ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Εκεί που έπλεκα ήρθε ο ξένος… Τον λένε Καρκίνο.

24.11.2017

Ένα συγκλονιστικό κείμενο για τη μάχη της Αντρονίκης με τον καρκίνο, που όμως περνά μηνύματα θετικότητας.
 

Κάθε του γραμμή είναι γραμμένη για τη ζωή της Ανδρονίκης Παπαγεωργίου. Για το ράψιμο, το πλέξιμο, την αρρώστια…

Πιο κάτω αυτούσιο το κείμενο* της κας Μαρίας Μίτλετον από τη Πάφο.

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Με λένε Νίκη. Γεννήθηκα με φτερά. Όχι όπως η άφτερη Νίκη. Εγώ ήμουν φτερωμένη. Ανέκαθεν. Με δυνατά φτερά. Από μικρή έπλεκα. Στην αρχή έπλεκα όνειρα. Και τους αγέρηδες που μέσα τους θα χόρευα. Έπλεκα κι έραβα. Ροζ φιογκάκια για να στερεώσω στα παπούτσια μου. Έτσι όπως θα στροβιλιζόμουν στα όνειρα, τα φιογκάκια θα γυρνούσαν σαν σβούρες και θα μάγευαν. Έτσι όπως το χρώμα τους θα μπλεκόταν με το φως… Αγαπούσα πάντα τα χρώματα. Μπορούσα κιόλας να τα δαμάσω σε δέσμες όπως τα στάχυα με τη δύναμη μιας Αμαζόνας. Με λένε Νίκη. Είχα υγιή φτερά, ροζ φιογκάκια, πλεκτά όνειρα. Είχα χρώματα σε δέσμες που έπεφτε πάνω τους το φως. Έτσι είναι πάντα τα πρώτα χρόνια. Πριν η κάμπια γίνει πεταλούδα. Πριν ο νεοσσός γίνει περήφανο πουλί. Πριν το κορίτσι γίνει γυναίκα.

 

ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ

Σαν έγινα μάνα, συνέχισα να πλέκω. Πιο μεγάλα όνειρα. Πιο πολλούς αγέρηδες, να χωράνε και το μωρό να χορέψει μέσα τους. Ω πώς, πώς μέρευα τους αγέρηδες, πώς δάμαζα τα χρώματα, πώς μεγάλωνε κι έβγαινε από μέσα μου το θαύμα κι ύστερα αμέτρητα αστέρια και κλωστές, να πλέκω, να πλέκω… Πρώτα βουτούσα τις κλωστές στο αγίασμα κι ύστερα αρχινούσα το πλέξιμο. Μέσα στο ίδιο αγίασμα βουτούσα μετά και τα φτερά μου. Ανίκητα να γίνουν. Κι αθάνατα. Σαν έγινα μάνα, συνέχισα να πλέκω. Για να μπορεί να γίνει η κάμπια πεταλούδα, ο νεοσσός πουλί και το κορίτσι γυναίκα.

 

ΑΡΡΩΣΤΙΑ

Εκεί που έπλεκα ήρθε ο ξένος. Με τις αδρές γραμμές, με την ασχήμια του. Τον λένε Καρκίνο. Γεννήθηκε χωρίς φτερά. Χωρίς χρυσές κλωστές. Δεν τον είπαν τυχαία έτσι. Όπως ο κάβουρας, της τάξεως των δεκαπόδων και βραχύουρων, περπατά πλαγίως, ζει σε σχισμές και μυστικούς τόπους, είναι παμφάγο, ουδέτερο χωρίς ταυτότητα. Κυρίως όμως δεν έχει φτερά.  Ερχόταν και έξυνε με τα νύχια του την πόρτα μου. Τσίριζε, απειλούσε να με σκοτώσει, να μου παραλύσει τα δάχτυλα. Κι ανεχόμουν, ανεχόμουν την ασχήμια του στο πρόσωπο, στο όνομα, στο φέρσιμο. Μέχρι που είπα ότι θα τον πολεμήσω. Πλαγίως, με τρόπους μυστικούς, με τα ίδια του τα όπλα. Κοντά στα όνειρά μου ξεκίνησα λοιπόν να πλέκω κι ένα συρμάτινο ιστό για να τον παγιδέψω. Δυνάμωνε μέρα με τη μέρα ο ιστός. Δυνάμωναν μέρα με τη μέρα και τα όνειρα. Τον αγνοούσα. Εκείνος τσίριζε. Εγώ τον αγνοούσα. Έκανα σαν να μην υπήρχε. Συνέχισα να πλέκω. Κρυφά. Αθέατα. Και μια μέρα που θα’ ρχόταν σκοτεινός, θα του έριχνα το δίχτυ και θα τον έπιανα. Θα τον νικούσα. Δεν με είπαν τυχαία Νίκη.

