ΜΙΛΑ ΜΟΥ

«Είμαι ο ‘μαθουσάλας’ της κυπριακής τηλεόρασης»

18.05.2018

Τη θαύμαζα από παιδί, πολύ πριν τη γνωρίσω, όταν στις γεμάτες νοσταλγία μαυρόασπρες σειρές του ΡΙΚ έβλεπα σχεδόν πάντα να φιγουράρει το όνομά της.
 

Από τον Δημήτρη Τοκαρή

Όλες οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν στη CITY από τη συνεντευξιαζόμενη


Κάπου στα 40 μου, όταν πια εκείνη είχε αφυπηρετήσει από το ΡΙΚ, είχα τη χαρά και την τιμή να συνεργαστώ μαζί της στη σειρά «Σε Φόντο Κόκκινο», που χωρίς αυτήν ομολογώ πως δεν θα είχε τόση επιτυχία. Σε σύντομο διάστημα έπαψα να τη συμπαθώ και άρχισα να την λατρεύω. Απίστευτα καλό πλάσμα, πολύ μορφωμένη, με θετική διάθεση και αστείρευτο χιούμορ.

Κτυπώ την πόρτα της απρόσκλητος. «Μαρουλλού μου θέλω να μου μιλήσεις για σένα!». «Μα τι να σου πω εγώ, δεν έχω κάτι ενδιαφέρον να πω...», διαμαρτύρεται με τη σεμνότητα που τη διακρίνει. Την απειλώ πως αν δεν μου μιλήσει θα πηδήξω από το μπαλκόνι της και ίσως την κατηγορήσουν για φόνο. Γελά, με βρίζει, φτιάχνει καφέ και αρχίζουμε.

 

-Γεννήθηκα στην πόλη της Κερύνειας, στις 21 του Απρίλη του 1939...

-Μα σοβαρά; Τη χρονιά που γεννήθηκα εγώ, στις 21 του Απρίλη, ανέλαβε η Χούντα στην Ελλάδα!

-Στη δική μου 21η Απριλίου είχαμε ακόμη το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά σταμάτα να με διακόπτεις!

-Εντάξει Μαρουλλού μου, δεν θα διακόψω ξανά! Συνέχισε...

-Επειδή ο πατέρας μου ήταν κυβερνητικός υπάλληλος μετατέθηκε στη Λευκωσία και τον Ιούνη του 1957 τέλειωσα το Παγκύπριο Γυμνάσιο.

-Τι σύμπτωση, κι εγώ τέλειωσα το Παγκύπριο Γυμνάσιο! Με αγριοκοιτάζει, αποφασίζω να σκάσω επιτέλους.

 

 

«Μετά από μακρόχρονη ασθένεια ο πατέρας μου πέθανε, το 1958, και  αναγκαστικά έπρεπε να βρω δουλειά γιατί είμασταν φτωχοί -δεν  υπήρχαν συντάξεις τότε για τις χήρες και τα ορφανά. Είχαν ανοίξει θέσεις στη ‘Κυπριακή Ραδιοφωνική Υπηρεσία’ -νυν ΡΙΚ- και μετά από προφορικές και γραπτές εξετάσεις -ως τώρα θυμούμαι το θέμα της έκθεσης (‘Ο άνθρωπος στο φεγγάρι’), ήρθα δεύτερη. Πρώτη ήταν η Μάρω Θεοδοσιάδου, που προσλήφθηκε στο ραδιόφωνο. Εγώ προσλήφθηκα στην πολύ νεαρή τότε τηλεόραση ως βοηθός προγραμμάτων. Έτσι, την 1η Μαΐου του 1958 βρέθηκα να εργάζομαι πλάι με την Φεζιλέ Σουρουρί, -άραγε ζει η ωραία Φεζιλέ κι η Ολτσάη με τα λίγο στραβά πόδια που όμως δεν την εμπόδιζαν να ξετρελαίνει με τα καμώματα της όλους τους κάμεραμαν, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

 


Μαζί με Τουρκύπριους συναδέλφους στο ΡΙΚ

 

