«Παλιά ντρεπόμασταν να μιλήσουμε κυπριακά»

Article featured image
Article featured image

Με αφορμή την παρουσίαση του κυπριακού λαϊκού παραμυθιού O Πολής τζ’ο Νουφρής, συναντάμε το μουσικό Δημήτρη Σπύρου, γνωστό και ως Acapella Solo Loop, και μεταξύ άλλων ορίζουμε τη μουσική και την τέχνη, ενώ συζητάμε επίσης για την ανθρώπινη επικοινωνία αλλά και για την απενοχοποίηση της κυπριακής διαλέκτου.

 

Από τον Αχιλλέα Ρότα.

 

Που ανακαλύψατε το συγκεκριμένο κυπριακό παραμύθι;

Με την ευκαιρία του προγράμματος «Songs of my Neighbours», του Κέντρου Παραστατικών Τεχνών «Μίτος», η Γιολάντα Χριστοδούλου (σκηνοθεσία/κίνηση) που ασχολείται γενικότερα με τα παραμύθια, ένοιωσε την ανάγκη να κάνει μια έρευνα για να βρει κοινά παραμύθια της λαϊκής παράδοσης, που να αφορούν τους κατοίκους αυτού του τόπου. Κάπως έτσι ανακάλυψε τον λαογράφο Νέαρχο Κληρίδη, ο οποίος έκανε μια πολύ πλούσια καταγραφή της παράδοση μας και ακολούθως, βρήκε και το συγκεκριμένο παραμύθι.


Δεν είναι παιδικό παραμύθι, αντιθέτως απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και λόγω της υπόθεσης του, αλλά και λόγω της παρουσίασης του.


Τι πραγματεύεται, ποια είναι η υπόθεση του;

Δεν είναι κάτι πολύπλοκο, ούτε κάτι με πολλές αναγνώσεις. Βασίζεται πάνω στην ομορφιά της απλότητας. Δυο φίλοι ταξιδεύουν στην Κωνσταντινούπολη και στη διάρκεια του ταξιδιού τους, συμβαίνουν διάφορα ευτράπελα, τα οποία τις περισσότερες φορές προκαλούν οι ίδιοι. Σκηνοθετικά, βέβαια, το έργο, έχει τις ιδιαιτερότητες του, ενώ υπάρχουν και κάποιες εκπλήξεις που θα τις δείτε πάνω στη σκηνή.

 



Ποιοι συμμετέχετε στην παράσταση;

Η Γιολάντα Χριστοδούλου και εγώ αναλάβαμε τη σκηνοθεσία και την κίνηση ενώ έχω αναλάβει και την μουσική της παράστασης. Μαζί μας όμως επί σκηνής, είναι και η Oya Akin, Τουρκοκύπρια ηθοποιός, που ζει και εργάζεται στην Κερύνεια.


Από τον καιρό που ήμουν στο δημοτικό, θυμάμαι πώς ποτέ δεν μιλούσαμε κυπριακά, είτε σε απαγγελίες, είτε σε παραστάσεις. Νοιώθαμε ενοχικά, μας το περνούσαν και εμείς το αφομοιώναμε. Ντρεπόμασταν.


Τι θα δούμε πάνω στη σκηνή;

Αρχικά να πω ότι δεν είναι παιδικό παραμύθι, αντιθέτως απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και λόγω της υπόθεσης του, αλλά και λόγω της παρουσίασης του. Αυτό που θα δει, θα είναι σίγουρα κάτι διαφορετικό, κάτι που δεν βλέπουμε συχνά στην εποχή που ζούμε, λόγω κυρίως της ταχύτητας που γίνονται τα πράγματα. Θα δει ένα έργο με πολλή φαντασία, πολλή δημιουργικότητα και χιούμορ. Ιστορίες από τον τόπο μας, που έχουμε ξεχάσει, αυτή είναι η μαγεία της παράστασης για μένα. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο, είναι ότι η παράσταση παρουσιάζεται εξ ολοκλήρου στην κυπριακή διάλεκτο.

