Αντώνη, αφού παίζεις ρεμπέτικα γιατί δεν είσαι ρεμπέτης;

Κατάγεται από τη Λεμεσό, έζησε για δέκα χρόνια στην Τουλούζη και στο Παρίσι, σπουδάζοντας και παίζοντας μουσική, ενώ το τελευταίο διάστημα ζει στην Αθήνα.

Article featured image
Article featured image

Παρόλο που ασχολείται συστηματικά με το ρεμπέτικο, ο ίδιος λέει «ρεμπέτης σίγουρα δεν νιώθω». Και συμπληρώνει: «Ούτε νιώθω ότι ξέρω τι είναι το ρεμπέτικο. Κάθε μέρα το ανακαλύπτω και λίγο περισσότερο και μέσα από αυτό προσπαθώ να ανακαλύψω και τον εαυτό μου».

Αυτό, πάντως, που συγκινεί τον ίδιο σε σχέση με το είδος, όπως χαρακτηριστικά λέει στη συνέντευξη, είναι που οι μουσικοί αυτοί εξέφραζαν τα συναισθήματά τους τόσο έντονα, χωρίς ντροπές και συστολές, χωρίς αυτή η έκφραση να θεωρείται αδυναμία.

Με τον Αντώνη Χατζηαντώνη μιλήσαμε για το ρεμπέτικο, για τους μεγάλους ρεμπέτες, αλλά και για την επιστροφή του είδους στο προσκήνιο, χάρη σε κάποιους εξαιρετικούς μουσικούς με βαθιά γνώση αυτής τις μουσικής, που, όπως λέει, αγαπάνε το ρεμπέτικο, το κρατάνε ζωντανό και δύσκολα θα το αφήσουν να πεθάνει. Μιλήσαμε, τέλος και για την ανάγκη του να γράψει δικά του τραγούδια.

Φωτογραφίες: Zoe Metra

Οι καιροί άλλαξαν, η μουσική δεν είναι πια σπάνιο πράγμα, δεν κυνηγάει κανείς το μοναδικό γραμμόφωνο στην γειτονιά ούτε ψάχνει λεφτά για να αγοράσει δίσκους (ευτυχώς που άλλαξαν όλα αυτά δηλαδή για να έχουμε περισσότερη πρόσβαση στη μουσική).


Νιώθεις ρεμπέτης;

Ρεμπέτης δεν νιώθω σίγουρα. Ούτε νιώθω ότι ξέρω τι είναι το ρεμπέτικο. Κάθε μέρα το ανακαλύπτω και λίγο περισσότερο και μέσα από αυτό προσπαθώ να ανακαλύψω και τον εαυτό μου. Θα μου πει κάποιος: «Αν έφτιαχνες γλυκά θα ήσουν ζαχαροπλάστης. Αφού παίζεις ρεμπέτικα γιατί δεν είσαι ρεμπέτης;». Αναπόφευκτα, η λέξη ρεμπέτης έχει βαριά έννοια για μένα. Αν έλεγα είμαι ρεμπέτης, θα ήταν σαν να έβαζα τον εαυτό μου δίπλα στον Βαμβακάρη και τον Παπαϊωάννου. Στην ερώτηση «τι είναι ρεμπέτης;», ο Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας (από τους σημαντικότερους του ρεπερτορίου) απαντάει λέγοντας: «Να σας πω... η ηλικία μου είναι αρκετά μεγάλη που ακούω και εγώ τη λέξη αυτή -ρεμπέτης- [...] δεν μπορώ να προσδιορίσω όμως εγώ επακριβώς το τί είναι ρεμπέτης, γιατί όπως και εσείς ρωτάτε και δεν τη ξέρετε, τι ισχύει ρεμπέτης; Ούτε εγώ το γνωρίζω. Πώς να το προσδιορίσω;». «Εσείς θεωρείτε τον εαυτό σας ρεμπέτη;», τον ρωτάνε στη συνέχεια. «Να σας πω, ως μουσικός είμαι ένας λαϊκός μουσικός. Το ρεμπέτης δεν το γνωρίζω για να σας το προσδιορίσω. Εφόσον εκ των προτέρων σας λέω δεν ξέρω την έννοια της λέξεως... Ανήκω στη λαϊκή μούσα». «Δηλαδή αρνείστε τον όρο ρεμπέτης;». «Και βέβαια», λέει ο Μπαγιαντέρας «τι να πω εφόσον δεν ξέρω αυτή η λέξη τι είναι».



