Έχω Θέμα
Τα «άλλα» πρόσωπα της παλιάς Λευκωσίας
Κατηφορίζοντας από την πλατεία Σολωμού προς τις οδούς Ρηγαίνης, Λήδρας και Ονασαγόρου μέχρι την Τρικούπη, θα τους συναντήσεις να υφαίνουν την ύπαρξή τους, με μια αδιόρατη κλωστή που τεντώνεται ανάμεσα στην πατρίδα που άφησαν πίσω και τη νέα γη.
Φωτογραφίες: Γιώργος Χριστοφόρου
Η παλιά πόλη της Λευκωσίας σφύζει από κίνηση· από νωρίς το πρωί όταν ανοίγουν τα πρώτα μαγαζιά μέχρι αργά το βράδυ. Πάλλεται συνεχώς από ζωή, η οποία αρθρώνεται σε γλώσσες διαφορετικές που μπλέκονται μεταξύ τους χωρίς, όμως, να δημιουργούν σύγχυση – λες και έχει εφευρεθεί ένας κώδικας επικοινωνίας, πέρα από τα όρια της συμβατικής γλώσσας. Εκεί, μακριά από τις πατρίδες τους, άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου έφτιαξαν ένα δικό τους μικρό σύμπαν, συμβάλλοντας, έτσι, στη δημιουργία του πιο πολυπολιτισμικού μέρους της πρωτεύουσας.
Κατηφορίζοντας από την πλατεία Σολωμού προς τις οδούς Ρηγαίνης, Λήδρας και Ονασαγόρου και φθάνοντας μέχρι την Τρικούπη, σε μια απόσταση μερικών μέτρων, θα τους δεις να υφαίνουν την ύπαρξή τους, κουβαλώντας τις ιστορίες της χώρας τους και φτιάχνοντας, εδώ, στη νέα γη, καινούργιες. Άλλοι κυνηγημένοι από τον πόλεμο και άλλοι ως οικονομικοί μετανάστες, έφτασαν στην Κύπρο, έχοντας ως μόνο «εφόδιο» τα δύο τους χέρια και με κοινό προορισμό την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
Προσωπικά αγαπώ την παλιά πόλη της Λευκωσίας γιατί, κάθε φορά που την περπατώ, μού θυμίζει την κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων, αναγκάζοντάς με να τους δω λίγο πιο βαθιά. Θυμώνω όταν ακούω ότι κάποιοι φοβούνται να την περπατήσουν επειδή είναι γεμάτη «ξένους», λες και εκ προοιμίου όλοι οι ξένοι –οι φτωχοί, δηλαδή, μετανάστες για να το θέσουμε πιο ειλικρινά– είναι εν δυνάμει παραβατικά και διαβρωτικά στοιχεία του κοινωνικού ιστού. Είναι μια γενίκευση επικίνδυνη και βεβιασμένη.
Αυτήν τη φορά περπάτησα την εντός των τειχών Λευκωσία, συνάντησα αυτούς τους ανθρώπους και μίλησα μαζί τους. Και εκεί, ανάμεσα στις μυρωδιές, τα φαγητά, τους ήχους, τα χαμόγελα και τα κεράσματά τους, οι μετανάστες έπαψαν να είναι μια αφηρημένη λέξη. Έγιναν πρόσωπα με φωνή και βλέμμα. Ήταν ο Shakrukh, ο Arbab, η Ofelia, η Aroma, o Faisel, o Mohamad, o Hasan, ο Sam, o Ahmad και η Alanod.
