ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

«Τα βιασμένα κορίτσια μας πεθαίνουν, γιατί δε βρέθηκε κανείς να τις πιστέψει»

29.03.2018

«Και τελεί μια μέρα την κηδεία τους η ίδια η εκκλησία που τις βίασε, αφού τις στιγματίσει ως αυτόχειρες…».
 

Ανάμεσα στις χιλιάδες δεκάδες αναρτήσεις, σχόλια και τοποθετήσεις σε σχέση με την υπόθεση της Έλενας Φραντζή που διαβάσαμε στο διαδίκτυο τις προηγούμενες ημέρες, μπορείς εύκολα να αντιληφθείς το διχασμό, το μίσος και την πόλωση που επικρατεί ανάμεσα στην κοινωνία ξεφεύγοντας για ακόμη μία φορά από την ουσία του προβλήματος.

Μια ουσία που καταγράφεται ξεκάθαρα στην ανάρτηση της Βάλιας Τσιριγώτη, η οποία με αφορμή τον θάνατο της Έλενας, έγραψε ένα κείμενο που το δίχως άλλο πρέπει να προβληματίσει τον κάθε έναν από εμάς.

«Τα βιασμένα κορίτσια συχνά αλλάζουν όνομα. Κάποτε τα λένε Έλενα, άλλοτε Αμάρυνθο κι άλλοτε τα κουβαλούν στη γλώσσα αντί με όνομα, με νούμερο. 4χρονη, 10χρονη,17χρόνη, χωρίζονται σε ανήλικες και ενήλικες, μεγαλώνουν και γίνονται «η 23χρονη», η «35χρονη», ένας ακόμα αριθμός.

Τα βιασμένα κορίτσια απλώνουν στην γκαρνταρόμπα της κοινωνίας τα ρούχα τους, να αποφασίσει η αρένα εάν προκάλεσαν τον βιασμό τους. Τα βιασμένα κορίτσια κρύβουν τα ρούχα με τα αίματα στο μπάνιο για να μη φάνε ξύλο.

Τα βιασμένα κορίτσια ζουν σε ιδρύματα, σε οίκους ανοχής και σε ορφανοτροφεία, σε ένα σπίτι στην Κυψέλη, σ’ ένα υπόγειο στο χωριό σου, σε κάποια βίλα στη Σταμάτα.

Τα βιασμένα κορίτσια παίζουν σε βίντεο στο κινητό των βιαστών τους, γίνονται φωτογραφίες σε παρέες που γελάνε ή πληρώνουν, τρίζουν τα δόντια τους, αμφισβητούν τον εαυτό τους. Τα βιασμένα κορίτσια φωνάζουνε πατέρα το βιαστή τους, κι έπειτα, τα βιασμένα κορίτσια -οι βιασμένες γυναίκες- απολογούνται στα δικαστήρια γιατί τις βίασαν, ανακρίνονται από την αστυνομία γιατί τις βίασαν, παίρνουν μηνύματα με πέτρες στην πόρτα τους «τα ήθελε ο κώλος σου», είναι οι ψεύτρες που ήθελαν να «καταστρέψουν το παιδί μας».

Τα βιασμένα κορίτσια δεν βρίσκουν δουλειά ή την χάνουν γιατί φωνάζανε τη νύχτα έξω μια πόρτα «εκείνος το έκανε».  

Τα βιασμένα κορίτσια τα διώχνει ο μεγάλος αδερφός από το σπίτι. Περνούν την πόρτα της κοινωνικής υπηρεσίας και τις διώχνουν, γίνονται ψυχιατρικός φάκελος με υπογραφή που λέει «ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ» ή «ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ». Βλέπουν σταυρούς και ράσα στον ύπνο τους, βλέπουν κι άλλες στολές και αξιώματα, γιατί είναι διαλεγμένα πάντα, να είναι εκείνες που «ποιος θα τις πιστέψει;», να είναι πρεζάκια και τρέλες, να είναι υπάλληλοι και οικονομικά εξαρτημένες, ψάχνουν για ψυχοφάρμακα, καμιά φορά αλλάζουν πόλεις, καμιά φορά τα καταφέρνουν και γελάνε, μα συνήθως, έστω μια φορά, θα κόψουνε τις φλέβες τους. Πέφτουν από μια γέφυρα. Τελεί μια μέρα την κηδεία τους η ίδια η εκκλησία που τις βίασε, αφού τις στιγματίσει ως αυτόχειρες. Τα βιασμένα κορίτσια μας πεθαίνουν, γιατί δε βρέθηκε κανείς να τις πιστέψει».
 

Σχολιαστε