ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

«Ήταν οι βεράντες μας πολύ γευστικές εκείνα τα βράδια. Ήταν και η ζωή πιο αργή, σε περίμενε…»

13.08.2018

«Πεπόνια μυρωδάτα, παττίχα και χαλλούμια του Ακάμα, μπίρες ΚΕΟ τσακκρίν, μεζές σπιτικός, ψωμί ζυμωτό μικροκομμένο, αγγουράκι και ντομάτα μυρωδάτα, σουβλάκια από το Φύτο, απέναντι στην οδό Αποστόλου Βαρνάβα».
 

Ο Γιώργος Πεγειώτης, λίγο πριν φύγει το καλοκαίρι –ημερολογιακά τουλάχιστον- ξεθάβει αναμνήσεις και μνήμες από τα καλοκαίρια του ως παιδί. Τότε που οι γειτονιές και οι βεράντες της Κύπρου ήταν πιο αγνές, πιο μυρωδάτες, πιο γευσάτες.
 

Γράφει ο Γιώργος Πεγειώτης


Από μικρός αγαπούσα τη χωράφα μας, τις χωράφες του Χαράκη, τους δύο ποταμούς της γειτονιάς, τις αυλάδες διαφόρων σπιτιών -φιλικών προς τα πιτσιρίκια της γειτονιάς. Τα καλοκαίρια αγαπούσα τις βεράντες και τα πεζοδρόμια της οδού Τροόδους, αλλά κι άλλων οδών με συγγενικά και φιλικά σπίτια. Ιδιαιτέρως από το 1970 μέχρι το 1980 οι βεράντες μας ήταν όλα τα λεφτά.

Βραδινές εύθυμες διηγήσεις, ιστορίες από τον Ακάμα μέχρι το Κοιλάνεμος, τον Άη Ανδρόνικο και τον Απόστολο Ανδρέα. Και όλα αυτά εν μέσω φρούτων παγωμένων. Πεπόνια μυρωδάτα, παττίχα και χαλλούμια του Ακάμα, μπίρες ΚΕΟ τσακκρίν, μεζές σπιτικός, ψωμί ζυμωτό μικροκομμένο, αγγουράκι και ντομάτα μυρωδάτα, σουβλάκια από το Φύτο, απέναντι στην οδό Αποστόλου Βαρνάβα. Κάποτε τυρί κόκκινο ή λούντζα μερακλητική και σε ειδικές ευκαιρίες, τσαμαρέλλα ψιλοκομμένη. Για τα παιδιά τζέλλυ από το ψυγείο με κομπόστο και εκτάκτως κρέμα καραμελέ. Ο βασιλιάς της βεράντας, όμως, ήταν το μαχαλεπί με το τριαντάφυλλο, λίγη ζάχαρη ή ροδόσταγμα του Αγρού.

Εν τω μεταξύ κόσμος περιπατούσε και βόλταρε στη γειτονιά, κοντοστεκόταν, έπιανε την κουβέντα, ανέβαινε σε βεράντες. Το γέλιο δρόσιζε τις νύχτες της γειτονιάς και τα γιασεμιά μοσχοβολούσαν. Τα κεράσματα μπαίναν είχαν μπει ήδη στο δεύτερο γυρό και τώρα έβγαιναν τα παγωμένα παπουτσόσυκα, οι φορμόζες και το σταφύλι σουλτανίνα που φέρναμε από τα αμπέλια που δουλεύαμε. Ακόμα και παγωτά της λεμονάδας και της πορτοκαλάδας καμωμένα στο σπίτι και εγκαίρως τοποθετημένα στους θαλάμους, είχαν μία μοναδική, δική τους γεύση και μυρωδιά.

Κάπως έτσι μας έβρισκαν οι 23:00 χαλαρούς, δροσισμένους και αποκαμωμένους και μέχρι τις δώδεκα όλη η γειτονιά κοιμόταν, αφού είχε ήδη περάσει ένα 4ωρο πάνω στις βεράντες ή κάτω από τις κληματαριές. Ήταν οι βεράντες μας πολύ γευστικές εκείνα τα απογεύματα και τα βράδια. Ήταν και η ζωή πιο απλή, πιο αργή, σε περίμενε να γευτείς να χαμογελάσεις και να αγαπήσεις. Να παθιαστείς με τα παιχνίδια και τις ασχολίες που σου άρεσαν και σε γέμιζαν. Νύχτες δροσερές, γέλια χορταστικά, καρπούζι παγωμένο κι άλλα καλοκαιρινά. Ύστερα ύπνος, με την ελπίδα αγκαλιά και όνειρα στις βεράντες του καλοκαιρινού ουρανού…

Σχολιαστε