Η διεθνής ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι η κλινική παχυσαρκία ήταν λιγότερο συχνή από την παχυσαρκία που ορίζεται με βάση τον δείκτη μάζας σώματος στην παιδική ηλικία και την πρώιμη ενήλικη ζωή. Ωστόσο, η συχνότητά της γινόταν όλο και πιο συχνή όσο αυξανόταν η ηλικία, επηρεάζοντας περισσότερους από τους μισούς ανθρώπους ηλικίας 65 έως 74 ετών.
Συγκεκριμένα, η έρευνα η οποία δημοσιεύθηκε στο «eClinicalMedicine», διαπίστωσε ότι η κλινική παχυσαρκία αφορούσε μόλις το 2,1% έως 4,9% των παιδιών και των εφήβων, έναντι 7% έως 10,8% που χαρακτηρίζονταν παχύσαρκοι με βάση τα κριτήρια του δείκτη μάζας σώματος. Αντίθετα, η συχνότητα της κλινικής παχυσαρκίας αυξανόταν σε όλη την ενήλικη ζωή, ξεπερνώντας την παχυσαρκία που ορίζεται με βάση τον δείκτη μάζας σώματος από την ηλικία των 55-64 ετών και μετά. Το υψηλότερο ποσοστό (52%) καταγράφηκε στους ανθρώπους ηλικίας 65-74 ετών.
Η κλινική παχυσαρκία ήταν επίσης συχνότερη στους άνδρες κατά την πρώιμη και μέση ενήλικη ζωή, ενώ στις γυναίκες καταγράφηκαν υψηλότερα ποσοστά σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Η δρ Ντανιέλ Λόνγκμορ από την ερευνητική ομάδα Inflammatory Origins του MCRI σημειώνει ότι τα ευρήματα δείχνουν πως, παρότι ο δείκτης μάζας σώματος είναι χρήσιμος για την καταγραφή της παχυσαρκίας σε επίπεδο πληθυσμού και χωρών, δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα της υγείας ενός ανθρώπου.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