.
 

Μπορούμε να πούμε ότι το νερό χαλά, έχει ημερομηνία λήξης;
Το νερό δε χαλάει από μόνο του όπως συμβαίνει με τα τρόφιμα. Η σύσταση του μπορεί να αλλοιωθεί εξαιτίας κάποιων παραγόντων που μπορεί να ευνοήσουν την ανάπτυξη μικροβίων όπως το περιβάλλον αποθήκευσης (έκθεση σε ψηλές θερμοκρασίες, στασιμότητα του νερού, ο μη επαρκής καθαρισμός της δεξαμενής αποθήκευσης).

Η χλωρίωση του νερού είναι μια εγκεκριμένη από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας μέθοδος απολύμανσης του νερού, που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία του πόσιμου νερού.

Μεγάλη όμως συζήτηση γίνεται και για το πόσιμο τρεχούμενο νερό που έρχεται στα σπίτια μας. Πόσο συχνά γίνεται έλεγχος ποιότητας;
Η συχνότητα ελέγχου των δικτύων ύδρευσης για τον έλεγχο της ποιότητας του πόσιμου νερού, καθορίζεται με βάση τον όγκο ημερήσιας κατανάλωσης σε κυβικά μέτρα νερού ανά ζώνη παροχής νερού, γεωγραφική περιοχή η οποία ορίζεται σύμφωνα με την πηγή ύδρευσης της. Στο πλαίσιο εφαρμογής της Εθνικής Νομοθεσίας Ν.87.Ι/2001 για τον έλεγχο της ποιότητας του πόσιμου νερού, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και των Δήμων εντός των ορίων τους σε συνεργασία με το Γενικό Χημείο του Κράτους, ως το αρμόδιο εργαστήριο, καταρτίζουν Ετήσιο Εθνικό Πρόγραμμα παρακολούθησης για Δειγματοληψία και Έλεγχο του πόσιμου νερού, τόσο για μικροβιολογικές όσο και για χημικές παραμέτρους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μικρές κοινότητες που ενδέχεται να παρουσιάζουν σε τακτική βάση υπερβάσεις κυρίως σε μικροβιολογικές παραμετρικές τιμές, για διάφορους λόγους όπως η μη λειτουργία συστήματος αυτόματης χλωρίωσης, διενεργούνται περισσότεροι έλεγχοι. Το ίδιο γίνεται και στις περιπτώσεις που κάποιες κοινότητες έχουν ιστορικό αποκλίσεων σε ενδεικτικές παραμέτρους, δηλαδή σε παραμέτρους που δεν τίθεται άμεσα σε κίνδυνο η υγεία του καταναλωτή, αλλά αξιολογείται ο βαθμός απόκλισης και η χρονική της διάρκεια, ως ορίζεται από τη σχετική νομοθεσία. Για παράδειγμα η συχνότητα παρακολούθησης για μια ζώνη παροχής με μέση ημερήσια κατανάλωση 4300 m ³ είναι 16 δείγματα ετησίως.
 

Ποιοι είναι ακριβώς οι έλεγχοι που διενεργούνται;
Οι παράμετροι που ελέγχονται καθορίζονται στο Παράρτημα Ι του Ν.87/2001. Ο έλεγχος διαχωρίζεται σε δοκιμαστική και ελεγκτική παρακολούθηση όπου περιλαμβάνονται μικροβιολογικές και χημικές παράμετροι.
 

Πολλοί παραπονιούνται για την έντονη μυρωδιά χλωρίου. Είναι απαραίτητη η χρήση του;
Η χλωρίωση του νερού, είναι μια εγκεκριμένη από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας μέθοδος απολύμανσης του νερού που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία του πόσιμου νερού, όχι μόνο των γεωτρήσεων, αλλά και των δικτύων ύδρευσης πόλεων και κοινοτήτων παγκύπρια. Παρόλο που το χλώριο αποτελεί ένα ισχυρό και ευρείας χρήσεως μέσο απολύμανσης, εντούτοις κατέχει το μειονέκτημα να αντιδρά με τη φυσική οργανική ύλη όταν δεν χρησιμοποιείται στις σωστές αναλογίες, με αποτέλεσμα να παράγει επικίνδυνα υποπροϊόντα όπως τριαλογομεθάνια. Για το σκοπό αυτό οι Υγειονομικές Υπηρεσίες εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί της Ποιότητας του πόσιμου Νερού Ανθρώπινης Κατανάλωσης Παρακολούθηση και Έλεγχο Νόμου Ν.87.Ι/2001, προβαίνουν σε έλεγχο του ελεύθερου υπολειμματικού χλωρίου, στο δίκτυο ύδρευσης των ζωνών παροχής νερού, παγκύπρια. Ο έλεγχος του ελεύθερου υπολειμματικού χλωρίου γίνεται στα πλαίσια διεξαγωγής των επίσημων ελέγχων και βασίζεται σε επίπεδα που καθορίστηκαν από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας μέσω κατευθυντήριων οδηγιών.

