ΜΙΛΑ ΜΟΥ

Μόνο οι έξυπνοι έχουν την ικανότητα να παράγουν χιούμορ;

14.11.2018

Μία καθόλου αστεία συζήτηση με έναν φιλόσοφο.
 

Ο Χρήστος Μιχάλαρος συνάντησε ραδιοφωνικά τον Τίτο Χριστοδούλου με αφορμή την παρουσίαση των δύο νέων του βιβλίων «Αστείον είναι…» και «Ακρέμωνες» σε μία συζήτηση γύρω από αστεία, ειρωνείες, έξυπνους ανθρώπους και ακρόκλαδα.
 

Γράφει ο Χρήστος Μιχάλαρος


Είμαστε στον αέρα του Ράδιο Πρώτο. Ανοίγω το μικρόφωνο και διαβάζω αυτολεξεί την τελευταία παράγραφο του βιβλίο τού «Αστείον είναι…» (εκδόσεις Αιγαίον 2018) από την 253η σελίδα.

«Τι είναι λοιπόν το αστείον; Τι σημασία έχει; Κι όπως παραινέσαμε ξεκινώντας το… ανά χείρας, αφήστε το πουλί σας ήσυχο. Και γελάστε. Παρακαλώ». Εκεί, μου άρπαξε το λόγο.

«Προτού το χέρι πάει ενστικτωδώς εκεί όπου παρήνεσε ο εκλεκτός δημοσιογράφος…»

 

Με συγχωρείς, αλλά αυτό που διάβασα ήταν απόσπασμα από το βιβλίο σου.

Το απόσπασμα είναι η μεγαλύτερη παγίδα, γιατί είναι συμπερασμός μιας συλλογιστικής η οποία όταν αφεθεί επιμέρους, οδηγεί σε λάθος -μπορεί και αρεστά- συμπεράσματα. Το πουλί ποιο είναι; Το βιβλίο αυτό δεν είναι μια σοβαρή θεωρεία για το αστείο. Πώς καταλαβαίνουμε όμως το αστείο; Όπως καταλαβαίνουμε το πέταγμα του πουλιού παρακολουθώντας το να πετάει, όχι ανατέμνοντάς το στο μάρμαρο της ανατομίας του χειρουργείου, οπότε μένουμε με ένα ψόφιο πουλί, πετσοκομμένο στο τραπέζι και δεν έχουμε καταλάβει καθόλου το πέταγμα. Το αστείο, ομοίως, κατανοείται με το γέλιο. Γελώντας και αναλύοντας εκ των υστέρων γιατί γελάσαμε.

 

Αυτό μας οδηγεί στο πρόχειρο συμπέρασμα ότι κανείς δεν λέει επιτυχημένα αστεία αν πρώτα δεν έχει γελάσει  με επιτυχημένα αστεία.

Αυτό παραπέμπει σε ό,τι ονομάζω στο βιβλίο «αμειπτική θεωρεία του γέλωτος», δηλαδή η επιβραβευτική θεωρία του γέλωτος, ότι δηλαδή πρόκειται για μια επιβράβευση και μάλιστα με έναν ηχηρό κρότο του γέλωτος, μιας ανωτερότητας, λογικής ή λεκτικής που υποδεικνύεται με το αστείο. Μάλιστα, προσκαλεί τον ακροατή να μπει στο παιχνίδι της ανωτερότητας: ότι εμείς είμαστε τόσο ακραιφνείς κάτοχοι των λογικών παιγνίων και των όρων της λογικής που μπορούμε να παίξουμε με αυτήν, να πάμε στα όριά της και εκεί, στα όρια της κατανοησιμότητας να καταλάβουμε την κατανοησιμότητα. Στο γέλιο των πραγμάτων να καταλάβουμε την βαθιά φύση των πραγμάτων ενός κόσμου ο οποίος είναι πιο βιωτός, άρα είναι ένας κόσμος στον οποίο μπορούμε να γελάσουμε, αντιλαμβανόμενοι το μεγάλο κοσμικό αστείο που παίζεται εις βάρος μας.
 

Μόνο οι έξυπνοι έχουν την ικανότητα να παράγουν χιούμορ;

Δεν το κατάλαβα… (γέλια).
 

Συ είπας.

Είναι μια επιβράβευση το αστείο. Όπως και η ειρωνεία, υποβάλλει μια ικανότητα να αντιληφθείς την πολυσημία των πραγμάτων. Το αστείο παίζει με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω από τα πράγματα, έξω από τη λογική, έξω από τα ειθισμένα, τα ειωθότα, τα αποδεδειγμένα και παίζοντας με αυτά, διανοίγει άλλες απόψεις και άλλες κατανοήσεις των πραγμάτων. Άρα διδάσκει, όπως και προϋποθέτει, μια εξυπνάδα, μια ευφυία. Άλλωστε, μια από τις τρεις βασικότερες θεωρίες του χιούμορ, είναι η θεωρία της ανωτερότητας. Είναι μια θεωρία την οποία ο Χόμπς αποκάλεσε «η αιφνίδια δόξα», η επικρότηση του εαυτού, ότι εγώ κατανόησα αυτό κι εσύ αν γελάσεις μαζί μου, αμείβεσαι με το γέλιο και μαζί χαιρόμαστε τη δυνατότητά μας να δούμε τα πράγματα με ένα άλλο μάτι.


Οι άλλες δύο ποιες είναι;

