CITYZENS

ΜΙΧAΛΗΣ ΒΡ.

Καλημέρα ρε

21.01.2015

Ξύπνησε κι έκανε ότι κάνει κάθε πρωί πριν ξεκινήσει για τη δουλειά του. Κατέβηκε κρατώντας το χάρτινο ποτήρι με τον καφέ του. Ήταν ένα κρύο και μουντό πρωινό.
 

Στο παρκινγκ συνάντησε τον γείτονα. Ο χώρος στάθμευσης του αυτοκινήτου του, είναι δίπλα στον δικό του. Δεν γνωρίζει το όνομα του, δεν ξέρει σε ποιο διαμέρισμα κατοικεί μήτε τι καπνό φουμάρει. Ούτε και τον ενδιαφέρει να μάθει.

Έτυχε να τον πάρει δυο-τρείς φορές το μάτι του, καθώς έφευγε με το βαν του. Σήμερα τον πέτυχε πριν να μπει στο βαν. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρυσε. Ο πρώτος άνθρωπος της ημέρας του. Πέρασε δίπλα του, στα δυο μέτρα. Τον καλημέρισε. Συνηθίζει να καλημερίζει τους ανθρώπους το πρωί. Συχνά καλημερίζει και τα ζώα, όπου και όταν συναντήσει. Τα ζώα δεν του απαντάνε πίσω αλλά καμιά φορά ανταποκρίνονται με τον τρόπο τους. Ο γείτονας δεν απάντησε. Λέξη δεν έβγαλε. Δεν άλλαξε καν ύφος το πρόσωπό του. Τίποτα. Άφησε την καλημέρα να πέσει κάτω. Ήταν μια απλή, γαμημένη καλημέρα.

Μπήκε στο αυτοκίνητο του. Από τον καθρέφτη, έβλεπε το βαν να αφήνει τον χώρο στάθμευσης. Ήπιε μια γουλιά απ’ τον ζεστό καφέ του. Κι άλλη μια. «Δεν γαμ…» πήγε να ξεστομίσει μα ίσα που πρόλαβε. Το τράβηξε πίσω. Με τη νέα χρονιά έβαλε στόχο να περιορίσει τις βρισιές. Κατ’ ακρίβεια έβαλε στόχο να μην ξεκινά τις βρισιές τόσο νωρίς το πρωί.

«Τι λογής άνθρωποι είναι όσοι τους λες καλημέρα και δεν σου απαντάνε;» σκεφτόταν ενώ έβαζε μπρος τη μηχανή του αυτοκινήτου. Ακόμα μια μέρα ξημέρωνε.

Σχολιαστε