CITYZENS

ΜΙΧAΛΗΣ ΒΡ.

Η πολυθρόνα

03.12.2014

Στην ταράτσα της πολυκατοικίας έχει ανεβάσει μια πολυθρόνα. Τη μάζεψε ένα βράδυ καθώς περπατούσε στα σκοτεινά σοκάκια της πόλης. Ήταν παρατημένη δίπλα σε ένα βουνό από σκουπίδια.

Την υπολόγισε καμιά σαρανταριά χρονών. Κουβάλησε την πολυθρόνα μέχρι το διαμέρισμα. Το ασανσέρ τη χώρεσε εύκολα. Τα πόδια της ήταν ξύλινα, καθόλου φαγωμένα και το μόνο που έλειπε ήταν η μαξιλάρα του καθίσματος. Ούτε σκισμένη, ούτε σπασμένη. Η φλοράλ ταπετσαρία της απλώς ξεθωριασμένη από το χρόνο.

Το επόμενο πρωί τη σαπούνισε σχολαστικά με υγρό των πιάτων, την έπλυνε και την άφησε να στεγνώσει στον καλοκαιρινό ήλιο. Το απόγευμα ανέβηκε στην ταράτσα και την τοποθέτησε στην πιο κρυμμένη γωνιά. Πίσω απ’ το δωμάτιο του κλιμακοστασίου και κοντά στο κάγκελο του περιτοιχίσματος. Στην άκρη. Να μπορεί να απλώνει και να βολεύει τις ποδάρες του. Της ταίριαξε κι ένα μπαστάρδικο, μεγάλο, μαξιλάρι στο κάθισμα και την εγκαινίασε αράζοντας. Με ένα σωστό μοχίτο στο χέρι, χαζεύοντας από ψηλά τη θέα.

Απ’ την ταράτσα  δεν βλέπει ούτε βουνά, ούτε δάση. Κανένα πάρκο. Δεν αγναντεύει θάλασσα. Η θέα του είναι μπετόν και σκουριασμένα μοτέρ κλιματιστικών. Γκρίζο. Κατεβασμένα ρολά και θλιμμένα παντζούρια. Ντεπόζιτα, ηλιακοί θερμοσίφωνες, δορυφορικές κεραίες. Ξένες στέγες και ταράτσες χαμηλότερες. Τα μόνα αισιόδοξα χρώματα, τα εντοπίζει στα απλωμένα σώβρακα του γείτονα. Και στον ουρανό.

Πριν να μπει ο χειμώνας, τα απογεύματα όταν σχολάει,  ανεβαίνει στη ταράτσα της πολυκατοικίας. Κατά κάποιο τρόπο, αποχαιρετά τη μέρα που χάνεται. Η ώρα που σουρουπώνει είναι η αγαπημένη του. Όλα καλμάρουν και τα χρώματα του ουρανού είναι μαγεία. Απολαμβάνει τη μάχη που δίνει ο ουρανός, ο ήλιος, κόντρα στο μουντό αστικό περιβάλλον. Την ώρα της δύσης τους ήλιου, ταξιδεύει καθισμένος στην πολυθρόνα του. Μαζί με δυο γλάστρες - ένα βασιλικό και ένα κακτοειδές φυτό που δεν έχει ιδέα πως λέγεται- συντροφιά. «Βλέπει» το ηλιοβασίλεμα πίσω από τις πολυκατοικίες.

Και όταν νυχτώνει, ο έναστρος ουρανός είναι αποκάλυψη από την ταράτσα. Οξύμωρο μα αισθάνεται τυχερός. Ζει σε μια πόλη απ’ όπου τα βράδια, σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά, μπορεί να διακρίνει τα αστέρια. 

Και το καλοκαίρι πέρασε, μπήκε ο χειμώνας. Η πολυθρόνα του εκεί, ψηλά. Σκεπασμένη με ένα χοντρό νάιλον για προστασία.