Γενεαλογικά πρώτη είναι η θεωρία του τρόπου με τον οποίο γελάει και ο ίδιος ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη. Γελάει άγρια, συντρίβοντας τους ασεβείς. Ή στον Όμηρο, όταν ο Οδυσσέας δίνει κλωτσιά στον ήρω και του σπάει τα κόκαλα, όπου όλου γελούν και χαχανίζουν. Το ίδιο κι ο Οδυσσέας, έχοντας τσακίσει τον κατώτερο ζητιάνο. Επίσης είναι η χοβεσιανή θεωρία της δυνάμεως. Άλλη είναι η θεωρία της ασυμβατότητας, η οποία μας δίνεται και από τον καμβιανό ορισμό του χιούμορ, δηλαδή να περιμένεις κάτι και τελικά να έρθει κάτι άλλο. Η ματαίωση του προσδοκόμενου με κάτι διαφορετικό. Όμως, παραλύοντας αυτό που περίμενες, ανοίγει μια άλλη ματιά σε αυτό που κατανοούσες. Αυτή η θεωρία είναι και η πιο λογική, αν θες, θεωρία και διανοίγεται στις νέες γλωσσολογικές θεωρίες δίνοντας άλλες διαστάσεις. Εκεί συγκρούονται γλωσσικοί κώδικες. Ο Καντ το είπε πιο απλά: περιμένεις κάτι μεγάλο κι έρχεται κάτι μικρό, ένα ποντικάκι. Άλλη θεωρία είναι εκείνη του Φρόυντ ο οποίος έχει γράψει και το βιβλίο «Το αστείο και η σχέση του με το ασυνείδητο» στο οποίο δείχνει ότι υπάρχει μια έκκληση ψυχικής έντασης όταν επιτρέπει αυτό που καταστέλλουμε ως κοινωνικά ασύμβατο μέσα από το χιούμορ, κάνοντάς το πιο βιωτό. Για παράδειγμα, ενώ δεν μπορείς να μιλήσεις στα σοβαρά για τα σεξουαλικά ζητήματα, ως αστείο περνάει. Έτσι, βγάζουμε την ένταση της καταστολής αυτού του ενστίκτου. Είναι η κλασική υδραυλική θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι εντάσσεις μαζεύονται και θα πρέπει να εκλυθούν.

 

Προηγουμένως περιέγραψες το χιούμορ ως μια υπόθεση «υπεροχής». Μόνο οι ανώτεροι δικαιούνται να γελούν έναντι των κατώτερων, ποτέ το ανάποδο;

Αυτή είναι η πρώτη θεωρία και εκδήλωση του χιούμορ, η ξαφνική υπεροχή. Είναι μια ανθρωπολογική και όχι ανθρωπιστική θεωρία. Ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη γελάει 42 φορές και η μια είναι χειρότερη από την άλλη όσον αφορά στον αποδέκτη του χιούμορ, τον περιγελώμενο. Δεν είναι μόνο αυτό το χιούμορ της ανωτερότητας όμως. Είναι και αυτό που προσκαλεί τον άλλο να συμμετάσχει σε αυτό το τραπέζωμα, την ευωχία του χιούμορ, κάτι που δεν είναι βεβαίως κακό.
 

Δεν είναι κακό, αλλά αυτό μπορεί να γίνει εφικτό μόνο αν υπάρχει ένα παρόμοιο επίπεδο.

Ξέρεις, η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση. Όταν προσφέρεις το «ανώτερο», καλείς τον άλλον να έρθει προς εσένα. Άρα δεν μειώνει, αλλά προσκαλεί, προβιβάζει. Είναι μια κίνηση φιλοφρόνησης.
 

Ο Χριστός όμως δεν γελά. Σε αντίθεση με τους θεούς των αρχαίων Ελλήνων οι οποίοι έχουν πάθη.

Ένα από τα κεφάλαιά μου στο βιβλίο είναι το «Ο γέλως των θεών». Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης γελάει, μετρούμε 42 περιπτώσεις γέλωτος του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά γελάει εχθρικά, ως έκφραση της νίκης του επί των ασεβών και των κατωτέρων. Ο Χριστός όμως δεν γελάει πουθενά στην Καινή Διαθήκη κι αυτό γιατί είναι πλέον ένας θεός που έχει εξανθρωπιστεί, έχει υποφέρει (όπως θα έλεγαν οι θεολόγοι) και ως εκ τούτου, έχοντας γνωρίσει τον πόνο των ανθρώπων, ξέρει το κακό, το κοσμικό αστείο πάνω στον άνθρωπο.

Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει περίσσια θεϊκού γέλωτος ενός θεού ο οποίος δεν έχει υποφέρει. Όπως και στην αρχαία Ελλάδα όπου ο γέλως των θεών χαρακτηρίζεται ως «άσβεστος γέλως». Ο γέλως δεν σβήνει ποτέ, αλλά στο κάτω-κάτω τι να τον σβήσει, ο πόνος του γελώντος ή η συμπόνια προς τον άλλο άνθρωπο; Δεν υπάρχει αυτό. Στον Χριστό όμως, ο οποίος έχει νιώσει τον ανθρώπινο πόνο και τον έχει μοιραστεί ο ίδιος, όπου ο Θεός έχει εξανθριστεί, έχει μοιρα-στεί την ανθρώπινη συνθήκη, δεν υπάρχει γέλως, ο Χριστός δεν γελά ποτέ. Διότι έχει μάθει τον άνθρωπο, έχει μάθει τον πόνο που είναι ο άνθρωπος, έχει γίνει ο πόνος του ανθρώπου.
 

Πάμε στο πολιτικό αστείο.

Η ανατροπή είναι στη φύση του αστείου. Γενεαλογικά, αν πάω πίσω στον δικό μας θεό τον Ερμή, τον παιγνιώδη, τον θεό της ζαβολιάς, της κλοπής και του γέλωτος, ο οποίος τη γλιτώνει πάντα σαν το άτακτο παιδάκι που ρίχνει τα πράγματα από το τραπέζι και βλέποντάς τα να πέφτουν κάτω τα βλέπει σπασμένα και γελά, θα δούμε ότι πρόκειται για έναν θεό που είναι ανατρεπτικός και σε μια πολιτική διάταση. Ως ο παίζων ή εμπαίζων θεός που διαρρηγνύει τα ειωθότα, αυτά που έχουν επιβληθεί ως μια αδήριτη πραγματικότητα. Για εμένα, η πιο  αστεία δήλωση των πολιτικών, η οποία λειτουργεί αυτοαναιρετικά, είναι η δήλωση «δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». Αυτό συνήθως το λένε οι οικονομολόγοι πολιτικοί που ακολουθούν μια θεωρούμενη ως “αδήριτη” οικονομική λογική στα πράγματα. Όταν ένας πολιτικός λέει ότι δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, ουσιαστικά ακυρώνει τον εαυτό του και μας λέει ότι δεν είναι πολιτικός, διότι πολιτικός σημαίνει ότι μπορεί να παρέμβει στα πράγματα επιζητώντας μέσα στις συμπληγάδες των πραγμάτων να βρει και να εξασφαλίσει το κοινό αγαθό. Όποιος δεν το κάνει αυτό κι όποιος παραδέχεται ως άλλοθι ότι οδηγείται από τα πράγματα, μπορεί να πάει άλλοθι, να παραιτηθεί και να αφήσει τα πράγματα να λειτουργήσουν μόνα τους. Για να δώσω μια συνοπτική απάντηση. Το πολιτικό χιούμορ, όπως κάθε χιούμορ γεννιέται σαν ρήξη με την πραγματικότητα. Ως άλλο της, δείχνει περιγελαστικά ότι αυτό που οι δυνάστες προβάλλουν ως αδήριτη πραγματικότητα, ως αυτό που είναι περίπου η αυτονολητη τάξη των πραγμάτων, μπορεί να μην είναι αναγκαίως έτσι. Το χιούμορ εξετάζει αυτή την ‘μία’ πραγματικότητα στην ούγια της, διακριβώνει τις ρωγμές της, σαλπίζει την ενδεχομενικότητά της, προετοιμάζει για την ανατροπή της. Είναι το χιούμορ στην πεμπτουσία του ως ανατρεπτικό.
 

