ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Ο έρωτας στα χρόνια του πολέμου

05.08.2018

«Γιατί κι οι έρωτες, μου φάγανε τα χρόοονια»... Κάπως έτσι σεγόνταρα (παράφωνα) την Τάνια Τσανακλίδου που έπαιζε στο cd player, καθ’ οδόν προς το γραφικό χωριουδάκι. Πιο φλώρος έντεχνος πεθαίνω, ε;
 

Γράφει ο Φάνης Κρίγκος
 

Αδειούχος γαρ, δραττόμενος της ευκαιρίας να αποδράσω από την (επέτρεψεμέ μου τη δικής μου κατασκευής λέξη) καθημερουτινότητά μου. Ήθελα ομως να το συνδυάσω με την αγορά κάποιων αρχαίων χειρόγραφων βιβλίων - κάποια δε εξ αυτών, χρονολογούνται αρχές του 18ου αιώνα - από έναν συλλέκτη.

Ήξερα λοιπόν μόνο το όνομα του και το χωριό κι όχι την ακριβή τοποθεσία του σπιτιού του. Ξάφνου, μου ήρθαν φλασιά τα λόγια ενός φίλου, πως τα πιο καλά σημεία για να αλιεύσεις πληροφορίες σ’ ένα χωριό «εν το μουχταρκόν τζαι ο καβενές»! Έτσι κι έκανα. Το μουχταρκόν (κοινοτική αρχή) όμως ήταν κλειστό. Συνεπώς, οδηγήθηκα στο καφενείο του χωριού. Απ΄έξω, μια μισοσβησμένη πινακίδα της κόκα κόλα, ίσαμε που φαινότανε το κόκκινο της σήμα, ο τιμοκατάλογος γραμμένος με μαρκαδόρο πάνω σε σκληρό χαρτόνι άδειου κασονιού, μερικά τραπεζάκια με τόνενες καρέκλες φαγωμένες. Στον τοίχο κάτι φαγωμένες αφίσες τον καιρό που ήταν υποψήφιοι πρόεδροι ο Κυπριανού κι ο Κληρίδης!

Λες και σταμάτησε ο χρόνος, συλλογίστηκα...

Αθθυμήθηκα τον τζαιρόν που ήμαστουν μιτσιοί ρέμπελλοι, προσφυγούθκια, στον συνοικισμόν του Άη Αθανάση τζαι βουρούσαμεν μες τες χωραφκιές τζαι τα σπίθκια να έβρουμεν πότσες όφκιερες να τες πουλήσουμεν του μπακάλη, να πιάσουμε κανεναν σελίνι να πάμεν να παίξουμεν βιτεούθκια στον καφενέν του Θράσου!

Τις χαοτικές μου σκέψεις, διέκοψε μια αδύναμη γυναικεία φωνή.

«Ήντα γυρεύφκεις τον γιον μου;»

Μεχρι να συνέλθω από την έκπληξη και να συντάξω τα λόγια μου, συνέχιζε να με βομβαρδίζει με ερωτήσεις!

«Έσιεις κανέναν συγγενήν στον μαχαλλάν μας, οξά είσαι τίποτε ξενικός;»

Η κυρία Δωροθέα, ή καλύτερα η στετέ η Δωρού, ήταν η ιδιοκτήτρια του καφενείου. Στα 94 της πλέον, μαυροφορεμένη με την τυπική αντίστοιχου χρώματος μαντίλα στο κεφάλι και με πλήρη διαύγεια πνεύματος. Μαστόρισσα σ’ ένα κατ’ εξοχήν ανδροκρατούμενο χώρο από τα είκοσι της χρόνια.

«Είδαν πολλά τα μμάθκια μου δαμεσα δα, τζαι τα αφκιά μου ακούσασιν άλλα τόσα. Ολόκληρον πανεπιστήμιον λαλώ σου. Έμαθα σας καλά ήντα κουμάσια είσαστιν εσείς οι αρσενιτζοί», απαντούσε στην απορία μου πως και βρέθηκε εκεί.

«Μα, ήντα στέκεσαι πόξω; Έλα μέσα να σε τραττάρω. Καφέν; Μαχαλλεπίν, λεμονάδαν σπιθκιάσιμην, γλυκόν;»

«Εν πίννω ποτούτα στετέ τζι ούτε τρώω γλυκά. Προσέχω. Μόνο νερό!» Τι το ‘θελα να της πως έτσι; Επήρεν τζι άψεν!