Αχ, ήταν ωραίες εποχές τότε! Δεν είχαμε διαφορές. Θυμάμαι, κάθε Σάββατο πηγαίναμε με τους Τ/κ συναδέλφους στο Τσαγκλαγιάν ένα κέντρο κοντά στο Μπογάζι της Κερύνειας και χορεύαμε ως το πρωί. Οι Άγγλοι δεν μάς καταδέχονταν. Ζούσαν στη δική τους, κλειστή κοινότητα. Ήξεραν ότι ήταν προσωρινοί. Ήταν, όμως, πολύ επαγγελματίες. Ο Μr Chambers, που ήταν διευθυντής της τηλεόρασης, απαιτούσε πριν ασχοληθούμε με οποιοδήποτε πρόγραμμα να κατεβαίνουμε στο στούντιο με Floor Plan. Bέβαια, πολύ λίγα ζωντανά προγράμματα είχαμε. Τα δελτία ειδήσεων και τα παιδικά. Δουλεύαμε όμως πάρα πολύ και πρωί και νύκτα. Είχαμε πολλές ταινίες παιδικές και θυμούμαι με πολλή νοσταλγία τον Αντρέα Μούστρα που έκανε το ντουμπλάζ του αδέξιου και φαφλατά Κάπτεν Πάκγουως που τον έσωζε πάντα  ο Τομ το ναυτόπουλο».

 

 

Βλέπω πως το βλέμμα της ατενίζει πέρα από τη βουκαμβίλια του μπαλκονιού και νιώθω πως ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, έτσι δεν τολμώ να τη διακόψω ξανά.

«Που λες, Δημήτρη μου, όταν πριν λίγο καιρό έκανε το ΡΙΚ τα εγκαίνια του μουσείου του και βλέποντας τη φτώχεια των εκθεμάτων -ως γνήσιοι Κύπριοι που είμαστε, πετούσαμε στον Κοτσιάτη κάποια μηχανήματα κάθε που άλλαζε η τεχνολογία τους, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσαν κάποτε να χρησιμεύσουν σε κάτι- σκεφτόμουν να εισηγηθώ στους νυν διευθύνοντες να με μουμιοποιήσουν μετά θάνατον και να με βάλουν στο μουσείο ως το αρχαιότερο δείγμα υπαλλήλου της Τηλεόρασης. Δεν είναι καλή ιδέα λες; Να αφήσω εντολή να με κάμουν και όμορφη.

«Ναι Μαρουλλού μου, θα είσαι ο Τουταγχαμών της κυπριακής τηλεόρασης (γέλια)». Την αγαπώ για την απλότητα και για την διάθεση για αυτοσαρκασμό που έχει.

 


Μαζί με Αφρικάνο φοιτητή που εκπαιδευόταν στο ΡΙΚ

 

«Εδώ που τα λέμε, είμαι τώρα 79 χρονών και τα 40 απ’ αυτά τα χρόνια τα έζησα στο ΡΙΚ. Φέρνω στο νου μου εκείνο το δεκεμβριάτικο πρωινό του 1963, που ενώ την προηγούμενη μέρα γελούσαμε και αστειευόμασταν μαζί με τους Τ/κ, όταν πήγαμε  δουλειά, είχαν όλοι εξαφανιστεί. Δεν θυμάμαι αν εκπέμπαμε προγράμματα εκείνες τις μέρες. Ακολουθήσαν τόσο φρικτά γεγονότα που η μνήμη  μου τα έσβησε. Είχαμε ζήσει τόσο καλά μαζί. Φέρνω στο νου μου τον Οκτώβρη του 1962 όταν επισκέφτηκε το νησί μας η πριγκίπισσα Ειρήνη της Ελλάδας.

Ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος που τη φιλοξενούσε, έδωσε εντολή στον κύριο Γ. Μιτσίδη που ήταν διευθυντής του Ελληνικού Τμήματος της Τηλεόρασης, να καλύψουμε την άφιξη και την υποδοχή της πριγκίπισσας τηλεοπτικά. Θα την καλούσε στο αρχιεπισκοπικό μέγαρο να δουν μαζί τις σκηνές. Ήθελε να εντυπωσιάσει την Ειρήνη, καθότι δεν υπήρχε τηλεόραση τότε στην Ελλάδα. Θυμούμαι ότι μοντέρ ήταν ο Γιουνάλ Σαλαχή, ένας πολύ συμπαθής και εργατικός νέος. Εκείνο τον καιρό τα αρνητικά φιλμ τα κολλούσαμε με το σημέντ (cement) -μια ουσία ακριβώς σαν το τσιμέντο.