Ο Shahrukh γεννήθηκε στο Μπαγκλαντές και έφτασε στην Κύπρο πριν από 20 χρόνια για σπουδές. Άνοιξε το πρώτο του μαγαζί, ένα μικρό παντοπωλείο, στην οδό Ρηγαίνης πριν από 12 χρόνια και το 2023 αποφάσισε να επεκταθεί, ανοίγοντας ένα δεύτερο ακριβώς απέναντι. Ξεπερνώντας τον αρχικό του δισταγμό, μάς μιλά –κυρίως στα ελληνικά, επιστρατεύοντας τα αγγλικά μόνο για τις «δύσκολες» λέξεις– για τις μικρές του επιχειρήσεις, αλλά και για τη δουλειά που πάει σχετικά καλά. Μάς λέει, επίσης, για την Κύπρο που έγινε η νέα του πατρίδα, αλλά και για τους Κύπριους γείτονές του επιχειρηματίες που «όλοι τον αγαπούν και έχουν να λένε τα καλύτερα για τον ίδιο» – μια διευκρίνιση για να μάς ξεκαθαρίσει, μάλλον, ότι είναι σεβαστό μέλος στη μικρή τοπική κοινωνία, όχι ότι θα ήμασταν ποτέ προκατειλημμένοι απέναντί του.
Οι περισσότεροι πελάτες του είναι ξένοι, οι Κύπριοι σπάνια περνούν το κατώφλι του μαγαζιού· εικάζει ότι μάλλον φοβούνται, αν και δεν μπορεί να αποσαφηνίσει τον λόγο. Όπως μας εξηγεί, οι περισσότεροι επισκέπτες της Ρηγαίνης είναι μετανάστες από το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, την Ινδία, το Νεπάλ και την Αφρική.
«Θα ήμασταν πολύ χαρούμενοι αν έρχονταν και Κύπριοι. Είναι όμορφο να είμαστε όλοι μαζί. Εμείς ήρταμε δαμαί για να φκάλουμε μιαν πακκίρα, εν έχουμε τίποτε να χωρίσουμε. Άμα σέβεσαι τον άλλο, σε σέβεται πίσω. Και πρέπει, φυσικά, να σέβεσαι και τον νόμο». Λέγοντας αυτά, θυμάται ένα αφεντικό που είχε κάποτε, τον Ανδρόνικο, στον οποίο είναι βαθιά ευγνώμων καθώς χωρίς τη βοήθειά του δεν θα είχε καταφέρει τίποτα απ’ όσα πέτυχε μέχρι σήμερα. Πριν φύγουμε, ο Shahrukh ανοίγει το ψυγείο και μάς ζητά επίμονα να πάρουμε ό,τι θέλουμε.
Ο Arbab από το Πακιστάν έφτασε στην Κύπρο όταν ήταν οκτώ ετών και μιλά εξαιρετικά ελληνικά. Τα ξέρει καλύτερα από τη γλώσσα των γονιών του, όπως μάς λέει. Στην Κύπρο ζει όλη η οικογένειά του, ενώ οι δύο αδερφές του γεννήθηκαν εδώ. Το μικρό οικογενειακό μαγαζί στη Ρηγαίνης το άνοιξαν πριν από δύο χρόνια και η δουλειά πηγαίνει αρκετά καλά. Οι περισσότεροι πελάτες είναι Ασιάτες, όμως, περνούν και κάποιοι Κύπριοι, κυρίως για να αγοράσουν φρέσκα ψάρια. O Arbab που είναι σήμερα 21 ετών, θέλει να σπουδάσει Πληροφορική, αλλά, στο μεταξύ, βοηθά τους γονείς του. Ο πατέρας του είναι μηχανικός αυτοκινήτων και η μάνα του καθαρίζει σπίτια. Έχει φίλους στην Κύπρο, τού αρέσει η ζωή εδώ και το πρόσωπό του φωτίζεται διαρκώς από ένα μεγάλο χαμόγελο.
Η Ofelia από τις Φιλιππίνες έφτασε στην Κύπρο πριν από 18 χρόνια και τα τελευταία 16 διατηρεί ένα μικρό κέντρο αισθητικής στην παλιά πόλη. Είναι δραστήρια, δυναμική και αεικίνητη. Η κοπέλα από το Αφγανιστάν που εργάζεται στο μαγαζί της διακατέχεται από συστολή, παραμένοντας προσηλωμένη στη δουλειά της· η Ofelia μάς λέει ότι ήρθε πολύ πρόσφατα στην Κύπρο.