Τι έχει αυτό το είδος τραγουδιού που το καθιστά τόσο ιδιαίτερο;

Πιστεύω ότι όλα τα είδη τραγουδιού μπορούν να θεωρηθούν ιδιαίτερα για κάποιον. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, που λέει και η λαϊκή ρήση. Όσον αφορά το ρεμπέτικο, εντελώς υποκειμενικά λοιπόν, θα πω ότι έχει μια αμεσότητα, μια ειλικρίνεια τόσο δυνατή, μια ηρεμία και μια αγριάδα ταυτόχρονα, που εμένα δεν με αφήνει ποτέ ασυγκίνητο. Δεν μπορώ ακόμα να ξεπεράσω το πώς αυτοί οι μουσικοί εξέφραζαν τα συναισθήματα τους τόσο έντονα, χωρίς ντροπές και συστολές, χωρίς αυτή η έκφραση να θεωρείται αδυναμία. Καθώς γράφω αυτή τη στιγμή ακούγεται από τα ηχεία μου: «Σαν ψαράκι είμαι μπλεγμένος μεσ’ στα δίχτυα σου ο καημένος. Σπαρταρώ, ελπίδα σου γυρεύω, σώσε μια για σένα κινδυνεύω». Είναι η δεύτερη στροφή από το «Θα χαθώ μικρή μου» του Σκαρβέλη. «Αν δεν βγεις να μου μιλήσεις και να με παρηγορήσεις, θα χαθώ μικρή μου δεν θα ζήσω, μπρος στην πόρτα σου θα ξεψυχήσω», συνεχίζει στο τέλος του τραγουδιού. Ειλικρίνεια, αμεσότητα χωρίς όρια, και μια μεγάλη, πολύ μεγάλη επαφή με το συναίσθημα. Αυτό.

IMG_9413.jpg


Στην περίπτωση της μουσικής το σημαντικό είναι να μεταδίδεται. Ο τρόπος δεν έχει και τόση σημασία.


Ποιοι είναι οι απόλυτοι ρεμπέτες του παρελθόντος; Υπάρχουν άξιοι συνεχιστές του είδους σήμερα;

Από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω. Ο Βαμβακάρης που έβαλε τα θεμέλια. Ο Παπαϊωάννου με τα δίφωνα και τις καντάδες. Ο Τσιτσάνης για τον οποίο οι λέξεις δεν αρκούν. Ο Χιώτης που έβαλε το μπουζούκι στα κοσμικά κέντρα. Ο Τζουανάκος που κλαίει όπως άλλος κανείς. Ο Μοσχονάς με τον καημό τον περήφανο. Ο Κερομύτης ο καλοντυμένος, ο μπερμπάντης με τα τραγούδια του τα φοβερά. Ο Τσαουσάκης με τις αξεπέραστες ερμηνείες. Ο Δημήτρης ο Μπαγιαντέρας από το Χατζηκυριάκειο. Ο Ρούκουνας που ακόμα δεν μπορώ να αντέξω τον λυγμό στη φωνή του. Ο Νταλκάς με το αμάν που σκίζει τη γη στα δύο. Ο Αραπάκης με τους αλλά τούρκα τους αμανέδες. Ο Τσανάκος που δίνει ρέστα με τα τσαλίμια στη φωνή. Ο Δραγάτσης και ο Ογδοντάκης με τις συνθέσεις του αιώνα. Ο Τούντας ο αξεπέραστος, με τα τραγούδια του τα αξεπέραστα. Ο Χατζηχρίστος με τη φωνή που φτάνει στον ουρανό. Ο Σκαρβέλης που έδωσε άλλη πνοή στην κιθάρα. Ο Κωστής ο Μπέζος με την αξεπέραστη τρέλα του. Ο Κατσαρός ο τροβαδούρος. Ο Δούσας ο Κώστας που έπαιζε κι αυτός στην Αμερική. Η Ρόζα Εσκενάζη με την φωνή που δεν γερνάει ποτέ. Η Στέλλα η Χασκήλ και η Μαρίκα Παπαγκίκα. Η ακροβάτισσα η Νίνου. Νιώθω πως μιλάω για φίλους και ότι κάποιον ξεχνάω...Η Γεωργακοπούλου με την αρχοντιά στο βλέμμα. Η «σατράπισσα» (όπως είπε ο Παπαιωάννου) η αξεπέραστη Σωτηρία Μπέλλου. Ο Σουγιούλ. Ο Κώστας ο Νούρος με τους αμανέδες του. Ο Ασίκης ο φοβερός με το ούτι. Ο Γιοβάν Τσαούς με τα διαμάντια που χάρισε σ ’αυτό το ρεπερτόριο. Σταματάω εδώ προς το παρόν... Αδύνατον να τους αναφέρω όλους. Σήμερα, στην Αθήνα υπάρχουν εξαιρετικοί μουσικοί, με βαθιά γνώση αυτής τις μουσικής, που την αγαπάνε, την κρατάνε ζωντανή και δύσκολα θα την αφήσουν να πεθάνει.