«Εσείς οι τωρασινοί ήσαστιν τέλλεια μαλλαππάππες α!» φέρνοντας μου τζαι το νερόν το τσακρίν στην κλασσικήν καντήλαν του καφενέ.

Κάτσαμε και μιλούσαμε για ώρα. Της εξήγησα τον λόγο που ήμουν εκεί και με κατατόπισε που να πάω μετά.

Έτσι όπως κυλούσε η συζήτηση κι αφού έλεγε πως τα σημερινά παιδιά «επαλαβώσαν με τούντα μηχανούθκια» (υπολογιστές).

«Εσού στετέ, εν έσιεις άντραν, κοπελλούθκια, αγγόνια;», μοιραία κι η ερώτηση μου κάποια στιγμή. Ξάφνου άλλαξε ύφος, χαμήλωσε το βλέμμα κι εκείνος ο τσαμπουκάς κι ο παρορμητισμός της στραπατσαρίστηκε. «Γαμώτο, πρέπει να έκαμα μαλακία» σκέφτηκα. Ένιωσα άβολα, αντιλήφθηκα πως ήταν κάτι που δεν έπρεπε να ρωτήσω... Λες και κατάλαβε το απολογητικό μου ύφος και με καθησύχασε αρχινώντας συνάμα την εξιστόριση της προσωπικής της ιστορίας...

«Εγιώ που λαλείς Φανή μου» (ο τόνος στο ήττα, έτσι όπως εφωνάζαν τον μακαρίτην τον παππού μου α!) «Αγαπήθηκα στα δεκαοκτώ μου με έναν παιδίν. Οι γονιοί του όμως εν μ’ εθέλασιν γιατί ήμουν φτωσιή. Ο τζύρης του ήτουν μηάλος έμπορος του Βαρωσιού τζι ελάλεν πως παρά το ότι ήμουν όμορφη, εν είμαι για το σόιν τους»

Κι όντως, ακόμα και μέσα στο βαθιά αυλακωμένο απ’ τις ρυτίδες πρόσωπο της, διέκρινες την υφέρπουσα ομορφιά της.

«Απείλαν τον πως εν να τον αποκληρώσει τζαι θα τον έθκιωγνε που την οικογένειαν αν ε συνέχιζεν ναν μιτά μου», συνέχιζε να μου λέει.
«Τζαι τι εκάμετε στετέ. Εχωρίσετε;»

«Ε, όι βέβαια! Έβαλα του την ιδέαν να κλεφτούμεν. Επιααμεν τα ρούχα μας τζαι επήαμεν στα βουνά τζαι ζιούσαμεν σ’ενα σπήλιον. Οι γονιοί, το χωρκόν τζι οι ζαφτιέδες εγυρέφκαν μας για καμιάν εφτομάν, όστι τζαι ήβραν μας. Για να τον κάμουν να με ξηάσει επέψαντον να κάμνει τον γραφκιάν στον πόλεμον» (εννοώντας τα μετόπισθεν του Β’ παγκοσμίου).

«Οι Γερμανοί όμως εσπάσαν τες γραμμές τους τζι εμπήκαν μες την πόλην που ήταν τζαι τζείνος τζαι εσύρναν όλμους...»

Σταμάτησε για λίγο... υποψιάστηκα το τέλος...

«Ο αγαπητικός μου εγίνηκεν κομμάθκια τζαι η καρκιά μου άλλα τόσα...»

Συγκλονίστηκα... Για να σπάσω λίγο τη φόρτιση και των δύο, της ζήτησα ξανά νερό. Συνέχιζε όμως να μιλά

«Ούτε να τον δω πεθαμμένον, ούτε να τον θάψω, να κλάψω πουπάνω του εν εμπόρησα»

Ποιος ξέρει, ίσως εκείνη η διατάραξη της ομαλής διαδικασίας θρήνου, ενταφιασμού κι αποδοχής, συνετέλεσαι ως ένα βαθμό στη διαιώνιση της μέσα της εκκρεμότητας. Κάτι που πεισματικά κράτησε παρά τις ιαχές των σειρήνων...

