Διεθνή
Το σπίτι που έσωσε 45 ανθρώπους και μεταφέρθηκε στην άλλη του κόσμου, επιστρέφει στην πατρίδα του
Άντεξε από φονική ηφαιστειακή έκρηξη και μεταφέρθηκε για 134 χρόνια στον κήπο αγγλικής έπαυλης.
Όταν εξερράγη το όρος Ταραουέρα στη Νέα Ζηλανδία, τον Ιούνιο του 1886, δεκάδες άνθρωποι αναζήτησαν καταφύγιο μέσα στη Hinemihi.
Η στέγη της άντεξε κάτω από το τεράστιο βάρος της ηφαιστειακής τέφρας και τουλάχιστον 45 άνθρωποι σώθηκαν μέσα στο ξύλινο μαορί κοινοτικό σπίτι.
Λίγα χρόνια αργότερα, τα ξυλόγλυπτα τμήματα της Hinemihi αποσυναρμολογήθηκαν, φορτώθηκαν σε πλοίο και μεταφέρθηκαν στην άλλη άκρη του κόσμου. Για περισσότερο από έναν αιώνα παρέμειναν στον κήπο μιας αγγλικής έπαυλης, μακριά από τον τόπο, τους ανθρώπους και τις ιστορίες για τις οποίες είχαν δημιουργηθεί.
Τώρα ετοιμάζονται να επιστρέψουν στη Νέα Ζηλανδία, 134 χρόνια μετά την αναχώρησή τους. Η ασυνήθιστη ζωή της Hinemihi βρίσκεται στο κέντρο του νέου ντοκιμαντέρ «Hinemihi: The House with Golden Eyes», των Τόμπι Μιλς και Ραουίρι Τζ. Ταπιάτα.
Ένα wharenui, όμως, δεν είναι απλώς ένα κτίσμα που στεγάζει συγκεντρώσεις. Στη μαορί κοσμοαντίληψη ενσαρκώνει έναν πρόγονο.
Η πρόσοψή του διαβάζεται σαν σώμα. Δηλαδή, στην κορυφή βρίσκεται το κεφάλι, τα ξυλόγλυπτα στοιχεία που εκτείνονται προς τις δύο πλευρές είναι τα χέρια και η κεντρική κολόνα στο εσωτερικό αντιπροσωπεύει την καρδιά.
Η Hinemihi δεν αντιμετωπίζεται, επομένως, ως ένα παλιό ξύλινο σπίτι ή ως μουσειακό αντικείμενο. Αντιμετωπίζεται ως ζωντανή παρουσία, φορέας συγγένειας και μνήμης.
Η επιστροφή, ακριβέστερα, αφορά τα 28 αυθεντικά ξυλόγλυπτα τμήματα της Hinemihi. Όταν μεταφέρθηκαν στην Αγγλία, στερεώθηκαν σε μια νέα κατασκευή που έφτιαξε το προσωπικό της έπαυλης.
Για τις μαορί κοινότητες που συνδέονται μαζί της, όμως, το πνεύμα της προγόνου κατοικεί ακριβώς σε αυτά τα ξυλόγλυπτα.
Η σημασία της έγινε ακόμη μεγαλύτερη μετά την έκρηξη του όρους Ταραουέρα στις 10 Ιουνίου 1886, τη φονικότερη ηφαιστειακή καταστροφή που έχει καταγραφεί στη σύγχρονη ιστορία της Νέας Ζηλανδίας.
Η Hinemihi θάφτηκε εν μέρει κάτω από τέφρα και λάσπη, αλλά η κατασκευή της άντεξε. Οι απόγονοι όσων κατέφυγαν στο εσωτερικό της εξακολουθούν να συνδέουν την ίδια τους την ύπαρξη με την προστασία που πρόσφερε εκείνο το βράδυ.
«Αν δεν υπήρχε η Hinemihi, η δική μου ιστορία μπορεί να ήταν διαφορετική», λέει ένας από αυτούς στο ντοκιμαντέρ.
Έξι χρόνια αργότερα, το 1892, η Hinemihi αγοράστηκε έναντι 50 λιρών από τον Ουίλιαμ Χίλιερ Όνσλοου, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως κυβερνήτης της Νέας Ζηλανδίας από το 1889 έως το 1892.
Σύμφωνα με ιστορικό που εμφανίζεται στην ταινία, ο Όνσλοου θεώρησε ότι το μαορί σπίτι θα έδειχνε ωραίο στον κήπο της κατοικίας του στην Αγγλία.
