Τμήματα Ηθών: Η επιστροφή

Από την Biennale μέχρι τη Eurovision και τον ΘΟΚ, το ζήτημα δεν είναι αν μια κοινωνία έχει το δικαίωμα να κρίνει την τέχνη. Αυτό είναι αυτονόητο και επιβεβλημένο. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία μπορεί να αντέξει την τέχνη που δεν της μοιάζει, που δεν την συντηρεί, που ρωτά και προβληματίζει.

Article featured image
Article featured image

Γράφει ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου


Φαίνεται ότι στο σκοτάδι η επανάληψη δεν μπορεί να είναι η μητέρα της μάθησης. Για άλλη μια φορά, η τέχνη βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης και δέχεται αφορισμούς και επιθέσεις. Το προβληματικό, αυτό που θα προσπαθήσουμε να συζητήσουμε πιο κάτω, δεν εξαντλεί τη συζήτηση παρά μόνο προσπαθεί να θέσει ερωτήματα στη σχέση κριτικής και λογοκρισίας, στη σχέση ελέγχου του παραγόμενου έργου στον 21ο αιώνα και στη συνεχή επίκληση στις αξίες, στις παραδόσεις και την προσβολή της αισθητικής συγκεκριμένων ομάδων ή και ατόμων.

Οι αντιδράσεις στον χώρο του πολιτισμού δεν μπορούν, πλέον, να χαρακτηριστούν ως τυχαίες ή απομονωμένες. Έχουν έναν κοινό άξονα αφορισμού, κοινή επιχειρηματολογία και, ως φαίνεται, κοινή απαίτηση και, πιο συγκεκριμένα, την απόσυρση, ακύρωση και απομάκρυνση έργων τέχνης. Ο κοινός παρονομαστής όλων έγκειται, προφανώς, στο τι είναι αποδεκτό και τι όχι στον δημόσιο χώρο ως έργο τέχνης. Ίσως να μην υπάρχει θεσμοθετημένο τμήμα ηθών σήμερα, ο τίτλος μας, όμως, περιγράφει τη νοοτροπία ελέγχου και λογοκρισίας της καλλιτεχνικής έκφρασης μέσα από ηθικά και εθνικά κριτήρια πριν ακόμη αυτή κριθεί ως τέχνη.

Οποιαδήποτε και να είναι η κριτική για ένα έργο, δεν μπορεί ποτέ η λύση να είναι η απόσυρσή του.


Σε περιόδους σκοταδισμού και ανόδου της έχθρας και της ρητορείας της μισαλλοδοξίας, η τέχνη απειλείται ως κάτι επικίνδυνο, γιατί παραμένει ένας από τους ελάχιστους δημόσιους χώρους διαλόγου και κοινωνικής κριτικής. Δεν ζητά άδεια για να υπάρχει, ούτε και προσφέρει βεβαιότητες η τέχνη. Αντιθέτως, προκαλεί, σπρώχνει την κοινωνία πιο μπροστά, επιδιώκει και επιφέρει ανάπτυξη και εξέλιξη. Η τέχνη δεν είναι η απάντηση στο πώς πάμε προς τα μπροστά, αλλά η ίδια η ερώτηση.

Αυτή, λοιπόν, η νοοτροπία, ο «άτυπος» μηχανισμός ηθικού ελέγχου στρέφεται απέναντι (και) στην επιλογή του τραγουδιού για εκπροσώπηση στον θεσμό της Eurovision. Για τον ίδιο τον θεσμό και το ξέπλυμά του σε εγκλήματα πολέμου δεν θα αναφερθούμε σε αυτό το άρθρο. Μπορεί ο καθένας από εμάς να το αντιληφθεί. Πριν, λοιπόν, προλάβει να παρουσιαστεί το τραγούδι «Jalla», πριν καν κριθεί καλλιτεχνικά, βρέθηκε στο επίκεντρο όχι ως καλλιτεχνική έκφραση αλλά ως πεδίο επιβολής ελέγχου. Έγιναν επικλήσεις στην εικόνα της χώρας, στην ηθική, τις αξίες και τις παραδόσεις μας. Οι επικλήσεις και πάλι δεν αρκέστηκαν στην κριτική ως τέτοια, αλλά στη μετατόπιση της συζήτησης για την απόσυρση του τραγουδιού ως ακατάλληλο. Εδώ πρέπει να είμαστε επιτέλους αυστηροί με την αντανάκλασή μας. Οποιαδήποτε και να είναι η κριτική για ένα έργο, δεν μπορεί ποτέ η λύση να είναι η απόσυρσή του.

Σε παρόμοιο κλίμα εντάσσονται και πρόσφατες παρεμβάσεις για παράσταση του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου. Παρότι δεν καταγράφεται επίσημα αίτημα απόσυρσης, αυτήν τη φορά η δημόσια αμφισβήτηση της «καταλληλόλητας» ενός έργου και η επίκληση ηθικών, εθνικών ή κοινωνικών κριτηρίων λειτουργούν ως έμμεσος μηχανισμός πίεσης όπως και η αναφορά σε προώθηση της woke ατζέντας και διχασμού. Σε αυτήν την περίπτωση, η τέχνη δεν κρίνεται, αλλά απευθείας καλείται να δικαιολογήσει την ύπαρξή της, να απολογηθεί για το περιεχόμενό της και, εν τέλει, να μην προκαλεί. Αυτή ακριβώς η μετατόπιση από την καλλιτεχνική αισθητική κρίση στον ηθικό έλεγχο αποτελεί τον πυρήνα του φαινομένου του «τμήματος ηθών».

Όταν η ηθική μετατρέπεται σε προϋπόθεση ύπαρξης της τέχνης, τότε δεν προστατεύεται ο δημόσιος χώρος, απλώς μειώνεται η ελευθερία μέσα σε αυτόν.


Η συζήτηση δεν αφορά το αν μια κοινωνία έχει δικαίωμα να κρίνει την τέχνη. Αυτό είναι αυτονόητο και επιβεβλημένο. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία μπορεί να αντέξει την τέχνη που δεν της μοιάζει, που δεν την συντηρεί, που ρωτά και προβληματίζει. Η λογοκρισία εμφανίζεται όχι στην κριτική, αλλά στην απουσία κριτικής. Εκεί, δηλαδή, όπου η καλλιτεχνική έκφραση στοχοποιείται πέραν του σκοπού που εξυπηρετεί και πιο συγκεκριμένα, όταν εκφράζει μια άλλη οπτική μέσα στο φάσμα της τέχνης. Όταν η ηθική μετατρέπεται σε προϋπόθεση ύπαρξης της τέχνης, τότε δεν προστατεύεται ο δημόσιος χώρος, απλώς μειώνεται η ελευθερία μέσα σε αυτόν.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Article featured image

Η ταινία «Εμείς: Μια Ταινία για τον Bloody Hawk» σύντομα στο Netflix

Article featured image

Κατέβηκαν από το eBay οι ιστορικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή

Article featured image

Στη Ναϊρόμπι θα δίνεται άδεια περιόδου μετ’ αποδοχών στις γυναίκες