Τι άποψη έχεις για το πολιτικό χιούμορ στην Κύπρο;

Δεν έχω πολύ καλή ιδέα γενικά για το χιούμορ στην Κύπρο, γιατί πρόκειται εδώ ως επί το πλείστον για το σκωπτικό, το περιγελαστικό χιούμορ. Και μάλιστα στην χονδροειδή του μορφή, ως ‘χωρατό’, το ‘αγροίκον’, που θα έλεγε ο Αριστοτέλης. Τελευταία μόνο βλέπω κάποιους standup comedians σε ένα βαθμό. Ξέρεις, είναι ενδεικτικό ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει standup comedy, διότι αυτό το είδος χιούμορ είναι διανοητικό. Υπάρχει όμως το πολιτικό χιούμορ, ως χιούμορ της αντίστασης. Κι αυτό το δικαιώνει ως χιούμορ, γιατί με μιαν έννοια, ως έκφραση του «άλλου» των πραγμάτων, κάθε χιούμορ είναι πολιτικό.

Με ρώτησες προηγουμένως αν μπορεί να γελάσει ο «από κάτω». Φυσικά και μπορεί να γελάσει και η δυνατότητα αυτή σημαίνει ότι μπορεί να ξεμασκαρεύσει μια πραγματικότητα που του σερβίρεται ως αδήριτη, αμείλικτη και αναπότρεπτη. Το ανατρεπτικό αυτό χιούμορ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι κατ’ ανάγκην έτσι, έτσι και ότι, αν υπάρχει το «άλλο εσού» ως όψη σου, ως κίνδυνος και ως απειλή, μπορεί να υπάρχει και το άλλο σου ως πραγματικότητα. Μπορεί να ανατραπείς και ο ίδιος. Υπό αυτή την έννοια είναι ανατρεπτικό και όχι όμως με την έννοια ότι μπορεί να ανατρέψει. Δείχνει όμως ότι τα πράγματα να έχουν αλλέως, είναι απελευθερωτικό, έχει έναν αγωνιστικό χαρακτήρα. Όπως λέω και στην αρχή του βιβλίου, εγώ ο ίδιος άρχισα να γράφω και να φιλοσοφώ για το χιούμορ διότι αντιστεκόμουν σε πολλά κακά που μού συνέβαιναν από την κριτική που ασκούσα σε μια μικρή απολυταρχία που ήταν η κυπριακή παροικία του Λονδίνου. Εκεί, ο παμπρόεδρος της παροικίας είχε εγκαταστήσει μια πολύ στυγνή δικτατορία. Βεβαίως, οι ίδιοι δεν το έβλεπαν έτσι. Έτσι, όμως, το είδα εγώ και αντιστάθηκα, πολεμήθηκα και τιμωρήθηκα γι’ αυτό. Μου ομολόγησε ο γραμματέας της Εθνικής Κυπριακής Ομοσπονδίας, ο πιο εγγράμματος ανάμεσά τους, ότι είχαν κάποτε αποφασίσει σε συνεδρία τους να έρθουν και να με ψέξουν για τα σκωπτικά σχόλιά μου στην εφημερίδα. Για το ότι ‘κάνω την δουλειά μου ως δημοςιογράφος’, τους είχε αντιτείνει εκείνος. Η απάντησή μου στην σκαιά εξουσία τους ήταν το χιούμορ. Να δω το «άλλο» τους και να γελάσω, υποδεικνύοντας ότι όλοι είχαν όρια, κι εκτός ορίων κι άνευ όρων το χιούμορ και το αστείο τα περι-όριζε, διδάσκοντας την ελευθερία του γέλιου γι’ αυτά, έξω από αυτά. Πώς να χαχάνιζαν οι τρομπέτες έξω από τα τείχη της Ιεριχού: στην κυριολεξία κάνοντάς τους βούκινο. Κι α, ναι, είδα στο βιβλιοπωλείο εδώ στην Κύπρο, συνταξιοδοτηθέντα μια μέρα τον Παμπρόεδρο. Με ανεγνώρισε ως ‘ο αντάρτης’. Μα, έτσι ακριβώς δεν όρισα το χιούμορ, τον αντάρτη μας γέλωτα;

 

Το οποίο χιούμορ βεβαίως ανθεί σε απολυταρχικά καθεστώτα.

Στις ακρότητες της στυγνής δικτατορίας του φασισμού και του ναζισμού, δεν υπήρχε χιούμορ. Δεν γελούσες εύκολα να τους περιγελάσεις ανοικτά, όταν κινδύνευες να δεις την οικογένειά σου στο Άουσβιτς, να εκτελούνται ή στις φυλακές να βασανίζονται. Το χιούμορ ανθούσε στις εποχές της παρακμής του καθεστώτος, ήταν δείγμα πια της αδυναμίας της εξουσίας. Στη ναζιστική Γερμανία του ’30 υπήρχε το «φλούστερφιτς» (;) που σήμαινε ψιθυρισμός. Αλλά το ανοικτό χιούμορ αυτό αναδύεται όταν διαφαίνεται ότι το καθεστώς καταρρέει και ότι μπορεί  να υπάρξει η ανατροπή. Το “χαιρετίσματα στην εξουσία” ως σκώμμα της ήταν ακριβώς αυτό, ‘αποχαιρετισμός’ της.