Χτες ήταν στις μαύρες του. Η σκέψη του είχε κολλήσει. Δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του. Το στομάχι του ήταν δεμένο σαν κόμπος. Κοιτούσε το κινητό του και περισσότερο νευρίαζε. Ούτε ένα μήνυμα. Κανένα σημάδι, λέξη καμία.

Την περασμένη Δευτέρα την πήγε στο αεροδρόμιο. Όπως της είχε υποσχεθεί το βράδυ, τις προάλλες, που γνωρίστηκαν. Εκείνη ξέσπασε σε γέλια. «Με γνώρισες πριν δυο ώρες και θα με πας στο αεροδρόμιο;» τον αμφισβήτησε.

Σταμάτησαν έξω από την αίθουσα αναχωρήσεων. Λονδίνο για δώδεκα μέρες. Σε φίλους. Άνοιξε την πόρτα. Τον αποχαιρέτησε  με ένα γλωσσόφιλο που ακόμα είναι βιδωμένο στο μυαλό του, μαζί με τη γεύση της. Έμεινε και την χάζευε όπως περπατούσε  τραβώντας τη βαλίτσα της. Δεν έβαζε μπρος το αμάξι, δεν έφευγε. Μέχρι που κοντοστάθηκε, γύρισε και τον χαιρέτισε υψώνοντας το χέρι της. «Θα μιλήσουμε σύντομα» του φώναξε με νάζι.

Από την περασμένη Δευτέρα τίποτε. Κι αυτός να καίγεται. Να μη συγκεντρώνεται. «Ρε τι πάθαμε» μονολόγησε καθώς έβαζε τα κλειδιά του στην πόρτα.

Μπήκε σπίτι, άναψε τα φώτα. Δεν έβγαλε το παλτό του. Έριξε ξανά μια ματιά στο κινητό. «Αρχίδια».  Έστριψε ένα τσιγάρο. Θα ανέβαινε στην πολυθρόνα. Έβαλε στην τσέπη  το φανάρι του.

 Ήταν περασμένες οχτώ. Η θερμοκρασία χαμήλωσε αισθητά. Τράβηξε το νάιλον σκέπασμα από την πολυθρόνα. Έστρεψε το φανάρι χαμηλά προς τις γλάστρες. Τα φύλλα του βασιλικού κιτρίνισαν. Άναψε το τσιγάρο και βούλιαξε στην πολυθρόνα. Έσβησε το φανάρι. Το σκοτάδι ήταν βαθύ. Στον ουρανό δεν διακρινόταν κανένα αστέρι μήτε το φεγγάρι. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του. Όσο προσπαθούσε να τη βγάλει από το μυαλό του, τόσο εκείνη έκανε κατάληψη στο κεφάλι του. Λαχταρούσε να ακούσει τον γαμημένο τον ήχο του μηνύματος στο κινητό του και να διαβάσει το όνομά της.

Από την εσωτερική τσέπη του, έβγαλε το μισογεμάτο φλασκί.  Ήπιε μια γουλιά ουίσκι. Όπως ήταν στην πολυθρόνα, ήθελε να σηκωθεί και να φωνάξει, να ακουστεί μέχρι το Σόχο. 

Σηκώθηκε αλλά δεν φώναξε. Πλησίασε στην άκρια της ταράτσας. Δεν πίστευε στα μάτια του. Από κάπου έβγαινε φως. Κρατήθηκε από  το κάγκελο. Ένα ανοιχτό  παντζούρι φώτιζε σαν φάρος μέσα στο μαύρο. Ήθελε να σιγουρευτεί. Από το παράθυρο φαινόταν καθαρά το σαλόνι ενός διαμερίσματος.  Φωτισμός ζεστός. Στρωμένο τραπέζι για τέσσερις. Μια καράφα με κρασί και μερικά κεριά έκαιγαν. Χαμογέλασε.  Στα δυο χρόνια που ανεβαίνει στην πολυθρόνα,  πρώτη φορά είδε ανοιχτό παράθυρο.

Σχολιαστε