Εκείνη τη νύκτα νομίζω δεν θα την ξεχάσω ποτέ αφού σκηνές απείρου κάλλους εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια μου, με τον κ. Μιτσίδη να κτυπά  απελπισμένος το μέτωπό του και να πηγαινοέρχεται φωνάζοντας θρηνητικά και ρυθμικά ‘θα μας απολύσουν, θα μας απολύσουν συλλόβροτους, Τούρκους και Ρωμιούς, τελειώσαμε, ξεχάστε τη δουλειά σας ούλλοι’. Τι είχε συμβεί; Το σημέντ ήταν παλιό και η ταινία ξεκολλούσε σχεδόν κάθε δύο λεπτά και χανόταν ο συγχρονισμός. Όταν με τη ψυχή  στο στόμα ο έρμος Γιουνάλ κατάφερε να κολλήσει την ταινία, η πριγκίπισσα άλλα έβλεπε και άλλα έλεγε το σχόλιο. Την έδειχνε να κατεβαίνει από το αεροπλάνο και το σχόλιο έλεγε ‘ησπάσθη με σεβασμό το χέρι του Μακαριώτατου’. Την άλλη μέρα περιμέναμε  να απολυθούμε όλοι, αλλά ο Μακάριος είχε χιούμορ και έπαιξεν πελλόν.

 

 

Πριν κανένα χρόνο, όταν το ΡΙΚ κάλεσε τους παλιούς Τούρκους συναδέλφους ήρθε και ο Γιουνάλ, γέρος πια [ενώ εγώ είμαι νεότατη] και θυμηθήκαμε μαζί εκείνη την τραγελαφική νύκτα».

«Murphy’s Law, Μαρουλλού μου», ότι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει στραβά. Κι όταν είσαι μια ζωή στην τηλεόραση, τότε πολλά θα πάνε στραβά».

«Ρε Δημήτρη, μα πως περάσαν τα χρόνια, μπορείς να μου πεις; Τη μισή μου ζωή την έζησα στο ΡΙΚ. Δεν έμεινε δουλειά που δεν την έκαμα. Όταν το ΡΙΚ με έστειλε Γλασκόβη και παρακολούθησα τηλεόραση (παιδικά προγράμματα), ήρθα πίσω γεμάτη ιδέες. Ήταν τότε που έβαλα δυο παρουσιαστές στα παιδικά προγράμματα, ένα νεαρό άντρα και μία νεαρή κοπέλα. Πόσοι δεν παρέλασαν στα προγράμματά  μου τότε: Σταύρος Λούρας, Άλκηστης Παυλίδου, Γιώργος Ζένιος, Σπύρος Σταυρινίδης, Αντρέας Μούστρας, όλοι στην πρώτη τους νιότη.

 

 

Βέβαια, με το πέρασμα των χρόνων μεγάλωνε μαζί με την ηλικία μας και το προσωπικό. Μετά το 1963 και τον διαχωρισμό, μόνο Ε/κ υπήρχαν. Το 1982 γίναμε έγχρωμοι και αγοράσαμε το Συνεργείο Εξωτερικών Μεταδόσεων [ΣΕΜΤ]. Δεν θυμάμαι ακριβώς ποια παραμονή πρωτοχρονιάς αποφάσισε η διεύθυνση να κάνουμε ζωντανή εξωτερική μετάδοση από τις πόλεις της Κύπρου, Πάφο, Λεμεσό, Λάρνακα και Λευκωσία. Συντονίστρια στη Λευκωσία ήμουν εγώ. Το τι έγινε εκείνη τη νύχτα δεν περιγράφεται. Όταν δοκιμάσαμε να ενωθούμε με την Πάφο, η  μακαρίτισσα η Πόπη Δανιήλ μού δήλωσε ότι με κανένα τρόπο οι τεχνικοί δεν μπορούσαν να μας ενώσουν. Ο Νεόφυτος Ταλιώτης από τη Λάρνακα μού είπε τα ίδια περίπου, ο Αντρέας Κωνσταντινίδης από τη Λεμεσό μού είπε ότι τον έπιασε ταχυκαρδία γιατί τίποτα δεν δούλευε και γενικά επικρατούσε ένας πανικός. Κι εγώ, μέσα σ’ αυτό το πανδαιμόνιο, να προσπαθώ να βγάλω πρόγραμμα!».