 

Το ίδιο συνέβη και στην Σοβιετική Ένωση;

Έριξαν τα αστεία τον κομμουνισμό; Άνθισε στην Σοβιετία το πολιτικό ανέκδοτο. Γράφτηκαν και διδακτορικά γι’ αυτό. Αλλά για χιούμορ δεν εκτελέστηκε κανείς. Στα γκούλαγκ εστάλησαν 200.000 άνθρωποι βεβαίως, για τα ανέκδοτα, πιο πολύ σαν ένας γάργαλος του καθεστώτος, ενάντια στον γάργαλο εναντίον του. Ποιος θα γελάσει τελευταίος. Ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο Ιωσήφ Στάλιν γελούσε με τα ανέκδοτα, το ανέκδοτο με την πίπα του Στάλιν, τι χαμπέρια βρε Μπέρια, ήταν το αγαπημένο, το εμβληματικό πια του σοβιετικού ανεκδότου. Ένα από τα πιο ωραία αστεία που βγήκαν στα γκούλαγκ ήταν το εξής: τρεις φυλακισμένοι συζητούν για τους λόγους τους οποίους φυλακίστηκαν.

Λέει ο ένας «εγώ φυλακίστηκα γιατί πήγαινα 5’ καθυστερημένος στη δουλειά μου και καταδικάστηκα για υπονόμευση του σοσιαλισμού». Λέει ο δεύτερος «εγώ πήγαινα στη δουλειά 5’ νωρίτερα και καταδικάστηκα για κατασκοπεία». Λέει κι ο τρίτος «εγώ ερχόμουν ακριβώς στην ώρα μου, αλλά καταδικάστηκα γιατί υποψιάςτηκαν ότι είχα δυτικό ρολόι» (γέλια). Το πιο τραγικό, κλωτσιά στο στομάχι (κυριολεκτώντας). Η γρηά στα χιόνια, έξω από το κρεοπωλείο. Κοιτά μια την άδεια τσάντα, μια το κρεοπωλείο, μια την ουρά έξω από το κρεοπωλείο. Κι αναρωτιέται: “Δεν θυμάμαι. Περιμένω να μπω, ή μόλις βγήκα;” Ή, το άλλο, της γρηάς πάντα, στο κρεοπωλείο: “Δεν θυμάμαι, ήρθα για να μην βρω μπιφτέκια, ή μα μην βρω σαλάμι;” Μνήμη όμως, η ξεχασιάρα γρηά!

 

Πάντως το χιούμορ είναι ένας καλός τρόπος να πούμε αλήθειες.

Εμείς στον κόσμο: η γνώση. Η αλήθεια. Η πραγματικότητα, μονολιθική μονοκόμματη, άτεγκτη. Αναγκαία. Εμείς στον κόσμο: η πράξη, ελεύθερη, δημιουργική, ευφάνταστη,  απελευθερωτική. Το χιούμορ είναι ο διάλογος της πράξης μας με τον κόσμο, είναι πράξη ελευθερίας. Είναι το γκράφιτί μας, η προσωπική μας ανθρώπινη σφραγίδα πάνω στον ακίνητο σιωπηλό τοίχο της πραγματικότητας. Θα πρέπει να ήταν κάτι οξύμωρο ο πληθυντικός της λέξης ‘αλήθεια’, αν σημαίνει πιστή αναπαράσταση της μίας, άλλωστε, πραγματικότητας.

Οι αλήθεια του χιούμορ είναι αυτή η δημιουργική μας παρέμβαση στην πραγματικότητα, η διακρίβωση ή πρότασή μας για το “άλλο” της. Εδώ το χιούμορ, έκφραση δημιουργικής φαντασίας, προσωπική εκτύπωση της δικής μας παλέτας στην αδιάφορη για μας πραγματικότητα ερωτοτροπεί με την καλλιτεχνική φαντασία. Ο Καντ δίνει τον ορισμό του για το χιούμορ στην Τρίτη Κριτική του, αυτή της αισθητικής δημιουργίας και της φαντασίας. Αντίσταση ενάντια στον μονόλογο της πραγματικότητας, αλλά και σε αυτόν της εξουσίας, στα ανθρώπεια, η αλήθεια του χιούμορ δεν είναι η επιστημική αλήθεια, αλλά αγωνιστική.

Το χιούμορ είναι στην φύση του επίκαιρο. «Ο καιρός του γελάν» που λέει και ο εκκλησιαστής στην Αγία Γραφή. Όταν διαβάσεις ένα αστείο που έχει τίτλο «Εδώ γελάτε», δεν γελάμε. Το παίρνουμε για να το πούμε σε κάποιους άλλους. Το χιούμορ είναι κοινοτικό, κοινωνικό, διαλογικό. Το χιούμορ αναζητά επιβράβευση στα χείλη του ακροατή. Άρα το ζωντανό χιούμορ είναι το προφορικό και όχι το γραπτό, το οποίο είναι μια κονσέρβα. Ως αποκάλυψη του ‘νέου’ που προτείνει στους άλλους η φαντασία μας, η διαλογική αυτή ανα-κοίνωση συνιστά κοινωνία της αλήθειας μας.

 

Λειτουργεί κυρίως για σκοπούς καταγραφής, ως ντοκουμέντο.

Ακριβώς. Λέμε «αυτός λέει καταπληκτικά αστεία» και όχι «γράφει». Η διαφορά του καλού χιουμορίστα είναι η παράδοση, η ερμηνεία, όχι μόνο η αναφορά του αστείου.Είναι λεκτικό, κοινωνικό, ένας τρόπος να ζήσουμε μαζί. Η πρώτη μας παρέμβαση στον κόσμο είναι το κλάμα. Όταν κοπεί ο ομφάλιος λώρος έχουμε το πρώτο μοναχικό μας κλάμα. Ενάμιση μήνα μετά (40 ημέρες λέει ο Αριστοτέλης) το νήπιο γελάει. Οι Ινδιάνοι Ναβάχο έκαναν γιορτή καλωσορίσματος του παιδιού στην κοινότητα. Το γέλιο λοιπόν ήταν ο τρόπος της αναγνώρισης του ανθρώπου ότι ζει πλέον μαζί με τους άλλους.

 

Άρα το γέλιο σηματοδοτεί την επιστροφή μας στην αγέλη. 

