CITYZENS

ΜΙΧAΛΗΣ ΒΡ.

Γκρίζες αίθουσες

07.04.2015

Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα αντιμέτωπος με μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα και με το βλέμμα της χλωμής δικαστίνας. Ήμουν ο μόνος όρθιος εκεί μέσα -εκτός βέβαια από τον κατηγορούμενο και τον δικηγόρο που αγόρευε εκείνη την ώρα. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να παλουκωθώ. Δεν μου πήρε παρά μερικές στιγμές, με την άκρη του ματιού μου εντόπισα τη μοναδική άδεια θέση. Είχα τις αμφιβολίες μου αν με χωρούσε μα θα σφήνωνα τον κώλο μου εκεί, με κάθε αντίτιμο.

Στα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν μέχρι το παλούκωμα μου στο παμπάλαιο, ξύλινο παγκάκι της δεύτερης σειράς, είχα κατεβάσει ρολά. Δεν έβλεπα τίποτα παρά μόνο τα βήματά μου. Περπατούσα προσεκτικά και σταθερά, προκειμένου να καθίσω όσο πιο αθόρυβα γινόταν δίχως να πατήσω κανέναν. Ταυτόχρονα απ’ όπου περνούσα, σώματα τραβιόντουσαν με σκοπό να βοηθήσουν την κατάσταση. Είχα την εντύπωση πως αυτό γίνεται μόνο στους στενόχωρους διαδρόμους των θεάτρων.

Σφήνωσα στο παγκάκι αφήνοντας έναν αναστεναγμό ικανοποίησης. Το κεφάλι μου δεν το σήκωσα καθόλου. Έμεινα σκυφτός με τα χέρια μου να κρατάνε τα γόνατά μου.

Μετά από λίγο ανέβασα το βλέμμα μέχρι την πλάτη του μπροστινού πάγκου. Είδα κάτι αρχικά -χαραγμένα με μαχαιράκι- μαζί με το σήμα της ειρήνης. Δίπλα, μια άλλη χαρακιά έγραφε με κεφαλαία «Απόλλων».

Το ρολόι μου έδειχνε 10:10. Η σειρά μου ήταν για τις 10:30 κατά πως με ενημέρωσαν την προηγούμενη. Έσκυψα και πάλι στο πάτωμα και έστριψα το κεφάλι αριστερά. Ένα ζευγάρι χοντροκομμένα, βρώμικα, παπούτσια ασφαλείας με κίτρινα κορδόνια ήταν δίπλα μου.

Μετά έκανα δεξιά. Η μύτη μιας μαύρης γόβας ήταν σε απόσταση αναπνοής από το τζιν μου. Τα πόδια ήταν σταυρωμένα με άνεση. Έμεινα να παρατηρώ τη γόβα και το στιλέτο τακούνι. Έδειχνε ακριβή. Λαμποκοπούσε. Μερικά εκατοστά ψηλότερα, το στενό μαύρο παντελόνι, αγκάλιαζε τη λευκή επιδερμίδα. Ήταν τόσο κοντό όσο έπρεπε, αφήνοντας τον αστράγαλο ακάλυπτο. Πάντα με έλκυαν οι ωραίοι αστράγαλοι. Έπειτα, εστίασα μπροστά, σ’ εκείνο το ιδιαίτερο σημείο  απ’ όπου ξεκινάνε τα δάκτυλα του ποδιού. Αφήνει η γόβα το γέννημα των δακτύλων σε κοινή θέα και μετά από ελάχιστα εκατοστά, τα καταπίνει, τα κρύβει ερμητικά. Έκλεισα τα μάτια σφιχτά και συνάμα ταρακούνησα το κεφάλι μου. Διασκέδασα κάθε μου σκέψη.

Κοίταξα όλο ευθεία, στην έδρα. Θαύμασα προς στιγμή την ικανότητα της στενογράφου που καθόταν κάτω από τη δικαστίνα. Στο εδώλιο ένας παππούς 90 ετών, στεκόταν με δυσκολία και άκουγε υπομονετικά τις κατηγορίες του. Οδηγούσε στο αντίθετο ρεύμα και δεν σταματούσε στα σήματα των αστυνομικών που τον κυνηγούσαν. Διακριτικά, κοίταξα δίπλα μου, την κοπέλα με τις γόβες. Το σοβαρό μαύρο σακάκι της, το λευκό πουκάμισο και η παραφουσκωμένη δερμάτινη τσάντα  που είχε μπροστά της, δεν άφηνε καμία αμφιβολία για το επάγγελμά της. Τα καστανά της μαλλιά ήταν πιασμένα ψηλά σε κότσο. Κάθε τόσο, με τα δάκτυλα του δεξιού της χεριού, έκανε πως τον ταχτοποιούσε. Ήθελα να της πω πως μια χαρά φαινόταν ο κότσος και πως δεν έπρεπε να ανησυχεί καθόλου. Την υπολόγισα κάπου στα είκοσι έξι. Ήταν προσηλωμένη στην εκδίκαση. Στα χείλη φορούσε κραγιόν κόκκινο. Ευτυχώς δεν πήρε πρέφα το χαζολόγημά μου -ή έτσι νομίζω δηλαδή.

Κοίταξα ξανά το ρολόι μου, έδειχνε 11:15. Βρισκόμουν ακόμα μέσα σ’ εκείνη τη γκρίζα αίθουσα και στο μυαλό μου στριφογυρνούσε ένα και μόνο πράγμα. Με ποιόν τρόπο θα ξετρύπωνα από την θέση όπου είχα σφηνώσει -όταν θα καλούσαν εμένα στο εδώλιο- δίχως να λερώσω τις γόβες της.

Σχολιαστε