 

ΣΥΝΕΧΗΣ ΠΑΛΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΡΩΣΤΙΑ - ΣΗΜΕΡΑ

Πέρασαν έτσι τόσα χρόνια. Εκείνος να έρχεται κι εγώ με δύναμη γίγαντα να πλέκω τον ιστό, την ίδια ώρα να πλέκω και τα όνειρά μου. Επέμενε να έρχεται. Επέμενα να πλέκω. Κάποτε μεταμορφωνόταν σε μωρό που ζητούσε να το θηλάσω, λες κι είχα το στήθος μου για εκείνον, κάποτε γινόταν σπουργίτι που έμπαινε ύπουλα στη χούφτα μου να το χαϊδέψω. Τον κερνούσα για να τον ξεγελώ, να τον κοιμίζω. Κάποτε με βρήκε γονατισμένη να πυρακτώνω τον συρμάτινο ιστό που του προόριζα για ταφική παγίδα και με πάτησε. Νομίζει παρά ταύτα πως με νίκησε. Νομίζει παρά ταύτα πως δεν υπάρχω. Επιμένει να νομίζει. Επιμένω να πλέκω. Από τότε ξεκίνησα το πιο μεγάλο πλεκτό στον κόσμο. Από τότε το ραντίζω κάθε μέρα με ροδόσταγμα. Θα μεγαλώσει. Θα ράψω πάνω του τα ροζ φιογκάκια που είχα στερεώσει στα παπούτσια μου. Θα το ποτίζουν θείες και κόρες κι αδελφάδες μου, γειτόνισσες και ξένες, ανιψιές, θα μεγαλώσει, ίσως κάποτε να δώσει τριαντάφυλλα, όπως δίνει άνθη και καρπούς ένα φυτό. Θα το απλώσουμε μια μέρα πάνω από τους ασφάλτινους δρόμους, πάνω απ’ τη θάλασσα, πάνω από σπίτια, σύννεφα και τάφους. Θα φτάσει ίσαμε τον ουρανό. Θα το δει κι εκείνος με το όνομα του κάβουρα και θα φρίξει, θα το δουν κι οι πεταλούδες που σκότωσε και που κάποτε ήταν κάμπιες και θα φτερουγίσει η ψυχή τους, θα το δουν κι οι κάμπιες που θα γίνουν πεταλούδες και θ’ αναθαρρήσουν. Θα το δουν κι εκείνες που χτυπά την πόρτα τους λυσσασμένα, θα δυναμώσουν και θα τον νικήσουν. Μανάδες, θείες και κόρες κι αδελφάδες, πεθαμένες και αγέννητες πλέκουμε όσο υπάρχει η ψυχή μας, όσο στον κόσμο γεννιούνται πεταλούδες, όσο στον κόσμο γεννιούνται γυναίκες. Το πλεκτό μας θα φτάσει ίσαμε τον ουρανό. Κι εκείνος, που καμώνεται πως είναι θριαμβευτής, θα συρρικνωθεί τόσο από τη ντροπή του ώσπου να διαλυθεί σαν ένας μιαρός κι ασήμαντος σβώλος λάσπης, ώσπου να κυριαρχήσουν οι κλωστές των ονείρων μας. Θα τον συντρίψουμε. Μας λένε Νίκη. Δεν μας είπαν τυχαία έτσι.

 

*Το κείμενο είναι της κας Μαρίας Μίτλετον από τη Πάφο και είχε διαβαστεί από την ηθοποιό Νάτια Χαραλάμπους κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης ΤΟ ΠΛΕΚΤΟ ΤΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΗΣ της Europa Donna, στην Πάφο, στις 17/9/2017. Βαθύτερος σκοπός της εκδήλωσης και του πλεκτού ήταν να ευαισθητοποιηθούν όσο δυνατό περισσότερες γυναίκες για τον καρκίνο του μαστού με στόχο την πρόληψη.

 

 

Τι λες;

Της Ανδρονίκης

 

Τι λες,

«να φορέσω το πράσινο φόρεμα που με φωτίζει;»

Μπορώ να είμαι σαγηνευτική

και μέσα στη σαγήνη εκείνη

όπου πιάνουν τα ψάρια

να πιάσω τον ανόητο κάβουρα.

Τι λες,

να φορέσω σήμερα εκείνο το έξοχο άρωμα από αθάνατα;

Να φορέσω εκείνο τον χρυσό στηθόδεσμο από ήλιο;

Να φορέσω το πράσινο φόρεμα που με φωτίζει;

 

* Η Ανδρονίκη Παπαγεωργίου είχε την ιδέα να ενώσει τις γυναίκες με ένα ροζ πλεκτό και να τους δώσει κίνητρο μέσω της εργασιοθεραπείας. «Είχε την ιδέα να πλέξουμε το πιο μεγάλο ροζ σιάλι έτσι ώστε να σπάσουμε το ρεκόρ Γκίνες. Πήγαινα στο ογκολογικό κέντρο να τη δω και πάντα είχε δίπλα της τις σμίλες και ροζ μαλλί», είχε γράψει χαρακτηριστικά η βουλευτής και μέλος του ΔΣ της Europa Donna, κα Στέλλα Κυριακίδου.

Σχολιαστε