Ναι, γι’ αυτό και γιορτάζεται και στον Αριστοτέλη και στους Ναβάχο και σε αρκετές φυλές των Βραζιλιάνων. Το γέλιο είναι κοινωνικό. Κανείς δεν γελάει μόνος του, μόνο οι τρελοί. Οι αρχαίοι Έλληνες όμως είχαν βρει κι ένα άλλο κόλπο γιατί δεν τους αρκούσαν μόνο τα απόλυτα, ήθελαν και τα ενδιάμεσα: τον κλαυσίγελω.

Ακούμπησες το βασικό της δικής μου φιλοσοφίας του χιούμορ. Το πρώτο μου βιβλίο επί του συγκεκριμένου λεγόταν «Γελάσωμεν ίνα θρηνήσωμεν». Αντιστροφή του χριστιανικού ‘θρηνήσωμεν ίνα γελάσωμεν’, θρήνος και επώδυνη άσκηση τώρα, στην προσδοκία κι επένδυση του ετεροχρονισμένου …punchline της Δευτέρας Παρουσίας. Θυμηθείτε την απαγόρευση της κωμωδίας από τον δολοφόνο τυφλό καλόγερο Χόρχε, στο Όνομα του Ρόδου, του Ουμπέρτο Έκο.

Ο φιλόσοφος, αντέτεινα, γελά τώρα διότι κλαίει τώρα, όπως ο Νίτσε ζητούσα την αιτία ύπαρξης του γέλωτος στην τρομερή δυστυχία της ανθρώπινης συνθήκης, ως αντίσταση κι εξέγερση σ’ αυτήν. Γέλως και κλάμα συμφύρονται στην ανθρώπινη συνθήκη. Θα σε παραπέμψω στους κλόουν, οι οποίοι έχουν συνεχώς στο πρόσωπό τους εκείνη τη σύνθεση του γέλωτος και του κλάματος. Μάλιστα, κάποτε υπήρξε μια ηθοποιός στην Ελλάδα η οποία υποκρινόταν πολύ καλά ότι ξέρει να υποκρίνεται καλά, κι η οποία αρέσκετο να υποδύεται τον κλόουν. Ήταν το γέλιο της σαν κλάμα, ή η ηθοποιΐα της για κλάματα; Προκειμένου να καταλάβουμε ότι γελάει και κλαίει ταυτόχρονα, είχε ζωγραφισμένα δυο δάκρυα στα μάτια. Το κορίτσι δεν μπορούσε να βοηθήσει περισσότερο…

 

Να μην πούμε το όνομά της;

Να το πούμε. Λεγόταν Αλίκη Βουγιουκλάκη. Συμπαθέστατη, ωστόσο, όταν δεν έπαιρνε τον εαυτό της στα σοβαρά.

Λοιπόν;

Φιλοσοφικά, πάντως, το έβλεπε καλά: ως κλόουν γελάς και κλαις ταυτόχρονα. Μάλιστα, ξεχωρίζει στην θεατρολογική εικονολογία η κλισέ φράση «the clown did it». Όπως είχε πει κάποιος, δεν υπάρχει πιο τρομακρικό πράγμα από έναν κλόουν τα μεσάνυχτα. Πόση απειλή κρύβει εκείνο το γέλιο, πόση δυστυχία των θυμάτων του να προεξοφλεί η θλίψη κάτω από την κωμικότητα; Εξ άλλου, το γέλιο είναι και βιολογικά ο ανεστραμμένος θρήνος. Στο παλίνδρομο, καρκινική αντιστροφή του χα-χα, το αχ-αχ του κλάματος κινεί τους ίδιους 15 μυς του προσώπου, η μάσκα της κωμωδίας είναι η ανεστραμμένη εικόνα αυτής της τραγωδίας. Στην μάσκα του κλόουν συμφύρονται και οι δύο μάσκες, του γέλωτος και του θρήνου, της παραμυθίας και της απειλής.

 

Ενέπνευσε αυτή η ιστορία στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.

Βέβαια. Δίνω έκταση στο βιβλίο στην εξιστόρηση του δολοφονικού Hobo the Cown, στην εποχή της Αμερικανικής Ύφεσης,  η φάτσα που απαθανάτισε ο Τσάρλυ Τσάπλιν. Και άλλα copy cat παρακλάδια της. Υπάρχει, πχ,  η ιστορία ενός επαγγελματία κλόουν ο οποίος είχε διαπράξει 33 στυγερές δολοφονίες μικρών αγοριών, αλλά δεν ήταν ο μόνος. Αρκετοί στυγεροί δολοφόνοι συνελήφθησαν φορώντας τη στολή του κλόουν. Ένας από αυτούς, μάλιστα, στην απολογία του κατά τη διάρκεια της δίκης είπε το κλασικό «the clown did it». Η προσωπικότητά του είχε υφαρπαγεί από ένα κλόουν που τον χρησιμοποιούσε για τα εγκλήματά του. Ανατριχιαστικό. Από εκεί πήρε ο τρομολάγνος Steven King το «it» για τον τίτλο του ομώνυμου βιβλίου του. Ή, τον έβαλε ένας κλόουν να το γράψει. Ιστορίες τρόμου.  Μπρρρ… Λέτε, η Βουγιουκλάκη; Αποκλείεται!

 

Πάμε πίσω στον τρελό που διαφέρει από το συνάφι.

Εκείνος που ξεχωρίζει και γελά είναι εκείνος που έχει την ελευθερία να σχολιάσει με το λόγο του τα πάντα, όντας στην πραγματικότητα ένα «τίποτα», σκιά των πάντων και μη διεκδικώντας τίποτα, αφού η λογική του ωφελιμισμού είναι ένας τρόπος υποταγής στις πραγματικότητες. Αυτός ο πάντα άλλος ήταν ο γελωτοποιός του βασιλιά, το άλλο «όλον». O jester. Όταν είσαι κάτι περιορίζεσαι και πρέπει να είσαι συμβατός και συνεπής με αυτό. Όταν είσαι έξω από όλα, μπορείς να τα σχολιάσεις. Αυτός είναι ο φιλοσοφικός γέλως. Πάντα οι βασιλιάδες είχαν έναν γελωτοποιό ο οποίος μπορούσε να σχολιάσει τα πράγματα, καθότι τρελός.