Στην Κύπρο και την Ελλάδα, όταν θέλεις να ακούσεις καλό ρεμπέτικο, πού πας;

Από την Κύπρο λείπω πολλά χρόνια αλλά βλέπω, από το ίντερνετ κυρίως, ότι τα τελευταία χρόνια αυξάνονται τα στέκια στα οποία μπορεί κανείς να ακούσει αυτή τη μουσική. Στην Αθήνα τα μαγαζιά είναι πάρα πολλά και κάθε βράδυ υπάρχουν δύο ή περισσότερα μέρη όπου μπορεί να ακούσει κάποιος ρεμπέτικα. Ακούγονται πενιές, τα βράδια, στο Μεταξουργείο, στην Καισαριανή, στο Παγκράτι και στο Θησείο τις Κυριακές τα μεσημέρια...

Στη Γαλλία το ρεμπέτικο παίζεται περισσότερο υπό μορφή συναυλίας, σε μουσικές σκηνές, ενώ στην Ελλάδα κυρίως σε ταβέρνες και καφενεία.


IMG_9395.jpg


Πόσο πιο δυνατή είναι η προφορική παράδοση, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο μεταφέρεται το ρεμπέτικο από γενιά σε γενιά, σε σχέση με άλλους τρόπους συνέχισης της παράδοσης;

Αρχικά, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι για μένα προφορική παράδοση αποτελεί και ο δίσκος. Θα ήθελα πάρα πολύ να συναντήσω τον Παπαϊωάννου και να μου μάθει τα τραγούδια του νότα νότα, αλλά δυστυχώς δεν γίνεται. Είναι όμως εφικτό, να γίνει αυτό σήμερα, μέσα από τις ηχογραφήσεις. Σίγουρα το να έχεις έναν δάσκαλο απέναντί σου είναι πολύ σημαντικό, παρ’ όλα αυτά η διαδικασία κατά την οποία βάζω να ακούσω ένα τραγούδι, ακούω ξανά και ξανά ένα συγκεκριμένο μέρος για να το καταλάβω ή όταν χαμηλώνω την ταχύτητα (με τη βοήθεια της τεχνολογίας) για να ακούσω πιο αργά μια μουσική φράση είναι για μένα ο σημερινή εκδοχή του «κάνω μαθήματα με τον Παπαϊωάννου», για παράδειγμα. Απέναντι, λοιπόν, σ’ αυτό βρίσκεται η γραπτή παράδοση. Πιστεύω ότι η κάθε μία έχει τη χρησιμότητά της. Είναι και οι δύο εργαλεία. Δηλαδή, το κάθε ένα κατάλληλο για άλλη χρήση. Θα ήταν για παράδειγμα αδύνατον (για μένα έτσι φαντάζει τουλάχιστον) να θυμάται κάποιος όλα τα μέρη ενός κλασσικού κομματιού στο οποίο συμμετέχουν όλα τα όργανα μιας συμφωνικής ορχήστρας. Εδώ η γραφή έχει κατά την άποψή μου μεγάλο νόημα στη μετάδοση της μουσικής. Πιστεύω ότι μία άποψη η οποία για μένα απαντάει πολύ εύστοχα σε αυτή την «πολεμική», εάν υπάρχει, μεταξύ προφορικής παράδοσης και γραπτής παρτιτούρας, δηλαδή, είναι του εθνομουσικολόγου Bernard Lortat-Jacob ο οποίος είπε ότι είναι η παρτιτούρα είναι σαν να δίνεις ένα σχεδιάγραμμα σε κάποιον για να πάει κάπου. Ίσως να καταλάβει και να πάει χωρίς να το χρησιμοποιήσει τελικά, ίσως να το κοιτάει σε όλη την διαδρομή. Ίσως να το κοιτάξει μόνο προς το τέλος ίσως στην αρχή. Το σημαντικό είναι να φτάσει. Στην περίπτωση της μουσικής το σημαντικό είναι να μεταδίδεται. Ο τρόπος δεν έχει και τόση σημασία.


Η σύνθεση, για μένα, είναι πάνω από όλα μια θεραπευτική διαδικασία.