Τα ξυλόγλυπτα τμήματα της Hinemihi αποσυναρμολογήθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Clandon Park, την οικογενειακή έπαυλη των Όνσλοου στο Σάρεϊ, νοτιοδυτικά του Λονδίνου.
Η Hinemihi είχε παραμείνει στον τόπο όπου δημιουργήθηκε μόλις 12 χρόνια. Στην Αγγλία θα έμενε για τα επόμενα 134. Η απόσταση ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβάνονταν οι απόγονοι των δημιουργών της και στον τρόπο με τον οποίο τη χρησιμοποιούσαν ορισμένοι από τους νέους ιδιοκτήτες της είναι εντυπωσιακή. Σε αρχειακό υλικό, ο Ρούπερτ Όνσλοου, δισέγγονος του ανθρώπου που την αγόρασε, θυμάται τη Hinemihi ως έναν συναρπαστικό χώρο παιχνιδιού των παιδικών του χρόνων.
Για κάποιο διάστημα χρησιμοποιήθηκε ακόμη και ως αποθήκη για βάρκες. Για τους ανθρώπους που τη θεωρούσαν πρόγονο, όμως, η μετατροπή της σε διακοσμητικό αντικείμενο, παιδική χαρά ή αποθήκη δεν ήταν απλώς ακατάλληλη χρήση ενός ιστορικού κτίσματος. Ήταν η απομάκρυνση μιας ζωντανής προγόνου από την κοινότητά της. Τα αιτήματα για την επιστροφή της άρχισαν ήδη από το 1974. Η διαδικασία, όμως, αποδείχθηκε μακρά και περίπλοκη, τόσο λόγω της γραφειοκρατίας όσο και επειδή στα χρόνια που μεσολάβησαν η Hinemihi είχε αποκτήσει μια δεύτερη κοινότητα.
Ο μαορί σύλλογος Ngāti Rānana του Λονδίνου ιδρύθηκε το 1958 από ανθρώπους που ζούσαν μακριά από τη Νέα Ζηλανδία και αναζητούσαν έναν χώρο για να διατηρήσουν τη γλώσσα, τις τελετές και τη σύνδεσή τους με την πατρίδα. Τα μέλη του άρχισαν σταδιακά να φροντίζουν τη Hinemihi. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 το σπίτι λειτουργούσε ουσιαστικά ως marae, ως τόπος συγκέντρωσης, τελετών και πολιτιστικής ζωής της κοινότητας. Για γενιές Μαορί που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στη Βρετανία, η Hinemihi ήταν πολύ περισσότερα από ένα κατάλοιπο της αποικιακής ιστορίας.
Ήταν το μέρος όπου μπορούσαν να ακούσουν τη γλώσσα τους, να συμμετάσχουν σε τελετές, να θρηνήσουν, να γιορτάσουν και να αισθανθούν ότι εξακολουθούν να ανήκουν σε μια κοινότητα που βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Έγινε ένα πνευματικό και πολιτιστικό καταφύγιο για ανθρώπους που δεν είχαν εύκολη πρόσβαση στον τόπο των προγόνων τους. Αυτό ακριβώς έκανε την επιστροφή της πιο δύσκολη.
Από τη μία πλευρά βρίσκονταν οι Ngāti Hinemihi και οι Tūhourangi, οι κοινότητες που ζητούσαν να επιστρέψει το σπίτι-πρόγονος στον τόπο όπου δημιουργήθηκε. Από την άλλη, οι Μαορί της Βρετανίας που είχαν φροντίσει τη Hinemihi επί δεκαετίες και είχαν δημιουργήσει μαζί της μια δική τους ζωντανή σχέση. Η επιστροφή της δεν μπορούσε να παρουσιαστεί απλώς ως η διόρθωση μιας παλιάς αδικίας. Θα σήμαινε επίσης ότι μια κοινότητα της διασποράς θα έχανε το σπίτι στο οποίο είχε μάθει να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Η λύση που έχει συμφωνηθεί επιχειρεί να σεβαστεί και τις δύο σχέσεις.