Πίσω από την τρέλα του έκανε τις πιο σοφές παρατηρήσεις. Οι συνετοί ‘τρελλοί’, όπως ο Rahere του Ερρίκου του ‘Α, αποκτούσαν δύναμη και χρήμα. Ως ευεργέτης ο Rahere έκτισε και δώρισε στο Λονδίνο το περίφημο Νοσοκομείο του St Bartholomew, Ο πιο γνωστός γελωτοποιός στο δράμα, είναι αυτός του Βασιλέως Ληρ. Όσο ο «κατεβαίνει» με τα σφάλματά του ο βασιλιάς, τόσο ανεβαίνει ο τρελός και αποκτά σοφία, οι ρόλοι αντιστρέφονται και στο τέλος γίνεται τρελός ο βασιλιάς και σοφός ο γελωτοποιός. Ωστόσο, αποκτώντας το βάρος τού να έχει απόλυτη λογική, ο γελωτοποιός καταλήγει στη σιωπή. Πλέον δεν μπορεί να κρίνει με την αλήθεια. Δύο άνθρωποι είχαν το δικαίωμα να πουν την απόλυτη αλήθεια στον βασιλιά: ο γιατρός και ο γελωτοποιός.

 

Εσύ πάντως δεν δηλώνεις και πολύ σοβαρός άνθρωπος.

Έτσι τουλάχιστον συστήνομαι στην πρώτη πρόταση του ‘Αστείον είναι.” Αντοδιαστέλλοντάς το προς την τραγικότητα που δείχνει το periculum vitae μου, δηλαδή τα δράματα, οι καταστροφές της ζωής μου. Άπους, άπαις, άπαικτος, το δίνω σε τρείς λέξεις, σαν επιτύμβιο επίγραμμά μου. Διεκδίκησα στο βιβλίο μου, και στον τρόπο του κριτικού είναι μου το ελεύθερο του τρελλού. Στον τόπο της μοχθηρίας όπου κάποτε εργαζόμουν,  είχα αναρτήσει στον τοίχο πίσω μου αφίσσα από τον Rigoletto, που είχε ανέβει στο Covent Garden, με τίτλο Le Roi S’ Amuse. Όταν κατέληξα στα δικαστήρια μαζί τους, ο τότε πολύς διευθυντής τους έβαλε στο κατηγορητήριο ότι ‘φορούσα περίεργα καπέλα’. Ο Le Roi δεν το είχε βρει και τόσο ‘amusing’, ο βασιληάς της παροικιακής δημοσιογραφίας, Τσούπρας λεγόταν, επ’ ονόματι αιπόλος, δεν το είχε βρει διασκεδαστικό, όπως ακριβώς η βασίλισσα Βικτωρία. Φοβού τους Αγέλαστους, προειδοποιούν τα βιβλία μου.

 

Θα μου πεις για το άλλο σου βιβλίο με τον τίτλο «Ακρεμώνες»;

«Ακρεμώνες» σημαίνει «ακρόκλαρα», οι οφθαλμοί ή μπουμπούκια,  υποσχέσεις της άνοιξης μέσα στην άγονη, νεκρή, σιωπώσα βαρυχειμωνιά. Της σκέψης και της καρδιάς. Στην αφορμή του τίτλου, μάλιστα, υπάρχει κάτι το εμπαικτικό, ένα πιο επιθετικό χιούμορ. Κάποτε, ήμουν σε ένα κολέγιο κι εξηγούσα τις αποφύσεις που υπάρχουν στους χαρακτήρες κάποιων γραμματοσειρών όπως η Time ή η Garamond, που τους κάνουν πιο χαρακτηριστικούς ‘χαρακτήρες’, πιο ευανάγνωστους, σε αντίθεση με γραμματοσειρές όπως τα Arial και το Helvetica που είναι πιο γυμνοί, τευτονικοί. Εξηγούσα λοιπόν, ότι αυτά τα «μπαστουνάκια» είχαν ονομαστεί στην με την εκπληκτική λέξη «ακρεμώνες». Τα ακρόκλαρα είναι οι υποσχέσεις της άνοιξης, της φρεσκάδας του μυαλού, της ελευθερίας σε άγονους καιρούς. Εξάλλου, ο τίτλος του βιβλίου μου είναι «Απανθίσματα κριτικού λόγου σε άγονους καιρούς». Ο κολλεγιάρχης μού υπέδειξε ότι ‘δεν υπάρχει η λέξη’ (που μόλις είχα λέξει) διότι ‘δεν υπάρχει στο Λεξικό Μπαμπινιώτη’. Αγωνιστικά κατά του αγόνου την έβαλα τίτλο του βιβλίου, με θαυμάσια φωτογραφία ακρεμώνων.

Ζούμε σε μια εποχή που τα πράγματα έχουν αντικατασταθεί από επιφάσεις παιδείας, επιφάσεις πραγμάτων, επιφάσεις καλλιέργειας. Μάλιστα, η καλλιέργεια θεωρείται ίδια όπως την καλλιέργεια της αγροτιάς: θερμοκήπια ανθρώπινης συμπεριφοράς, παραγωγή τρόπων ζωής. Στην ουσία, παράγουμε επιφάσεις πραγματικής ζωής. Ακόμα και η ελευθερία πωλείται προκάτ σε καταστήματα. Στο ράφι ‘ελευθερία’, δίπλα σε άλλες προκάτ συμπεριφορές της μόδας.  Οι συμπεριφορές υποβάλλονται μέσα από την διαφήμιση, ως αυτό που ‘πουλά’. Οι πετυχημένες διαφημίσεις ‘πουλούν τρελλά’, όποιος τους πάει κόντρα… ‘πουλά τρέλλα!’

Τι ζητάς λοιπόν;

Ζητώ από τον άνθρωπο να γυρίσει πίσω στον κριτικό λόγο και να δει τα πράγματα στο φως του άλλου τους, με τον ειρωνικό λόγο, την ανήσυχη ερωτηματική στάση. Μάλιστα, το πρώτο άρθρο που υπάρχει στο βιβλίο λέγεται «Ειρωνεία και πολιτική», δηλαδή η δυνατότητα να δούμε το λόγο του πολιτικού σαν αυτό που πραγματικά είναι: ένας λόγος ευπώλητος, ψιμύθια και φινιρίσματα κάτω από τα οποία κρύβει την πραγματικότητα. Η επιφάνεια του πολιτικού σήμερα παραπέμπει, μένει δηλαδή μόνο στην επιφάνεια, στην ρηχή τύρβη του εφήμερου και του τυχαίου, δεν ζητείται και δεν υπάρχει το βάθος, καν ως υποψία.  Ζητώ να γδέρνουμε και να γδύνουμε αυτή την πραγματικότητα των επιφάσεων. Αυτό, φυσικά, λέγεται ελευθερία. Ή, να το πω ‘τρέλλα’;

 

Γκρινιάζουμε για την ποιότητα της Παιδείας χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε όμως ότι η ουσία της θα πρέπει να είναι η καλλιέργεια κριτικού πνεύματος.

