Κύπρος
Τι σημαίνει (πραγματικά) ο γάμος με Κύπριο ή Κύπρια πολίτη για την απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας
Η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κύπρου, η οποία δημιουργεί δεδικασμένο για μελλοντικές υποθέσεις.
Ο γάμος με πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν συνεπάγεται αυτόματα και την απόκτηση της κυπριακής ιθαγένειας. Αυτό αναφέρει απόφαση αναφορικά με το καθεστώς πολιτογράφησης, η οποία εκδόθηκε στις 10 Δεκεμβρίου από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου.
Το Δικαστήριο απέρριψε ομοφώνως την έφεση που είχε καταθέσει αλλοδαπός κατά απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία είχε απορριφθεί η αίτησή του για εγγραφή ως πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 110 του Νόμου 141(Ι)/2002, επειδή δηλαδή είχε παντρευτεί Κύπρια. Κατά συνέπεια έκρινε ότι ορθά το Δικαστήριο δεν είχε αναγνωρίσει κυπριακή ιθαγένεια στον αιτούντα.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το Άρθρο 110 ρυθμίζει τη διαδικασία με την οποία αλλοδαπός ή αλλοδαπή δύνανται να ζητήσουν την Κυπριακή Ιθαγένεια λόγω γάμου τους με Κύπριο ή Κύπρια πολίτη, σε καμία περίπτωση ωστόσο δεν δημιουργεί υποχρέωση στο κράτος να χορηγήσει την ιθαγένεια. Το κράτος εξακολουθεί να έχει την απόλυτη διακριτική ευχέρεια και οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση ξεχωριστά με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.
Η διαδικασία
Σημειώνεται ότι, βάσει του νόμου, ο γάμος δεν δίνει αυτόματα υπηκοότητα, αλλά παρέχει το δικαίωμα υποβολής αίτησης για πολιτογράφηση, η οποία εξετάζεται κατά περίπτωση από τις αρμόδιες αρχές. Η έγκριση προϋποθέτει τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου γάμου και νόμιμης διαμονής, τη γνήσια συμβίωση των συζύγων, καθώς και την καλή διαγωγή του αιτητή, ενώ η απόφαση λαμβάνεται κατόπιν ελέγχου των στοιχείων και δεν είναι εγγυημένη.
Όπως αναφέρεται στην επίσημη σελίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αίτηση για απόκτηση κυπριακής ιθαγένειας λόγω γάμου ή πολιτικής συμβίωσης με Κύπριο πολίτη μπορεί να υποβληθεί από πρόσωπα που:
- Έχουν συμπληρώσει τρία χρόνια γάμου ή πολιτικής συμβίωσης πριν από την υποβολή της αίτησης και είναι διαμένοντες στην Δημοκρατία (διαμονή στη Δημοκρατία τουλάχιστον έξι μήνες κάθε χρόνο και η συνολική διαμονή του ζεύγους στη Δημοκρατία κατά την περίοδο των τελευταίων τριών χρόνων αμέσως πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης να μην είναι λιγότερη από δύο χρόνια).
- Έχουν συμπληρώσει τρία χρόνια γάμου ή πολιτικής συμβίωσης πριν από την υποβολή της αίτησης και είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού.
Καθοριστικό το ιστορικό και η συμπεριφορά του αιτητή
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Διοικητικό Δικαστήριο είχε εξετάσει εκτενώς τον διοικητικό φάκελο του αιτητή και έλαβε την απόφαση να μην του παραχωρηθεί η ιθαγένεια με βάση το συνολικό ιστορικό και τη συμπεριφορά του, αφού υπήρχαν προβληματικές καταστάσεις όπως περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Το Ανώτατο Συνταγματικό από την πλευρά του έκρινε ορθή την απόφαση, καθώς επιπροσθέτως δεν παραβιάζεται ούτε το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ούτε το εφαρμοστέο Δίκαιο της ΕΕ ούτε το Άρθρο 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας αποτελεί, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη νομολογία τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κυριαρχική αρμοδιότητα κάθε κράτους-μέλους. Εφόσον η απόρριψη βασίζεται σε αντικειμενικά και εύλογα κριτήρια που αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων του κράτους και δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις χωρίς επαρκή και αντικειμενική αξιολόγηση, κρίνεται νόμιμη.
Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ουσιαστικά δημιουργεί δεδικασμένο ξεκαθαρίζοντας το νομικό πλαίσιο για την εγγραφή αλλοδαπών ως πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω γάμου και αποτελώντας σημείο αναφοράς για παρόμοιες υποθέσεις στο μέλλον σε ζητήματα ιθαγένειας.
Η επίσημη ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας έχει ως εξής:
«Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, αποδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στο ιστορικό και τη συμπεριφορά αλλοδαπού αιτητή, απέρριψε ομόφωνα στις 10 Δεκεμβρίου 2025 την έφεση που καταχώρισε εναντίον της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτησή του για την εγγραφή του ως πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας εξαιτίας γάμου που συνήψε με Κύπρια πολίτιδα (Άρθρο 110 του Νόμου 141(Ι)/02).
Η υπόθεση ενέχει ενδιαφέρον καθώς επιβεβαιώνει την ευρεία, διακριτική ευχέρεια της Κυπριακής Δημοκρατίας στην εγγραφή πολιτών μέσω γάμου, ξεκαθαρίζοντας ότι το Άρθρο 110 δεν θεμελιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα πολιτογράφησης. Αντιθέτως, ρυθμίζει τη διαδικασία που, τηρουμένων συγκεκριμένων διατάξεων, αλλοδαπός δύναται να εγγραφεί ως πολίτης της Δημοκρατίας, με την τελική απόφαση να ανήκει αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών.
Στην προκείμενη και όπως συνοψίζεται από την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ορθά το Διοικητικό Δικαστήριο διήλθε τον διοικητικό φάκελο του αλλοδαπού και έλαβε υπ’ όψιν τα πραγματικά δεδομένα, το γενικότερο ιστορικό και τη συμπεριφορά του που συνδέεται με προβληματικές εκφάνσεις και άσκηση ενδοοικογενειακής βίας.
Κατάληξη του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ουδέν μεμπτόν υπό τις συνθήκες στην κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου ήταν ότι «ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσεως και απώλειας της ιθαγένειας ανήκει, κατά το διεθνές δίκαιο και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην κυρίαρχη εξουσία κάθε κράτους-μέλους. […] Συνεπώς, η άρνηση εγγραφής όταν στηρίζεται –ως η επίμαχη περίπτωση– σε αντικειμενικά και εύλογα κριτήρια που αποβλέπουν στην προστασία των συμφερόντων του Κράτους και δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις χωρίς επαρκή και αντικειμενική αξιολόγηση, όπως εδώ, δεν παραβιάζει άνευ ετέρου το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ [σ.σ. Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής], το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο ή το Άρθρο 15 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως η πρόταση του εφεσείοντα».
Με πληροφορίες από euronews