-Μαρουλλού μου, για να μην νιώθεις άσχημα, σου λέω ότι έπαθα τα ίδια και χειρότερα 30 χρόνια μετά! Εσείς τουλάχιστον είχατε το ελαφρυντικό ότι τα επιχειρούσατε για πρώτη φορά, εμείς οι μεταγενέστεροι, προφανώς, δεν μάθαμε από τα λάθη σας ή τα επαναλαμβάναμε μέχρι να τα τελειοποιήσουμε!

 


Σκηνή από την κλασσική σειρά του ΡΙΚ «Ήντα τζαιρούς εφτάσαμε» την οποία σκηνοθετούσε

 

«Άστα αστεία Δημητράκη μου, όταν τα σκέφτομαι αυτά ακόμη με πιάνει σύγκρυο. Δεν παραπονιέμαι όμως. Στο ΡΙΚ γνώρισα τον άντρα μου, Λύσανδρο Αβρααμίδη, που ήταν πραγματικά ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Του άρεσε πολύ η κλασσική μουσική και εγώ μια επαρχιώτισσα ‘παρτένα’ από την Κερύνεια κατόρθωσα με το δέλεαρ της μουσικής να τον κάνω να μ’ ερωτευτεί. Στα ντουμπλάζ των ταινιών που μας έρχονταν από το εξωτερικό χρησιμοποιούσαμε διάφορες μουσικές κι εγώ έβαζα κλασικίζοντα κομμάτια.

Ο Λύσανδρος κοντοστεκόταν στο λεγόμενο ‘dubing theatre’, πιάναμε κουβέντα και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται».

-Είδες Μαρουλλού μου, μέχρι και άντρα βρήκες στο ΡΙΚ με το κόλπο της μουσικής, και μάλιστα έναν από τους πιο μορφωμένους ανθρώπους της τότε εποχής. Δεν πρέπει να παραπονιέσαι!

«Ναι, πέρασα πολύ καλές στιγμές στο ΡΙΚ. Δούλεψα σκληρά, δεν θυμούμαι παραμονές πρωτοχρονιάς να γιορτάσω με την οικογένεια μου. Πάντα δούλευα. Πολλές φορές, ως τις πρωινές ώρες. Μια φορά όταν με έφερνε σπίτι ο (μακαρίτης πλέον) μοντέρ Γιαννάκης Ιωαννίδης, θυμούμαι ότι έξω από το κάγκελο του σπιτιού μου στεκόταν μια αλεπού και μας κοιτούσε απορημένα».

 

 

-Θέλω να μου πεις ένα περιστατικό που θα σου μείνει για πάντα αξέχαστο.