Ζούμε σε μια εποχή μεταμοντερνισμού, δηλαδή σε μια εποχή παραίτησης από τα προτάγματα της αλήθειας, των θεμελίων, των βασικών συστατικών που εξηγούν και στηρίζουν άλλες αλήθειες, το πρόταγμα των αρχαίων μας φιλοσόφων, τού να πας κάτω από την πρόφαση των πραγμάτων και να περάσεις από το φαίνεσθαι, τη διαφήμιση και το αμπαλάρισμα στο «είναι». Ζούμε στην επιχή της ‘καταστροφής της πραγματικότητας’, ως αξίας κι ως…  πραγματκότητάς της. Ένα από τα άρθρα του βιβλίου αρύστηκετηκε από τις συζητήσεις στις απεργίες των εκπαιδευτικών που έγιναν πρόσφατα στην Κύπρο κι έχει τίτλο «Παιδεία ή παιδιά;». Πιστεύω ότι έχουμε την πιο απαίδευτη Παιδεία και δεν απολογούμαι στους καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης γι’ αυτό που λέω. Οι άνθρωποι αυτοί είναι μεταπωλητές, μεταπράτες ενός curriculum. Η πραγματική Παιδεία δεν είναι ο κριτικός λόγος χωρίς γνώση, η ‘επίφαση’ κριτικού λόγου, στο κενό της γνώσης. Είναι να ακουμπήσεις τα πράγματα, η intentia recta των σχολαςτικών αριστοτελιστών, να πας προς τα πράγματα ‘καθ’ εαυτά’, να αποκτήσεις όσο το δυνατόν περισσότερη γνώση, να κατανοήσεις τη διαφορά του βαθύτερου από το επιφανειακότερο, την αιτία και το αιτατό στην σωστή τους κατεύθυνση, το εξηγούν από το εξηγητέο, να δεις τις βαθιές λογικές σχέσεις των πραγμάτων και τις αληθινές έννοιες. Αυτό γίνεται μόνο με βαθιά τριβή με τα πράγματα. Η ‘γνώση διακριβώνει ομοιότητες’, καθολικές κι αναγκαίες προτάσεις, έδειξε στο Όργανο ο Αριστέλης, η κρίση όμως διακρίνει διαφορές, είναι διάκριση, έπεται και κτίζει πάνω στην γνώση. Πώς λέγονταν κάποτε οι καθηγητές; Παιδοτρίβες. Παιδεία η τριβή με τα πράγματα. Οι σχολαστικοί, με τον Ακυινάτη υπεδείκνυαν ‘primus endocere, deinde judicari’, “πρώτα διδάξου μάθηση και μετά κρίνε”. Σήμερα λέμε (κατ’ επίφασιν) ότι θα μάθουμε κριτική σκέψη επειδή ο καθηγητής απελευθερώνεται από την υποχρέωση να διδάξει πραγματικά βαθιά Παιδεία. Αν κουβεντιάζεις απλά περί Παιδείας, τότε αυτή γίνεται παιδιά. Σκέτο μπλα-μπλα που… απομπλακώνει.

 

Κι όμως, όποιον κι αν ρωτήσεις θα σου πει ότι η λύση βρίσκεται στην Παιδεία. Αφού το παραδεχόμαστε, γιατί δεν αυτοκαλλιεργούμεθα άμα τη συνειδητοποιήσει;

Πάνω στην Παιδεία,  όπως υπέδειξα, χτίζεται η κριτική σκέψη, αλλιώς ό,τι προφασιζόμαστε ως κριτική σκέψη είναι κενή, απλή επίφαση, άδειος διάλογος. Από την άλλη, δυστυχώς, ζούμε σε έναν τόπο απαίδευτο, άβιβλο τόπο, στην πολυ-άσχολη Κύπρο, τον Φοινικήιον τόπο του χρηστικού και του κερδώου, όχι της σχόλης που χρειάζεται το πνεύμα, στο έτυμο, άλλωστε, του σχολείου. Έζησα στο εξωτερικό 30 χρόνια. Έφυγα από τα κυπριακά σχολεία για το Αθήνησι έχοντας πρωτεύσει στις εισαγωγικές,  αλλά φτάνοντας στο εξωτερικό κατάλαβα ότι ήμουν ο πιο αγράμματος. Μου έμεινε ως πρόταγμα ζήτησης της πραγματικής αξίας αυτή η διάσταση, αυτό το αξιακό χάσμα. Έπρεπε να μείνω τόσα χρόνια, να σπαταληθώ εκτός Κύπρου για να αποκτήσω κουλτούρα βιβλίων: πηγαίνοντας από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο, περιπατητικός στην Charing Cross των βιβλιοπωλείων κι όχι μόνο, πέρα από τα πανεπιστήμια τα οποία δίνουν μεθοδευμένη γνώση. Στην τριβή με τα βιβλία. Λοιπόν, η πραγματική γνώση έρχεται ακριβώς με την τριβή σου με τα πράγματα, με τα βιβλία, με τον διάλογο, όντας αναμεμειγμένος μέσα στη θάλασσα των διαλόγων. Είχα υποδείξει σε άρθρο μου στους συνδικαλιστές εκπαιδευτικούς ότι “δεν θα λύσει ο συνδικαλισμός τα προβλήματα της παιδείας, αλλά η Παιδεία τα συνδικαλιστικά προβλήματα. Παρόμοια, κύριοι πολιτικοί, δεν θα λύσει η πολιτική τα προβλήματα της παιδείας, αλλά η Παιδεία τα πολιτικά σας προβλήματα. Την πολιτική ως πρόβλημα.”

 

Να και κάτι άλλο που δεν κάνουμε: διάλογο.