Τι είδους σπουδές έχεις κάνει;

Σπούδασα μουσικολογία στην Τουλούζη και αργότερα έκανα ένα μεταπτυχιακό στο Τμήμα Εθνομουσικολογίας της Σορβόννης στο Παρίσι. Όσον αφορά την κιθάρα είχα κάποιους δασκάλους στη Γαλλία με τους οποίους έκανα κάποια μαθήματα ανά διαστήματα. Οι πιο σημαντικοί μου δάσκαλοι όμως είναι οι φίλοι μου. Από την στιγμή που άρχισα να παίζω συνάντησα πολύ καλούς και πολύ γενναιόδωρους μουσικούς, που ήταν πάντα πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μου πράγματα, τα οποία εκ των υστέρων μελετούσα μόνος μου στο σπίτι. Σε αυτό στάθηκα πολύ τυχερός. Οι κοντινοί μου φίλοι, οι κιθαρίστες για παράδειγμα είναι πολλοί, ο ένας καλύτερος από τον άλλον που λέμε. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι αδύνατον να επαναπαυτείς. Μόνο μπροστά σε σπρώχνει. Για μένα αυτό είναι εξίσου σημαντικό με τις οποιεσδήποτε ακαδημαϊκές σπουδές.


Πώς είναι η αίσθηση ενός live στην Τουλούζη, όπου έζησες για δέκα χρόνια, και πώς στην Ελλάδα και την Κύπρο; Πού υπάρχει περισσότερη και πιο ουσιαστική επικοινωνία;

Στη Γαλλία το ρεμπέτικο παίζεται περισσότερο υπό μορφή συναυλίας, σε μουσικές σκηνές, ενώ στην Ελλάδα κυρίως σε ταβέρνες και καφενεία. Το πλαίσιο δηλαδή είναι πολύ διαφορετικό. Στο ένα είσαι πάνω σε μια σκηνή, το κοινό δεν μιλά, αλλά ούτε χορεύει, ούτε τραγουδάει. Στην αίθουσα επικρατεί ησυχία. Το κοινό ακούει με προσοχή, λες και παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση. Η διάδραση με τους μουσικούς γίνεται μόνο με τα μάτια. Παίζοντας, δηλαδή, βλέπεις ανθρώπους να σε κοιτάνε, τους κοιτάς και εσύ και συνεχίζεις να παίζεις. Η μοναδική στιγμή που αυτή η ατμόσφαιρα αλλάζει είναι στο χειροκρότημα μετά από κάθε τραγούδι. Σ’ αυτό το σημείο, μιας και βρισκόμασταν σε μια γαλλόφωνη χώρα, ήταν η στιγμή που θα εξηγούσαμε με πολύ λίγα λόγια για ποιο πράγμα μιλούσε το κομμάτι που μόλις παίχτηκε ή για ποιο πράγμα μιλάει το επόμενο κομμάτι. Συνήθως, κάναμε και κάποιο αστείο ή λέγαμε κάποιαν ιστορία για το κομμάτι για να σπάσει ο πάγος, για να μαλακώσει λίγο αυτή η συναυλιακή σιωπή. Λέγαμε ας πούμε ότι θα σας παίξουμε ένα καλοκαιρινό κομμάτι του Τσιτσάνη που το έγραψε για μια όμορφη παραλία και το κομμάτι λέγεται «Στην Παραγουάη» (Εδώ το κοινό γελούσε μιας και η Παραγουάη δεν έχει παραλία αν και πρόκειται όντως για ένα τραγούδι του Τσιτσάνη που έχει αυτό τον τίτλο και μιλάει για παραλία!). Αυτό το πλαίσιο της συναυλίας με έκανε να νιώθω από τη μια πλευρά πολύ ωραία, μιας και επιτρέπει στο κοινό να ακούσει στ’ αλήθεια σε ωραίες συνθήκες αυτά που θα παίξεις. Από την άλλη ένιωθα ότι άλλαζε πάρα πολύ τον χαρακτήρα των τραγουδιών που παίζαμε.