 


Η νέα δεξαμενή Στροβόλου (η μεγαλύτερη της Λευκωσίας) έχει χωρητικότητα 40.750 κυβικά μέτρα νερού, ενώ το ύψος της είναι στα 7,5 μέτρα / Φωτογραφία: Θεοδώρα Ιακώβου.
 

Πότε θεωρείται ακατάλληλο το πόσιμο νερό;
Η ακαταλληλότητα ενός δείγματος αξιολογείται με βάση το είδος της παραμέτρου και τον βαθμό απόκλισης από τα όρια που καθορίζονται στη Νομοθεσία. Σε ένα δείγμα νερού τα εργαστηριακά αποτελέσματα του οποίου δεν συνάδουν με τις πρόνοιες τις σχετικής Νομοθεσίας δεν σημαίνει αυτόματα ότι αυτό καθίσταται ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση και τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του καταναλωτή. Οι παράμετροι που τίθενται διαχωρίζονται σε μικροβιολογικές και χημικές παραμέτρους, που έχουν άμεση σχέση με την προστασία της ανθρώπινης υγείας όπως π.χ E.Coli, Εντερόκοκκους, Βαρέα Μέταλλα κ.λ.π. Παραμέτρους που από μόνες τους στις προτεινόμενες τιμές δεν εμφανίζουν κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία. Οι μεταβολές των τιμών τους είναι μια ένδειξη ότι τίθεται ανάγκη λήψης επανορθωτικών μέτρων, αξιολογώντας τον βαθμό απόκλισης της παραμέτρου και τη χρονική διάρκεια αυτής. Η διαπίστωση του κατά πόσον μία πηγή υδροδότησης είναι ακατάλληλη, δε στηρίζεται αποκλειστικά στα αποτελέσματα των δειγματοληπτικών ελέγχων αλλά σε μία σειρά ενεργειών και διαδοχικών ελέγχων που πραγματοποιούνται από την πηγή μέχρι τη βρύση του καταναλωτή.
 

Και αν ένα δείγμα κριθεί ακατάλληλο, αφού δεν πληροί τις πιο πάνω παραμέτρους, τι διαδικασίες ακολουθούνται;
Μόλις ολοκληρωθεί η εργαστηριακή εξέταση δείγματος νερού το οποίο δε συνάδει με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας, το Γενικό Χημείο του Κράτους ενημερώνει τηλεφωνικώς την Υγειονομική Υπηρεσία, και ακολούθως ενημερώνεται ο φορέας ύδρευσης (ο οποίος έχει την υποχρέωση με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε το νερό που προμηθεύει το κοινό είναι καθαρό και υγιεινό. Φορείς ύδρευσης καθορίζονται από την υφιστάμενη Νομοθεσία το Τμήμα Αναπτύξεων Υδάτων, τα Συμβούλια Υδατοπρομήθειας και οι Τοπικές Αρχές. Τα πιο συνήθη αίτια αποκλίσεων είναι το σπάσιμο αγωγών λόγω έργων που πιθανόν να γίνονται στην περιοχή, μη ικανοποιητική λειτουργία του συστήματος χλωρίωσης, η ανεξέλεγκτη χρήση γεωτρήσεων στο δίκτυο, ιδιαίτερα στις μικρές κοινότητες

Οι οδηγίες που δίδονται στον φορέα ύδρευσης ποικίλουν ανάλογα με το είδος της απόκλισης: καθαρισμός και απολύμανση μολυσμένων μερών σε περίπτωση μικροβιολογικής απόκλισης, κατάλληλη πρόσμειξη νερού ή αποσύνδεση γεωτρήσεων σε περίπτωση χημικής απόκλισης. Σε περίπτωση που η απόκλιση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την υγεία του καταναλωτή και αυτό αφορά συγκεκριμένες παραμέτρους Μέρη Α και Β Παράρτημα Ι της Νομοθεσίας  α) σε κοινότητες, ο φορέας ύδρευσης κοινοτάρχης ενημερώνει ο ίδιος το καταναλωτικό κοινό μετά από οδηγίες μας για απαγόρευση χρήσης του νερού μέχρι την ολοκλήρωση της λήψης μέτρων και αποκατάσταση της ποιότητας του νερού. β) σε περιπτώσεις μεγάλων ζωνών παροχής - πόλεων - που φορείς ύδρευσης είναι τα Σ.Υ.Λ, η ανακοίνωση γίνεται από κοινού στον τύπο. Επιπλέον με την ολοκλήρωση των διορθωτικών μέτρων οι Υγειονομικές Υπηρεσίες πραγματοποιούν επαναληπτικούς ελέγχους, προς επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των διορθωτικών μέτρων που λήφθηκαν προς αποκατάσταση της ποιότητας του πόσιμου νερού.

Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν αγωγοί αμιάντου, ενώ στην πορεία αυτό άλλαξε και προτιμήθηκαν αγωγοί σιδήρου. Πλέον στην Κύπρο τοποθετούνται αγωγοί από σφυρήλατο χυτοσίδηρο, το οποίο είναι εξαιρετικής ποιότητας και πολύ ανθεκτικό.