«Ύστερις που κάποια γρόνια ελαλούσαν μου να σάσω την ζωή μου, να με μείνω κοτζιάκαρη τζαι μανισιή μου σαν την κουκκούφαν. Επιλατέφκαν με οι συγγενείς τζι οι χωρκανοί. Ήρτεν τζαι η μάνα του τζι έδωκεν μου την εφτζήν της να έβρω άλλον. Επροξενέψαν μου πολλούς. Τζι έναν πολλά πλούσιον κυπραίον της Αγγλίας, ήτουν να φορτωθώ τες λίρες» απάντησε αχνογελώντας.

«Τζαι γιατί εν αρμάστηκες στετέ;». Ρώτησα αφελώς.

«Επειδή αγαπώ τον τζείνον γιε μου»

Αγαπώ τον, είπε. Ακόμα. Έστω κι αν πέθανε το 1943 . Ένας ενεστώτας μακράς διαρκείας ο έρωτας της που παραμένει σε ισχύ τόσε δεκαετίες μετά το βιολογικό του τέλος...

«Θωρείς δαμέ τι έκαμα;», δείχνοντας μου μια γωνιά στον μέσα χώρο του καφενείου όπου και δημιούργησε ένα ας το πω, σημείο κατάθεσης ψυχής. Ένα προσωπικό της ιερό, που εξέθεσε τα υλικά τεκμήρια του αγαπημένου της. Το κράνος του με εμφανή τα σημάδια της έκρηξης, ένα κομμάτι ρούχο απ’ το φαιό χιτώνιο του και τα γράμματα που της είχε αποστείλει διατηρημένα και στοιχισμένα.

Σκέφτηκα να τα φωτογραφίσω αλλά δίστασα. Ούτε καν τη ρώτησα αν γίνεται. Θεώρησα πως θα ήταν σαν να της έκλεβα κραυγαλέα προσωπικά ντοκουμέντα.

Κάπου στο ενδιάμεσο τους κι ένα καντήλι αναμμένο... Μια φλόγα  που αντιστοιχεί στη μέσα της λάβα. Αυτό που καίει μέσα της. Εκείνο που τους έταξε ή έταξαν στη μοίρα...

Ευκαιρίας δοθείσης, πήγε κοντά και με ράθυμες κινήσεις άλλαξε το φυτίλι, πρόσθεσε λίγο λάδι και μονολόγησε, σε μένα, στον εαυτό της, στο άπειρο, δεν ξέρω...

«Τούντον καντήλιν θα σβηστεί όνταν εγιώ πεθάνω»...

Τι κι αν σε μένα τώρα, στα σαράντα και κάτι, άρχισε να μου κουβαλιέται στο μυαλό η λογική. Τι κι αν έβαλα νερό στο κρασί μου κι αλλοίωσα τον ψυχισμό μου. Γουστάρω και θαυμάζω μέσα μου τους εξαιρούντες του κανόνα, εκείνους τους βαθιά ιδεολόγους, τους δοσμένους, τους προσκολλημένους σε κάτι έστω και σε βαθμό εμμονής…

Κι εμείς οι άλλοι, η προμετωπίδα, η ουσία και το επιμύθιο ενός άγριου καπιταλισμού. Πλήρως εναρμονισμένοι κι αφημένοι στον σύγχρονο δυτικό τρόπο ζωής. Στα κινητά μας, στα likes μας, στη βιτρίνα μας, στη ματαιοδοξία μας, στα υλικά αγαθά μας, στους fast food έρωτες μας, την στραβάραν μας την μαύρην να το πω τζαι στην γλώσσαν μας!
 

Υ.Γ. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και το τραγούδι συνεχίζει από εκεί που είχε μείνει: «Να κοιμηθώ στο πάτωμα, να κλείσω και τα μάτια...». Κι εκεί που πήγα να αφεθώ εκ νέου στη μαγεία των ήχων και των στίχων, ακούω ένα τοκ τοκ τοκ! Η στετέ η Δωρού μου κτυπάει διακριτικά το τζάμι του παραθύρου!

«Πιάε μιτά σου τζαι τούντην φύζαν με γλυκόν καρυδάκι, να σε κρατά γλυκαδερόν σαν έρτει η αγάπη να σε έβρει...».

Σχολιαστε