Στην οδό Ονασαγόρου, στον αριθμό 52Α, η Aroma και ο σύζυγός της, με καταγωγή από την Ινδία, διατηρούν ένα κατάστημα με περίτεχνα ενδύματα, χειροποίητα παπούτσια, υφάσματα και εντυπωσιακά κοσμήματα, τα οποία φέρνουν από τη χώρα τους. Βρίσκονται στην Κύπρο από το 2016 και πριν από επτά χρόνια, το 2019, άνοιξαν το μαγαζί τους. Ο άντρας είναι ντροπαλός και αφήνει την Aroma να μιλήσει – την παροτρύνει, μάλιστα, να ποζάρει στον φακό του Γιώργου και την κοιτάζει συνεχώς με θαυμασμό.
Όπως μας λέει η Aroma, το ξεκίνημα δεν ήταν εύκολο, όμως με τα χρόνια –παρά τις δυσκολίες και τον κορωνοϊό– κατάφεραν να δημιουργήσουν μια σταθερή πελατεία. Το πολυπολιτισμικό περιβάλλον της παλιάς πόλης τούς βοήθησε σημαντικά. «Έχουμε και Κύπριους πελάτες είτε εξαιτίας του ενδιαφέροντος για την ινδική κουλτούρα και το Bollywood είτε γιατί κάποιοι είναι παντρεμένοι με Ινδούς ή Ινδές. Φέρνουμε ακόμη και νυφικά από την Ινδία», μάς εξηγεί, δείχνοντάς μας παραδοσιακά ενδύματα τα οποία απλώνει σε ένα τραπέζι. Στο μαγαζί, ανάμεσα στα διάφορα σύμβολα της δικής τους θρησκευτικής πίστης, διακρίνεται και μια χριστιανική εικόνα του Αποστόλου Μάρκου, η οποία βρισκόταν στον χώρο όταν πρωτομπήκαν και αποφάσισαν να την κρατήσουν ως ένδειξη σεβασμού προς την τοπική κουλτούρα. Φεύγουμε και από εκεί με δώρο μερικά μάλλινα φουλάρια.
Μαζί με τη Ρηγαίνης, η οδός Τρικούπη –κάτω από το roundabout του ΟΧΙ– είναι, ίσως, οι πιο πολυπολιτισμικοί δρόμοι της πρωτεύουσας. Στην Τρικούπη συναντάς, βέβαια, περισσότερους Άραβες, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε διάφορους τομείς αν και η περιοχή είναι, κυρίως, γνωστή για τα κουρεία της. Παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο –ή σε κάποιους παραδρόμους– έχουν εξελιχθεί σε μέρη κοινωνικών συναντήσεων. Σε ένα από αυτά, ο Mohamad Zaitan, ο υπεύθυνος του μαγαζιού, κουρεύει και μεταχειρίζεται με άνεση την κλωστή. Κατάγεται από τη Συρία και έφτασε στην Κύπρο το 2015 εξαιτίας του πολέμου. Στο μαγαζί έρχονται και πολλοί Κύπριοι και η δουλειά πάει πολύ καλά – εκείνη την ώρα, υπάρχει, μάλιστα, συνωστισμός εντός του χώρου.
Ο Hasan, συμπατριώτης του, κάνει τη μετάφραση και είναι χειμαρρώδης. Ο ίδιος ζει στην Κύπρο τα τελευταία 26 χρόνια και εργάζεται στον οικοδομικό τομέα.