Εκτός από το χλώριο υπάρχουν περιπτώσεις που το νερό παρουσιάζεται με αλλοιωμένο χρώμα και καθαρότητα. Πώς δικαιολογείται αυτό;
Το νερό οργανοληπτικά με βάση τη Νομοθεσία πρέπει να είναι άοσμο άγευστο και άχρωμο. Οι παράγοντες αλλοίωσης ποικίλουν, όπως πεπαλαιωμένα συστήματα διασωλήνωσης, νεκρά σημεία εσωτερικού συστήματος διανομής στα οποία δεν έγινε ικανοποιητικό ξέπλυμα «flushing» κ.α. Σε περίπτωση που εντοπιστεί κάτι μη σύνηθες, προτρέπουμε όπως τηλεφωνούν στα γραφεία των Υγειονομικών Υπηρεσιών παγκύπρια για να προβαίνουν σε διερεύνηση του παραπόνου.
 

Αναφερθήκατε σε πεπαλαιωμένα συστήματα διασωλήνωσης. Κάθε πόσο αντικαθίστανται οι αγωγοί υδροδότησης στην Κύπρο;
Τα υλικά κατασκευής των αγωγών/σωλήνων υδροδότησης δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των Υγειονομικών Υπηρεσιών, αλλά του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων.

Η ποιοτική κατάσταση του πόσιμου νερού στην Κύπρο βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Ο Διευθυντής του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων κ. Ανδρέας Μανώλη, μιλώντας στη CITY ανέφερε πως αυτή τη στιγμή στην Κύπρο υπάρχουν διαφόρων ειδών αγωγοί οι οποίοι έχουν διάρκεια ζωής περίπου 50 χρόνια (+-) και συντηρούνται κάθε 2 -3 χρόνια με ειδικό σφουγγάρι το οποίο μπαίνει μέσα στον αγωγό και καθαρίζει τα τοιχώματα από υπολείμματα και βρωμιές. «Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν αγωγοί αμιάντου, ενώ στην πορεία αυτό άλλαξε και προτιμήθηκαν αγωγοί σιδήρου. Πλέον στην Κύπρο τοποθετούνται αγωγοί από σφυρήλατο χυτοσίδηρο, το οποίο είναι εξαιρετικής ποιότητας και πολύ ανθεκτικό». Όπως διευκρινίζει ο κ. Μανώλη σε πολλές πόλεις και κοινότητες υπάρχουν ακόμη αγωγοί αμιάντου, οι οποίοι όμως είναι απόλυτα ασφαλείς για την υγεία, αφού ο αμίαντος θεωρείται επικίνδυνος μόνο όταν εισπνευσθεί.  
 


 

Είναι καθαρό το νερό που πίνουμε στην Κύπρο;
Η ποιοτική κατάσταση του πόσιμου νερού στην Κύπρο βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας έκθεσης που υποβάλαμε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων για τα έτη 2011-2013 κατέδειξαν ότι στις μεγάλες  πόλεις όπου το νερό προέρχεται συνήθως από συστήματα αφαλάτωσης δηλ. επεξεργασμένο νερό, συνάδει με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας. Κάποιες αποκλίσεις που παρουσιάστηκαν σε μικροβιολογικές παραμέτρους, είναι σε βραχυπρόθεσμη βάση αφού μπορεί να οφείλονται σε προβλήματα που επιλύονται άμεσα όπως σπάσιμο αγωγών λόγω έργων στο δίκτυο κ.α. Αποκλίσεις τόσο σε μικροβιολογικές όσο και σε χημικές παραμέτρους συνήθως παρουσιάζουν οι μικρές κοινότητες. Μικροβιολογικές οφείλονται κυρίως λόγω της μη εγκατάστασης αυτόματου χλωριοτήρα. Χημικές παράμετροι όπως χλωριούχα και θειικά άλατα, νάτριο, οι οποίες ανήκουν στην κατηγορία των ενδεικτικών παραμέτρων, τα αίτια είναι κυρίως βραχυπρόθεσμα και οφείλονται σε υδρολογικές μεταβολές λόγω της ανομβρίας που αντιμετωπίζει η Κύπρος τα τελευταία χρόνια. Παράμετροι όπως Βαρέα μέταλλα και οργανικοί ρύποι,  φυτοφάρμακα, PAH, VOCs κλπ κυμαίνονταν από μη ανιχνεύσιμα μέχρι την τιμή του ορίου της σχετικής Νομοθεσίας.

Άρα ο Κύπριος καταναλωτής δεν πρέπει να φοβάται να πίνει νερό είτε από τη βρύση είτε από τους κερματοδέκτες, διότι βρίσκονται συνεχώς υπό τη στενή παρακολούθηση των Υγειονομικών Υπηρεσιών και λαμβάνονται όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα σε περίπτωση απόκλισης από τις παραμετρικές τιμές. 

Σχολιαστε