Κάνουμε κάτι χείρον, διαλογική (-δήθεν) συμμόρφωση. Ο Κύπριος θέλει να είναι αρεστός, να είναι αποδεκτός. Θέλει να δείχνει ότι η μόρφωσή του είναι ακριβώς «διαμόρφωση», ότι ανταποκρίνεται σε ό,τι θέλει ο άλλος. Λειψός στο προσωπικό μέτρο, την μελετημένη σιγουριά της αυταξίας, ζητεί την επικύρωση από τα έξω. Δεν υπάρχει ο κριτικός και ο είρων λόγος, ο λόγος που «κλωτσάει» αυτό που του δίδεται. Ο Κύπριος φοβάται. Ίσως να φταίει η Ιστορία του τόπου ο οποίος είχε πολλά αφεντικά. Αν διαβάσετε την Ιστορία του νησιού, οι παλιοί τύραννοι έστελναν τις πιο «χατζηαβάτικες» επιστολές στους γύρω βασιλείς, τις πιο υποτακτικές.

Ο Κύπριος δεν τολμάει να ταράξει τα νερά. Ενώ ο Ελλαδίτης Έλληνας ήταν το αντίθετο. Ίσως γι’ αυτό η Ελλάδα δεν πάει πολύ καλά οικονομικά, γιατί αντιδρά και αντιστέκεται στα ξένα κελεύσματα, τα  μέτρα. Αυτή είναι και η κριτική σχολή σήμερα, ξέρεις: όταν σου δείχνουν κάτι με το δάχτυλο, εσύ να κοιτάς το δάχτυλο και να έχεις την υποψία γιατί το δάχτυλο να σου δείχνει προς τα εκεί. Υπάρχει στην φύση αρχαιόθεν του Έλληνα η δυσανασχέτηση να δεχτεί τους ταγούς της αλήθειας και της δύναμης. Η περιέργεια, η ζήτηση. Πάντα παιδιά είστε, είπε στον Πλάτωνα ο Αιγύπτιος ιερεύς. Παιδιά που θέλουν να μαθαίνουν, στην τριβή με την παιδεία.

 

Αυτό είναι ανυποταξία και αντίσταση ή αδράνεια;

Αδράνεια, στην επιστήμη, σημαίνει συνέχιση της κινητικής κατάστασης. Μείνε όπως είσαι. Η ζήτηση ή διακρίβωση του ‘άλλου’ πίσω από την ταυτότητα, η ειρωνεία, είναι αντίσταση. Είναι συνεχής κίνηση.

 

Αδράνεια σήμερα σημαίνει μάλλον ότι κοιμάσαι όρθιος.

Εφησυχάζει ο Κύπριος. Ακόμα και ο Ζήνωνας στην Αρχαία Κύπρο τι ήταν; Ένας ησυχαστής, ένας στωικός που έγινε φιλόσοφος στην Ελλάδα και όχι στην Κύπρο. Πήγε για να πουλήσει πορφύρα, αλλά το καράβι του βούλιαξε. Μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο, τρελάθηκε με τα βιβλία (όπως κι εγώ όταν πήγα στην Ελλάδα) και είπε το περίφημο: «Νυν ευπλόηκα, ότε νεναυάγηκα», τώρα βρήκα την ρότα μου, όταν ναυάγησα. Και μάλιστα, ήταν και τζαμπατζής, διδάσκοντας στην δημόσια γκαλερύ, την Ποικίλη Στοά στην Ακρόπολη. Όθεν Στωικός. Μην τα ισοπεδώνω όμως. Είχε επί επταετία δάσκαλο τον Κυνικό Κράτητα, και δίδασκε στην κοιτίδα της Φιλοσοφίας Αθήνα, το χωνευτήρι των ιδεών. Δεν ήταν Στωικός της Ρωμαϊκής εποχής, των εύληπτων, ευμάσητων ηθικών παραγγελμάτων του πώς να ζεις καλά, όπως ο Επίκτητος ή ο Μάρκος Αυρήλιος, κλεισμένος στο καβούκι της ατάραχης ζωής σου.

 

Υποψιάζομαι ότι σύρετε αναλογίες με την σημερινή μας εποχή

Ναι, ακριβώς κάτι παρόμοιο. Σε καιρούς πάντα απαξίωσης του ατόμου ως πολίτη, εστερημένου από την αίσθηση ότι μπορεί με τον κριτικό λόγο και την πολιτική πράξη να επηρεάσει τους ανέμους των καιρών που τον ορίζουν και τον παρασέρνουν. Ζητούσε τότε, ζητεί σήμερα τρόπους να ‘διαχειριστεί’ τον εαυτό του στις περιστάσεις που τον ξεπερνούν. Στρέφεται στους αυτοπρόβλητους ‘γκουρού’ της αυτοβοήθειας, τους τηλεοπτικούς ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παραψυχολόγους, διατροφολόγους, αστρολόγους κι ονειροκρίτες και κάθε λογής προφήτες της ” ‘self- help’ προσωπικής ευεξίας, της feel-good ευτυχίας, της ευτελούς εκδοχής που υποκατέστησε με τα τηλεοπτικά της «mumbo-jumbo» υποπροϊοντα την ‘ευδαιμονία’ της εκπληρωμένης, γεμάτης, αυτονοηματοδοτούμενης  ζωής.

Θυμούμαι, στο Λονδίνο, όταν πήρε την κατηφόρα το αρχικά φιλόδοξο βιβλιοπωλείο Borders, και αυτοϋποβαθμιζόμενο, dumbing-down, στα ευπώλητα, αντικατέστησε την γόνδολα με τα φιλοσοφικά βιβλία από βιβλία “mumbo-jumbo” αυτοβοήθειας, κάτω από μια τέτοια προκλητική πινακίδα του self-help.

Αντέδρασα με ειρωνική υπονόμευση, subversion. Πλησίασα την κοντινή στα ράφια πωλήτρια και την ρώτησα αθώα: ‘excuse me, can you please help me to the self- help department? Μπορείτε να με βοηθήσετε προς τα ράφια αυτοβοήθειας; Σήμερα ανοίξτε την τηλεόραση, κι οξύμωρα… βοηθηθείτε από τους γκουρού της αυτοβοήθειας. Βοήθεια! Ποιος θα μας βοηθήσει να ξεφύγουμε, αβοήθητους στο έλεος της  αυτοβοήθειας;

 

46024678_357290205039767_5836556222471340032_n
*Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα ραδιοφωνικού λόγου από το Ράδιο Πρώτο και την εκπομπή “Όλα στο φως” την Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018. Όλα συνέβησαν από τις 12:14 μέχρι τις 13:01.

Σχολιαστε