Στην Ελλάδα, στην Αθήνα συγκεκριμένα, και ως παρατηρητής, μπορώ να πω ότι το πλαίσιο είναι πολύ διαφορετικό. Σε μια ταβέρνα μουσικοί και κοινό γίνονται ένα. Ο κόσμος τραγουδάει, χορεύει (όχι πάντα αλλά αρκετά συχνά), παραγγέλνει τραγούδια... που και που κάθεται και κάποιος με τους μουσικούς -αν τον προσκαλέσουν- για να παίξει κανένα τραγούδι. Αυτό έχει και τα καλά του αλλά έχει και τα κακά του. Η σχέση μουσικών και κοινού γίνεται πιο άμεση. Η μουσική συμμετέχει στην βραδιά, σαν άνθρωπος ζωντανός. Τα λόγια δεν τα εξηγεί κανείς, δεν χρειάζεται. Λέγεται ότι είναι να λεχθεί, την ώρα του τραγουδιού. Είναι πολύ δυνατό το συναίσθημα του να παίζεις ένα τραγούδι και να αντιλαμβάνεσαι ότι εκφράζει απόλυτα τον άνθρωπο που κάθεται απέναντι και σε ακούει. Στην Αθήνα, όμως, το τίμημα είναι η φασαρία. Οι καιροί άλλαξαν, η μουσική δεν είναι πια σπάνιο πράγμα, δεν κυνηγάει κανείς το μοναδικό γραμμόφωνο στην γειτονιά ούτε ψάχνει λεφτά για να αγοράσει δίσκους (ευτυχώς που άλλαξαν όλα αυτά δηλαδή για να έχουμε περισσότερη πρόσβαση στη μουσική). Παλαιολόγος δεν είμαι. Φυσικά και οι καιροί αλλάζουν, αλλά μια αρνητική συνέπεια είναι το ότι ο κόσμος -στην πλειοψηφία του- δεν πηγαίνει σε ένα μαγαζί αποκλειστικά για να ακούσει τη μουσική, με αποτέλεσμα να μιλάει πολύ και κάποιες φορές πολύ δυνατά, με αποτέλεσμα η μουσική να σκεπάζεται, κάποτε τελείως, από την ένταση της ομιλίας.

Οι πιο σημαντικοί μου δάσκαλοι όμως είναι οι φίλοι μου. Οι κοντινοί μου φίλοι, οι κιθαρίστες για παράδειγμα είναι πολλοί, ο ένας καλύτερος από τον άλλον που λέμε.



Έχεις ηχογραφήσει μέχρι στιγμής; Έχεις δική σου μουσική;

Μέχρι στιγμής έχω ανεβάσει σε ένα κανάλι στο youtube κάποιες ζωντανές ηχογραφήσεις από μια παράσταση που παρουσιάζω τον τελευταίο χρόνο γύρω από τα «τσιμπιτά». Πρόκειται για ένα μέρος του ρεπερτορίου που ηχογραφήθηκε στην Αμερική από Έλληνες μετανάστες, που με μια κιθάρα έπαιζαν τη μελωδία, τραγουδούσαν και συνόδευαν τον εαυτό τους ταυτόχρονα.

Όσον αφορά το κομμάτι της σύνθεσης, τους τελευταίους μήνες μού προέκυψε η ανάγκη να γράψω δικά μου τραγούδια. Μια μελωδία και μερικές στροφές, όσες μου χρειάζονται για να διηγηθώ κάθε φορά και μια ιστορία. Μου έχει γίνει πλέον συνήθεια με τον πρωινό καφέ. Κάποια βρίσκουν τον δρόμο τους και ολοκληρώνονται, κάποια άλλα παραμένουν απλά σαν σημειώσεις στα διάφορα σημειωματάριά μου. Δεν έχω μπει στη διαδικασία να τα ηχογραφήσω αλλά είναι ένας από τους στόχους μου για τους επόμενους μήνες.

Τι κάνεις αυτό το διάστημα;

Αυτό το διάστημα προσπαθώ πάνω από όλα να βρω τρόπους να ζήσω, να έχω μια ισορροπημένη δηλαδή οικονομική κατάσταση, μέσα από την μουσική ή με κάποιες σχετικές ασχολίες, όπως για παράδειγμα η διδασκαλία. Παράλληλα, όταν βρίσκομαι σε περίοδο όπου οι ανάγκες μου αυτές, οι σχετικές με τη διαβίωση δηλαδή, είναι «λυμένες», αφιερώνω όσο περισσότερο χρόνο μπορώ για να γίνω καλύτερος σε αυτό που κάνω, να μάθω δηλαδή αυτό το ρεπερτόριο, το οποίο είναι ατελείωτο και έχει μέσα του απίστευτο πλούτο. Μέσα στη μέρα μου, όμως, αφιερώνω πάντα λίγο χρόνο στο γράψιμο και σε αυτά τα τραγούδια στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, μιας και αντιλαμβάνομαι ότι η σύνθεση, για μένα, είναι πάνω από όλα μια θεραπευτική διαδικασία.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