Αλήθεια, γιατί θεωρείς σημαντική την παρουσία της κυπριακής διαλέκτου;

Μα γιατί αυτή είναι η αλήθεια μας, αυτοί είμαστε εμείς, οι ρίζες μας. Από τον καιρό που ήμουν στο δημοτικό, θυμάμαι πώς ποτέ δεν μιλούσαμε κυπριακά, είτε σε απαγγελίες, είτε σε παραστάσεις. Νοιώθαμε ενοχικά, μας το περνούσαν κι εμείς το αφομοιώναμε. Ντρεπόμασταν. Αυτό σταδιακά άρχισε να ανατρέπεται και το βλέπεις και από άλλους καλλιτέχνες ότι χρησιμοποιούν την κυπριακή διάλεκτο και ο κόσμος το χαίρεται και το απολαμβάνει. Άρα είναι σημαντικό να χρησιμοποιούμε την διάλεκτο μας, να την δουλεύουμε, να την μαθαίνουμε και σαφώς να την εξελίσσουμε.

Η συμμετοχή μιας Τουρκοκύπριας, όπως είναι η Oya, έχει συμβολικό χαρακτήρα;

Κανένα απολύτως μήνυμα δεν θέλουμε να περάσουμε και αυτό είναι το σημαντικό της υπόθεσης. Όπως σου είπα και πιο πάνω, η συγκεκριμένη δουλειά (παραμύθια) στηρίζεται στην απλότητα, δεν υπάρχουν κρυμμένα νοήματα, ούτε πολιτικές προεκτάσεις, ούτε μηνύματα. Είμαστε απλώς 3 άνθρωποι, που έτυχε να βρεθούν, να ταιριάξουν τα χνώτα τους και να κάνουν μια συνεργασία. Μέχρι εκεί. Το ίδιο θα ίσχυε, αν ήταν μια κοπέλα από την Ουγκάντα ή από το Σουδάν κ.ο.κ. Έτυχε η Oya να γνωρίζεται με την Γιολάντα και προέκυψε.


Θεωρώ πώς ο κόσμος όλων των ηλικιών, άρχισε να αλλάζει, να ανοίγει τις κεραίες του. Να αντιλαμβάνεται πώς υπάρχει καλλιτεχνική σκηνή στην Κύπρο και να την ψάχνει, κάτι που αγνοούσε μέχρι πρόσφατα.


Εσύ, ως μουσικός, έχεις μια ιδιαιτερότητα στον ήχο σου. Πώς σε αντιμετωπίζει ο κόσμος; Αποδέχεται εύκολα αυτό που δημιουργείς;

Ξέρεις, δεν  πιστεύω σε συγκεκριμένα είδη και ταπελώματα της μουσικής. Απλώς μου βγαίνει κάτι και έτυχε να μου δοθεί η ευκαιρία να το επικοινωνήσω και με άλλους 5-10 ανθρώπους. Είμαι σίγουρος πώς εκεί έξω, υπάρχουν πολλά άτομα που έχουν να δώσουν πολλά, απλώς δεν τους δίνεται η ευκαιρία να το κάνουν.

(Καθώς συζητάμε, στο τραπέζι μας έρχεται ένα μικρό αγόρι που παίζει στο ακορντεόν «Άστα τα μαλλάκια σου». Τον ακούμε για λίγο).

Αυτός τώρα μπορεί να ξέρει να παίζει ένα σωρό κομμάτια από μόνος του και να είναι και πολύ καλός, αλλά επειδή δεν έχει την ικανότητα να το πουλήσει, δεν του δίνει κανένας σημασία.

Πίσω σε αυτό που με ρώτησες, ναι, θεωρώ πώς ο κόσμος όλων των ηλικιών, άρχισε να αλλάζει, να ανοίγει τις κεραίες του. Να αντιλαμβάνεται πώς υπάρχει καλλιτεχνική σκηνή στην Κύπρο και να την ψάχνει, κάτι που αγνοούσε μέχρι πρόσφατα. Έχουμε πολύ αξιόλογους καλλιτέχνες και αξίζει να βγουν μπροστά και να φανούν.  Προσωπικά δεν έχω παράπονο πάντως και ούτε τρέφω ψευδαισθήσεις. Είμαστε μικρός τόπος, με λίγο κόσμο, άρα είναι συγκεκριμένο το σημείο που μπορείς να φτάσεις.

