Το 2000, το «Περιοδικό» έφερε στο φως την άγνωστη ιστορία μιας γυναίκας, της οποίας οι παππούδες είχαν πουληθεί ως δούλοι στην Κύπρο.
Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026
3
λεπτά
Ξεφυλλίζοντας τις παλιές σελίδες του «Περιοδικού», βρεθήκαμε μπροστά σε μια άγνωστη ιστορία. Το 2000, η Μαρία Ναπολή, ή Μαρία της Αφρικής, όπως την αποκαλούν στο σχετικό άρθρο που εντοπίσαμε, παραχώρησε συνέντευξη στους δημοσιογράφους Γιώργο Γεωργίου και Σούλλα Ορφανίδου. Επρόκειτο για μια γυναίκα από την Αφρική, 90 ετών τότε, που διέμενε σε ένα σχεδόν διαλυμένο παλιό σπιτάκι σε ένα ύψωμα στο χωριό Φασούλα, της Λεμεσού.
Σκοπός του ρεπορτάζ, πέραν από το να ακουστεί η ιστορία ζωής αυτής της γυναίκας, υπήρξε και η ανάδειξη της αδιαφορίας που υπεδείκνυαν τότε οι κρατικές υπηρεσίες για την ίδια και τις συνθήκες στις οποίες ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Η Μαρία γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο. Ο παππούς και η γιαγιά της υπήρξαν θύματα του δυτικού πολιτισμού των δουλεμπόρων, που τους πούλησαν στην Κύπρο ως υπηρέτες, όταν ήταν μόλις 15 ετών. «Τους πήραν από την Αφρική με τη βία, τους έβαλαν στα καράβια και τους πούλησαν στην Κύπρο, σε όσους ήθελαν να έχουν έναν μαύρο υπηρέτη».
Στο νησί μας έφτιαξαν τις δικές τους οικογένειες και έτσι γεννήθηκε από τα παιδιά τους και η Μαρία. Η ίδια γνώρισε τον άνδρα της εδώ, και εκείνος όπως είχε πει στη συνέντευξή της, είχε μεγαλώσει στη Φασούλα και οι γονείς του είχαν φτάσει στο νησί μας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δηλαδή πωλήθηκαν ως υπηρέτες. Μαζί απέκτησαν τέσσερα παιδιά (τρεις κόρες και έναν γιο). Και όπως διαφαίνεται από τη συνέντευξη οι ίδιοι αισθάνονταν Κύπριοι και μέλη της κοινότητας που ζούσαν, παρά τις δυσκολίες.
«Από τον καιρό που γεννήθηκα μέχρι που πήρα σύνταξη, εργαζόμουν στην κτηνοτροφία και στη γεωργία και όπου αλλού έβρισκα δουλειά. Όταν ήμουνα μικρή, πήγαινα κάθε μέρα στις αίγιες. Ήθελα να επισκεφθώ το σχολείο, αλλά επειδή έπρεπε να εργαστώ, δεν είχα την ευκαιρία να μορφωθώ. Όταν ενηλικιώθηκα κατάλαβα ότι ήταν λάθος που δεν πήγα σχολείο, αλλά οι καταστάσεις ήταν τέτοιες που δεν μου το επέτρεπαν», είχε απαντήσει όταν ρωτήθηκε για τις παιδικές αναμνήσεις στο χωριό.
Η δύσκολη ζωή δεν περιορίστηκε στην παιδική ηλικία, αλλά και μετά τον γάμο της, αφού εκείνη και ο σύζυγός της αναγκάστηκαν να εργάζονται σκληρά από το πρωί, μέχρι το βραδύ.
Μπορεί τα παιδιά της να της πρότειναν πολλές φορές να μείνει μαζί τους και η ίδια να είχε επισκεφθεί αρκετές φορές την κόρη της στην Αγγλία, όμως δεν άλλαζε με τίποτα το χωριό της. «Σαν το χωριό μου, δεν έχει πουθενά. Το απολαμβάνω όταν κάθομαι το βράδυ, εδώ έξω και αναπνέω τον καθαρό και δροσερό αέρα».
Η μοναδική της χαρά πλέον στα 90 της και αφού λάμβανε μια μικρή σύνταξη, υπήρξε το γεγονός ότι πλέον μπορούσε να επισκεφθεί μία φίλη της, να δει τα παιδιά της και να πηγαίνει εκκλησία. «Παλαιότερα ούτε την Κυριακή δεν μπορούσα να πάω εκκλησία, γιατί έπρεπε να εργαστώ», είχε πει.
Η Μαρία ζούσε τότε σε ένα μικρό σπιτάκι στο βουνό, καταστραμμένο κατά το ήμισυ εξαιτίας των χρόνων. Κατά την επίσκεψη των δημοσιογράφων το 2000 είχε ανακαινίσει ένα μέρος του, αλλά δεν είχε καθόλου κρατική βοήθειά.
Διαβάστε ολόκληρο το ρεπορτάζ πιο κάτω:
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
Τα κυπριακά σαντουιτσίδικα των 00s [Μεγάλες Εικόνες]
Ήξερες ότι ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός που εξέπεμψε στην Κύπρο βρισκόταν στη Λακατάμια;
Σπάνιες φωτογραφίες από την Καστελιώτισσα πριν μετατραπεί σε πολιτιστικό κέντρο