«Ξέρεις, η οδός Τρικούπη πριν έρθουν οι Σύροι ήταν εγκαταλελειμμένη. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στη Συρία, ήρθαν πολλοί εδώ και άνοιξαν μαγαζιά, κομμωτήρια, μανάβικα. Εμείς την αναστήσαμε», μού λέει ο Hasan, ο οποίος σπεύδει να διευκρινίσει με περηφάνεια την καταγωγή του, λέγοντας ότι είναι Σύρος Κρητικός. Μού εξηγεί –με κάποια απογοήτευση μιας και δεν γνώριζα την ιστορία– ότι οι πρόγονοί του ήταν Μουσουλμάνοι πρόσφυγες που έφυγαν από την Κρήτη το 1820 και εγκαταστάθηκαν σε ένα χωριό της Συρίας, το Χαμιντιέ, στα σύνορα με τον Λίβανο. «Είμαστε πολλοί Σύροι Κρητικοί στην Κύπρο», προσθέτει.
Στο Aladdin supermarket συναντώ τον ιδιοκτήτη του, τον Sam από την Ιορδανία, ο οποίος είναι στην Κύπρο τα τελευταία είκοσι χρόνια και εκτός από το συγκεκριμένο μαγαζί διατηρεί άλλα δύο στην περιοχή – ένα κρεοπωλείο ακριβώς δίπλα και το γωνιακό Friend’s Lahmajun. Οι πελάτες του είναι Κύπριοι, Άραβες, Ασιάτες, αλλά και Ευρωπαίοι. Ο ίδιος μού λέει ότι ήταν από τους πρώτους που άνοιξαν μαγαζί στην Τρικούπη σε μια περίοδο που η περιοχή ήταν εξαιρετικά υποβαθμισμένη.
Ο Mohamad από τη Συρία εργάζεται στο μαγαζί τού Sam και ζητά από τον Γιώργο να τον φωτογραφίσει με τη φανέλα του μαγαζιού. Ποζάρει χαρούμενος.
Ο Faisel από το Πακιστάν βρίσκεται εδώ και έναν χρόνο στην Κύπρο. Σπουδάζει Λογιστική και Χρηματοοικονομικά σε ένα από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια της Λευκωσίας και, παράλληλα, εργάζεται στο κρεοπωλείο του Sam. Κατέχει ήδη ένα πτυχίο στην Τραπεζική, το οποίο απέκτησε στη χώρα του. Κάποια μέλη της οικογένειάς του διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά ο ίδιος προτιμά την Κύπρο. Μού λέει ότι προσπαθεί να μάθει ελληνικά, αλλά τα βρίσκει δύσκολα.
Στο γωνιακό φαγάδικο, το Friend’s Lahmajun, ακούγονται αραβικά τραγούδια και κόσμος μπαινοβγαίνει παραγγέλνοντας φαγητό. Εκεί εργάζονται ο 18χρονος Ahmad από τη Συρία και η πανέμορφη ALanod που έφθασε πριν από μερικούς μήνες στη χώρα μας από τη μαρτυρική Γάζα.
Η Σίντυ από τις Φιλιππίνες εργάζεται σε ένα mini market της οδού Τρικούπη. Έφτασε στη χώρα μας πριν από 15 χρόνια και παρότι ξέρει λίγα ελληνικά, νιώθει πιο άνετα να μιλά στα αγγλικά. Πίσω από το ταμείο κάθονται μαζί της ο γιος της και η καλύτερή του φίλη, επίσης από τις Φιλιππίνες.
Στο τέλος αυτού του οδοιπορικού, ανάμεσα σε μικρές ανθρώπινες ιστορίες, θυμάμαι εκείνο τον στίχο των Social Waste που μου είχε ψιθυρίσει ο Γιώργος σε μια άλλη, μικρή ανύποπτη στιγμή. «Εγώ τις πόλεις τις φαντάζομαι ανθρώπους που με κοιτούν με τις ματιές τους τις θλιμμένες». Στα ακουστικά μου ραπάρουν οι Social Waste, σκέφτομαι τα γκριζογάλανα μάτια της Παλαιστίνιας Alanod και συνειρμικά τη θάλασσα της Μεσογείου που «μας ενώνει και δεν μας χωρίζει».