 



Πότε ξεκινά η σχέση σου με τη μουσική;

Η σχέση μου με τι μουσική πάει αρκετά πίσω, από την παιδική μου ηλικία, όπου βασικά ο αδερφός μου ήταν και ο πρώτος μου δάσκαλος. Από τότε συμμετείχα σε διάφορες μπάντες, δημιουργούσαμε συγκροτήματα, παίζαμε, γράφαμε ότι μπορείς να φανταστείς. Ρεμπέτικο, punk, reggae death, δεν ήμουν ποτέ κολλημένος σε ένα είδος. Σε κάποια φάση έμεινα μόνος μου μουσικά και άρχισα να ψάχνω καινούργιους τρόπους έκφρασης, μέσα από τη μουσική. Η ιδέα ξεκίνησε βέβαια από μια παλαιότερη συνεργασία που είχα με τον ηθοποιό/σκηνοθέτη Στέλιο Ανδρονίκου, έναν υπέροχο φίλο και συνεργάτη.


Με εκνευρίζει λίγο αυτή η διάσταση που έχει πάρει κάποιος, που λέγεται καλλιτέχνης. Μόλις ακούσεις για κάποιον, ότι είναι καλλιτέχνης, τον αντιμετωπίζεις ως κάτι μοναδικό, κάτι σπάνιο.


Πως ακριβώς σε βοήθησε αυτή η συνεργασία για να δημιουργήσεις τελικά, αυτό που ακούμε σήμερα;

Μαζί με το Στέλιο, είχαμε εδώ στη Λεμεσό ένα χώρο, την Υπόγα. Εκεί κάθε μήνα, διαλέγαμε έναν ποιητή και τον δραματοποιούσαμε. Ο Στέλιος αναλάμβανε το θεατρικό κομμάτι κι εγώ το μουσικό. Εκεί ξεκίνησε να γεννιέται η ιδέα της μουσικής με αντικείμενα, αγνή, καθαρή, χωρίς όργανα και ηχεία. Απ’ εκεί και πέρα θέλησα να το εξελίξω και να θέλω να το κάνω όλο αυτό να στέκεται μόνο του, χωρίς απαραίτητα μια παράσταση θεατρική. Αυτό είναι η μουσική στο τέλος της ημέρας: ένας καθαρός και απλός ήχος.

Αντιλαμβάνομαι ότι δεν είσαι άτομο που θέτεις στεγανά και ταμπέλες. Κάνεις αυτό που νοιώθεις, όποτε το νοιώσεις, μέχρι να έρθει το επόμενο.

Βασικά, μου αρέσει να δρω και να πράττω με το συναίσθημα και τις εσωτερικές μου ανάγκες. Αυτό είναι κάτι μεταβλητό για όλους μας, σήμερα είμαστε έτσι, σε δύο μέρες θέλουμε και ζητάμε κάτι άλλο. Απλώς εγώ δεν το καταπιέζω, το αφήνω να βγει και κινούμαι ανάλογα. Αυτή την περίοδο με εκφράζει αυτός ο τύπος μουσικής δημιουργίας, σε δύο χρόνια, ίσως να προκύψει κάτι εντελώς διαφορετικό. Όσο πιο απλά λειτουργείς, τόσο πιο κοντά στην ουσία βρίσκεσαι.

Ποια είναι τα ακούσματα σου, τι μουσική σου αρέσει να ακούς;

Ρεμπέτικα, παραδοσιακά, αφρικάνικη μουσική, death metal, punk, hip hop, reagge, jungle, τσιφτετέλια κτλ. Μου αρέσουν όλα αυτά τα είδη, παρόλο που όπως σου είπα, η μουσική δεν πρέπει να μπαίνει σε καλούπια.


Η μουσική ξεκίνησε να κατηγοριοποιείται για να μπορεί ο κάθε μουσικός να εξηγεί στον κόσμο τι κάνει και τι ακούει και να μπορούν οι εταιρείες να το πουλήσουν πιο εύκολα, ως προϊόν.


Από πού αντλείς έμπνευση;

Από τη ζωή γενικά. Τους φίλους, την οικογένεια μου, την καθημερινότητα, τα παιδικά μου βιώματα. Όλα μπορούν να σε εμπνεύσουν, να σου δώσουν κάτι.

