Σχετικά με τα σημερινά αντιπλημμυρικά έργα με τα κινητά φράγματα στις όχθες της λιμνοθάλασσας, οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Ωκεανογραφίας και Ατμοσφαιρικών Επιστημών στο ιταλικό πανεπιστήμιο του Σαλέντο, Πιέρο Λαϊονέλο, εκτιμούν ότι εάν εφαρμοστούν πρόσθετα μέτρα, τα υπάρχοντα φράγματα ενδέχεται να είναι αποτελεσματικά σε άνοδο της στάθμης της θάλασσας έως 1,25 μέτρα.
Μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων που εξετάζουν περιλαμβάνονται η προστασία του κέντρου της Βενετίας με αναχώματα που θα το διαχωρίζουν από την υπόλοιπη λιμνοθάλασσα, το κλείσιμο της λιμνοθάλασσας με ένα «υπέρ-ανάχωμα» ή η μετεγκατάσταση της πόλης, των κατοίκων και των ιστορικών μνημείων στην ενδοχώρα.
Εκτιμούν ότι τα αναχώματα ενδέχεται να είναι απαραίτητα σε περίπτωση ανόδου της στάθμης της θάλασσας άνω του μισού μέτρου, κάτι που μπορεί να συμβεί πριν από το 2100, σύμφωνα με το σενάριο πολύ υψηλών εκπομπών ρύπων.
Η στρατηγική της κλειστής λιμνοθάλασσας θα μπορούσε να είναι βιώσιμη ακόμη και σε περίπτωση ανόδου της στάθμης της θάλασσας άνω του μισού μέτρου, ενώ οι συγγραφείς εκτιμούν ότι αυτό θα μπορούσε να προστατεύσει την πόλη από άνοδο της στάθμης της θάλασσας έως δέκα μέτρα.
Τέλος, προτείνουν ότι η μετεγκατάσταση της πόλης ενδέχεται να είναι απαραίτητη σε περίπτωση ανόδου της στάθμης της θάλασσας άνω των 4,5 μέτρων.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει βέλτιστη στρατηγική. Όποια προσέγγιση και αν υιοθετηθεί, πρέπει να εξισορροπεί την ευημερία και την ασφάλεια των κατοίκων της Βενετίας, με την οικονομική ευημερία, το μέλλον των οικοσυστημάτων της λιμνοθάλασσας, τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και τον πολιτισμό της περιοχής.
Προειδοποιούν ότι δεδομένου ότι η κατασκευή μεγάλου εύρους έργων, όπως τα μόνιμα φράγματα, μπορεί να διαρκέσει 30-50 χρόνια, ο έγκαιρος προγραμματισμός είναι απαραίτητος.
ΠΗΓΗ