«Λοιπόν η πιο αστεία και ταυτόχρονα μπορώ να πω τραγική σκηνή, συνέβη μέσα στο πραξικόπημα. Κάποιοι έξαλλοι στρατιωτικοί, Ελλαδίτες και Κύπριοι, μπήκαν στα γραφεία μας και μας διέταξαν -με καθόλου ευγενικό τρόπο- να μπούμε στο στούντιο της τηλεόρασης. Καθίσαμε όλοι κάτω, δίπλα μου θυμάμαι κάθισε ο τότε διευθυντής της τηλεόρασης, Δημήτρης Κυπριανού και πιο κάτω η δακτυλογράφος Λόλα Σκουταρίδου. Σε μια στιγμή ακούστηκε από το ραδιόφωνο ‘ο Μακάριος είναι νεκρός’, τότε ένας στρατιώτης Ελλαδίτης, Ροκάς λεγόταν νομίζω, μας είπε με πολύ άγριο ύφος: Ακούσατε, ο παπάς είναι νεκρός, ποιος τολμά τώρα να πει ‘Ζήτω ο Μακάριος;’. Τότε σηκώθηκε η Λόλα, που ήταν στην Αγγλική Αεροπορία τον καιρό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και είπε με δυνατή φωνή προτάσσοντας το στήθος ‘Εγώ ρε. Ζήτω ο Μακάριος’. Θυμούμαι πως επικράτησε για λίγες στιγμές νεκρική σιγή. Ο Ροκάς πρόταξε το όπλο του και προχώρησε προς την ατρόμητη Λόλα. Τότε ο Δημήτρης Κυπριανού σηκώθηκε και κρύφτηκε πίσω από την ράχη της Λόλας και έκανε απεγνωσμένα γνεψίματα στον Ρόκα ότι ήταν τρελή και θυμούμαι μάλιστα ότι του ψιθύρισε ότι ήταν γεροντοκόρη. Δεν ξέρω ποια απ’ όλες τις ιδιότητες της Λόλας κατεύνασαν τον έξαλλο στρατιώτη, πάντως μας έβγαλε έξω στην αυλή και μας είπε να καθίσουμε κάτω στο χώμα. Θυμούμαι τη συνάδελφο Νάγια Ρούσου να βγάζει ένα μαντήλι από τη τσάντα της και να γονατίζει. Μετά, με ήρεμη φωνή παρακάλεσε ένα στρατιωτάκι δίπλα της, που είχε κάτσει κοντά στο όπλο του και σημάδευε προς το δρόμο ‘χρυσέ μου δεν πας πιο κάτω να πολεμήσεις; Με ενοχλεί ο θόρυβος του όπλου’».

-Μαρούλα μου, σοβαρά τώρα, εσύ πρέπει, επιβάλλεται να γράψεις ένα βιβλίο. Είναι κρίμα να χαθούν αυτές οι μνήμες που είναι θησαυρός για την ιστορία τόσο του τόπου μας όσο και της κυπριακής τηλεόρασης.

«Κοίτα Δημητρό μου. Αν κάτσω να θυμηθώ τη ζωή μου στο ΡΙΚ, θα έγραφα, χωρίς υπερβολή, 3 βιβλία. «Είμαι ο ‘μαθουσάλας’ της κυπριακής τηλεόρασης». Φεύγοντας, άφησα πολύ έργο πίσω μου. Σειρές, τηλεταινίες, θεατρικά έργα.

Αφυπηρετώντας, συνέχισα να γράφω σειρές (Άνεμοι του Πάθους, η Πλατεία, Βήματα στην Άμμο κλπ). Εργάστηκα και στο Σίγμα μαζί σου».

-Ok, έκανες κι εσύ τα λάθη σου… (γελά).

«Ξέρεις, πραγματικά απόλαυσα τη συνεργασία μας».

-Μα αν έλεγες κάτι άλλο θα το έσβηνα! Γελά ξανά και μετά σοβαρεύει απότομα.

 

 

«Θυμάσαι Δημήτρη; Γνώρισα μέσω σου τον αξέχαστο Άντη που ως τώρα, καμιά φορά, τον βλέπω στο όνειρό μου και διαβάζω ένα βιβλίο που μου χάρισε με ποιήματα που πολύ αγαπώ. Αχ Άντη… Άντη, να ‘ναι αλήθεια αυτό που γραφεί ο ποιητής; ‘Είναι κανόνας φαίνεται του παιγνιδιού να έχει ο θάνατος προβάδισμα μια μέρα και μια νύκτα’. Θα σε ξαναδούμε καλέ μου κάποτε;».

-Εγώ, πάντως, Μαρούλλα μου, ποτέ δεν δέχθηκα ότι πέθανε. Απλά πήγε ταξίδι σ’ ένα όμορφο μέρος, εκεί που όλοι κάποτε θα συναντηθούμε ξανά. Κανείς δεν πεθαίνει, απλώς ταξιδεύουμε!

Την αγκαλιάζω, της λέω πόσο την αγαπώ και φεύγω γεμάτος από την τόση καλοσύνη αυτής της εξαιρετικής κυρίας, της πρώτης κυρίας της κυπριακής τηλεόρασης!

Σχολιαστε