Τα αυθεντικά ξυλόγλυπτα τμήματα της Hinemihi θα επιστρέψουν στη Νέα Ζηλανδία, ενώ ένα νέο wharenui, κατασκευασμένο από ειδικευμένους Μαορί τεχνίτες, θα πάρει τη θέση της στο Clandon Park και θα συνεχίσει να εξυπηρετεί τη μαορί κοινότητα της Βρετανίας. Το ντοκιμαντέρ δεν καταγράφει ακόμη τη φυσική επιστροφή της. Καταλήγει στην υπογραφή της συμφωνίας που ανοίγει τον δρόμο για το ταξίδι. Η ανακούφιση και η συγκίνηση των ανθρώπων που εργάστηκαν επί δεκαετίες για την επιστροφή της είναι εμφανείς.
Η ιστορία του ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει, ωστόσο, και μια δεύτερη, πολύ σύγχρονη ένταση. Στα πρώτα λεπτά του, παλιές φωτογραφίες της Hinemihi και νεκρών προγόνων των Ngāti Hinemihi έχουν υποστεί επεξεργασία με εργαλεία παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης. Τα πρόσωπα κινούνται, τα βλέμματα αλλάζουν και οι άνθρωποι στις στατικές εικόνες μοιάζουν για λίγες στιγμές να επιστρέφουν στη ζωή.
Η επιλογή προκάλεσε δυσφορία στον Λίαμ Ράτανα, συντάκτη του Spinoff, ο οποίος παρατηρεί ότι οι κινήσεις των προσώπων μοιάζουν αφύσικες και αναρωτιέται ποιο πολιτιστικό πρωτόκολλο πρέπει να διέπει την τεχνολογική «αναζωογόνηση» εικόνων των νεκρών. Ο ίδιος διευκρινίζει ότι δεν πρόκειται για δικούς του προγόνους και ότι η απόφαση ανήκει τελικά στους δημιουργούς και στις οικογένειες που συνδέονται με τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Το δημοσίευμα δεν αναφέρει αν η χρήση των φωτογραφιών εγκρίθηκε από τους απογόνους τους. Επομένως, δεν γνωρίζουμε αν παραβιάστηκε κάποιο μαορί πρωτόκολλο.Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει.
Οι άνθρωποι στις φωτογραφίες δεν αποτελούν ουδέτερο αρχειακό υλικό. Είναι tūpuna, πρόγονοι που εξακολουθούν να συνδέονται με ζωντανές οικογένειες και κοινότητες. Η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επεξεργαστεί μια εικόνα, αλλά δεν γνωρίζει το βάρος των σχέσεων που αυτή περιέχει. Δεν αντιλαμβάνεται αν το πρόσωπο που κινεί είναι απλώς ιστορικό τεκμήριο ή συγγενής, πρόγονος και ιερή παρουσία. Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη μέσα σε ένα ντοκιμαντέρ που αφηγείται ακριβώς την ιστορία ενός πολιτιστικού σώματος το οποίο αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες ως αντικείμενο αποκομμένο από τις σχέσεις που του έδιναν νόημα.
Η Hinemihi αγοράστηκε, αποσυναρμολογήθηκε και μεταφέρθηκε επειδή κάποιος πίστεψε ότι θα έδειχνε ωραία στον κήπο του.
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, οι εικόνες των ανθρώπων που συνδέονται μαζί της μπορούν να μετακινηθούν και να «ζωντανέψουν» με μερικά τεχνολογικά εργαλεία.
Και στις δύο περιπτώσεις επιστρέφει το ίδιο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν κάποιος αποσπά ένα πολιτιστικό σώμα από το πλαίσιο του και αποφασίζει ότι μπορεί να το χρησιμοποιήσει επειδή έχει τη δυνατότητα να το κάνει;
Η επιστροφή της Hinemihi δεν σβήνει τα 134 χρόνια που πέρασε στην Αγγλία. Ούτε ακυρώνει τη σχέση που δημιούργησε μαζί της η μαορί κοινότητα του Λονδίνου.Επιστρέφει στη Νέα Ζηλανδία κουβαλώντας δύο ιστορίες: εκείνη των ανθρώπων που έσωσε από το ηφαίστειο και εκείνη των ανθρώπων που βρήκαν μέσα της ένα κομμάτι πατρίδας στην εξορία.
Δεν επιστρέφει, επομένως, ως ένα παλιό κτίσμα που τοποθετείται ξανά στη σωστή γεωγραφική θέση.
Επιστρέφει ως πρόγονος που έζησε περισσότερο από έναν αιώνα μακριά από το σπίτι του και που, στο μεταξύ, έγινε σπίτι και για άλλους.
ΠΗΓΗ