 



 

Τι είναι η τέχνη για σένα;

Όλα, το εννοώ, τα πάντα για μένα είναι τέχνη και όλοι μας με τον τρόπο μας είμαστε καλλιτέχνες. Με εκνευρίζει λίγο αυτή η διάσταση που έχει πάρει κάποιος ο οποίος λέγεται καλλιτέχνης. Μόλις ακούσεις για κάποιον, ότι είναι καλλιτέχνης, τον αντιμετωπίζεις ως κάτι μοναδικό, κάτι σπάνιο. Ο γεωργός που δουλεύει τη γη και από χώμα βγάζει καρπό, δεν είναι καλλιτέχνης; Ο ράφτης, που από ένα κομμάτι ύφασμα μπορεί να δημιουργήσει ολόκληρο κουστούμι, δεν είναι; Ο χτίστης; Αυτό που θέλω να πω είναι πως χάσαμε λίγο τη σημασία της κάθε έννοιας και μπερδέψαμε τα πράγματα, χάσαμε το μέτρο και τις αξίες. Ο κάθε ένας που κάνει αυτό που αγαπά και δίνεται σε αυτό, για εμένα είναι καλλιτέχνης.

Πώς αντιλαμβάνεσαι όλη αυτή την κατάσταση που βιώνουμε το τελευταίο διάστημα. Πώς την αξιολογείς;

Νομίζω πώς αυτή τη στιγμή, η κρίση που έχουμε είναι στο μυαλό και στη ψυχή. Είμαστε όλοι σε μια  κατάσταση σοκ και απλώς παρακολουθούμε ανίκανοι να αρθρώσουμε έστω και μια ουσιαστική λέξη. Αυτό που γουστάρω σε όλο αυτό είναι κάποιες μάσκες που άρχισαν να πέφτουν. Κάποιες ψεύτικες αξίες που είχαν αναπτυχθεί, άρχισαν να φθίνουν και ο κόσμος σιγά-σιγά, θεωρώ πώς επιστρέφει στην απλότητα. Στη σημαντικότητα του να πιεις έναν καφέ με ένα φίλο και να μιλήσεις, να κάνεις μια πραγματική κουβέντα. Ξεκινούμε σιγά-σιγά να αναγνωρίζουμε ξανά τη σημασία του ανθρώπου.

«Ανησυχίες ενός ήρεμου μυαλού», έτσι ονομάζεται το CD που έχεις κυκλοφορήσει ως Acapella Solo Loop. Μίλησε μας λίγο για αυτή σου τη δουλειά.

Είναι μια δουλειά που περιέχει 11 κομμάτια και αποτελείται μόνο από φωνές και αντικείμενα, κυρίως φωνές. Βέβαια, ετοιμάζω και μια δεύτερη δουλειά η οποία θα κυκλοφορήσει επίσης σε CD και θα είναι περισσότερα αντικείμενα και λιγότερες φωνές. Η ηχογράφηση έγινε στην Υπόγα και στο studio του Γιώργου Κόλλια και αντιπροσωπεύει ένα μέρος αυτού ακριβώς που κάνω.

Που βρίσκουμε το CD;

Είτε σε συναυλίες μου, είτε μετά από προσωπική επικοινωνία μαζί μου. Δεν το έχω βγάλει στο εμπόριο, γιατί θέλω να υπάρχει προσωπική επαφή.  Να πούμε δυο κουβέντες, να πιούμε έναν καφέ μαζί. Εσύ θέλεις να ακούσεις αυτό που έχω να σου πω, θέλω κι εγώ να ακούσω εσένα, τι έχεις να μου πεις. Θέλω την ανθρώπινη επαφή, την επιδιώκω.

 



ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία/κίνηση: Γιολάντα Χριστοδούλου, Δημήτρης Σπύρου

Ερμηνεύουν: Γιολάντα Χριστοδούλου, Oya Akin

Μουσική επί σκηνής: Δημήτρης Σπύρου

Φωτισμός: Γιάγκος Χατζηγιάννης

 

Σάββατο 20 και Κυριακή 21 Δεκεμβρίου, Παλιό Ξυδάδικο, Λεμεσός / Δευτέρα 29 και Τρίτη 30 Δεκεμβρίου, Ίδρυμα ARTος, Λευκωσία. Ώρα έναρξης 18.30. Εισιτήρια €10 & €5 (παιδικό). Πληρ. 99551712.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