Ένοχη εκ προοιμίου και ουχί αθώα μέχρι αποδείξεως...

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, ονόματα ή καταστάσεις είναι τυχαία και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Κύρια Δικαστίνα μου, τι να σας πω...

Όλα άρχισαν με ένα τηλεφώνημα. «Είστε η κυρία Σπινέλη;» με ρώτησαν. «Μάλιστα» απάντησα. «Είστε ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας τάδε;» ζήτησαν να μάθουν. «Μάλιστα», απάντησα και πάλι. Αυτό ήταν κυρία Δικαστίνα μου. «Να έρθετε να παραλάβετε ένα εξώδικο από τον αστυνομικό σταθμό Λυκαβητού» μου ζήτησαν. «Μα γιατί;» απόρησα. «Ένας αστυνομικός, εκτός υπηρεσίας, ο οποίος οδηγούσε το προσωπικό του όχημα, σας είδε να μιλάτε στο κινητό σας ενώ οδηγούσατε το όχημά σας, από τη Λ. Αρχαγγέλου, μέχρι και τα φώτα του Starbucks», με ενημέρωσε. «Και τι σημαίνει αυτό» την ρώτησα. «Εγώ μπορώ να σας κατονομάσω πολλούς περισσότερους που δεν με είδαν» της απάντησα. «Τι σημαίνει με είδε ο αστυνομικός; Είναι σίγουρος πως ήταν το δικό μου όχημα, πως το οδηγούσα εγώ και όχι κάποια άλλη ψηλή, όμορφη και μορφωμένη ξανθιά; Ήταν σίγουρος πως μιλούσα και ουχί κρατούσα το αυτί μου; Έχω χρόνια ωτίτιδα ξέρετε και υποφέρω». Ακάθεκτη η κυρία αστυνομικός/τηλεφωνήτρια στο καθήκον της, «Σας παρακαλώ κυρία μου. Το ισχυρίστηκε ο συνάδερφος που ήρθε στο τμήμα και σας εξέδωσε το εξώδικο» (δεν είμαι σίγουρη πως χρησιμοποίησε ορθώς τον αόριστο του ρήματος εκδίδω, αλλά για χάρην της γραμματικής, ας υποκριθούμε πως το έκανε). «Σας παρακαλώ κυρία μου. Να έρθετε από τον αστυνομικό σταθμό να παραλάβετε το εξώδικο, γιατί αν δεν το πληρώσετε εντός δεκαπέντε ημερών σε κάποια τράπεζα, θα κινηθούμε δικαστικώς». «Στάκα μανίτσα μου» της απάντησα. «Δεν φτάνει που με γράψατε χωρίς να είστε σίγουροι πως ήταν το δικό μου όχημα, πως πράγματι ήμουν εγώ που οδηγούσα τη Giulietta, χωρίς να μπορείτε να αποδείξετε πως ιντίντ μιλούσα στο κινητό, θα έρθω να το παραλάβω κιόλας; Να μου το φέρετε ολάν. Να στείλετε κλητήρα να μου το μπαξιώσει. Άκου να έρθω να το πάρω! Να πάμε δικαστικώς!» της απάντησα η ατρόμητη και συνέχισα. «Είμαι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχω δικαίωμα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Έχω δικαίωμα να αρνηθώ κατηγορίες που μου αποδόθηκαν ερήμην μου. Έχω κι εγώ φωνή». «Καλά» μου είπε «όπως νομίζετε» και μου έκλεισε το τηλέφωνο.

Οφείλω να παραδεχτώ κυρία Δικαστίνα μου, πως σε αυτό το σημείο άφριζα από τα νεύρα μου. Ένιωθα το δίκιο να με πνίγει και την αδικία να με λούζει. Ήμουν νευριασμένη. Βασικά ήμουν έξω φρενών. Δεν έχω πολλά νταραβέρια με αστυνομικά τμήματα, δικηγόρους και δικαστές. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που ψάχνουν το παραθυράκι του νόμου. Δεν με απασχολεί το νόμιμο γιατί κάνω το σωστό. Και δεν ξέρω κυρία Δικαστίνα μου εσείς που είστε άνθρωπος του νόμου, σπουδαγμένος, πως το βλέπετε, αλλά για εμένα δεν υπήρχε λογική σε αυτό που άκουγα. Δεν το έβρισκα σωστό, ούτε μπορούσα να καταλάβω από που αντλεί τη νομιμότητά της μια τέτοια συμπεριφορά.

Για τις επόμενες πέντε περίπου ώρες έβριζα. Ναι, έβριζα κυρία Δικαστίνα μου. Ψέματα δεν λέω. Δεν είναι του χαρακτήρος μου. Έβριζα πολύ. Μην με ρωτήσετε τι έλεγα, γιατί θα σας φύγει η καούκα. Είμαι καλαμαρού, με πατέρα Αγορίτη και ταλέντο στους ευφάνταστους γλωσσολογικούς συνδυασμούς. Εννοείται πως δεν το έκρυψα. Σε όποιον μιλούσα, περιέγραφα την εμπειρία μου. Τουτούκι το έκανα. Όλοι μένανε αλάλου και αφώνου, κυρία Δικαστίνα μου. Όλοι. Αντιλαμβάνομαι πως αυτό δεν σημαίνει κάτι, αλλά κουβέντα να γίνεται.

Την νύχτα, αντί να μετράω προβατάκια για να πέσω για ύπνο, μετρούσα τα παράλογα της κατάστασης. Στο μέτρημα με πήρε ο ύπνος αλλά με πήραν και τα δαιμόνια. Δεν μπορώ το άδικο κυρία Δικαστίνα μου, δεν το μπορώ. Το άδικο, την αγένεια και την μαλακία, αν μου επιτρέπετε να συμπληρώσω και σε αυτή τη περίπτωση υπήρχαν σε αφθονία και τα τρία.

Την επόμενη ημέρα, πήρα τα πουρτού μου και πήγα στον αστυνομικό σταθμό. Χτυπάω το κουδούνι, ανοίγει η πόρτα, μπαίνω μέσα και στέκομαι μπροστά από τον γκισέ. Ένας ηλικιωμένος κύριος, με ψαρά μαλλιά, ευγενική φυσιογνωμία -οφείλω να αναφέρω- με ρώτησε πως μπορεί να με εξυπηρετήσει.

«Με λένε Σπινέλη και ήρθα να πάρω ένα τάχα μου εξώδικο, που τάχατες εκδόθηκε εναντίον μου, γιατί τάχα με είδε αστυνομικός εκτός υπηρεσίας να οδηγάω και να μιλάω στο κινητό, ιμίσhι μου» του απάντησα.

«Μάλιστα. Γνωρίζω την περίπτωση» μου είπε.

«Τι γνωρίζετε κύριέ μου; Ε; Τι γνωρίζετε; Από που και ως που εκδόθηκε αυτό το εξώδικο εναντίον μου;».

«Αφού μιλούσατε στο τηλέφωνο κυρία μου».

«Και εσείς που το ξέρετε κύριε;».

«Αφού σας είδε ο αστυνομικός που σας κατήγγειλε».

«Καλά και αυτός που ήξερε πως οδηγούσα εγώ το όχημα; Πως είναι σίγουρος πως πράγματι μιλούσα στο τηλέφωνο ή πως ήταν το δικό μου αυτοκίνητο και δεν έκανε λάθος;».

«Μα κυρία μου σας είδε. Μιλούσατε από την Λεωφόρο Αρχαγγέλου έως το φώτα του Starbucks».

«Και που ξέρει πως ήμουν εγώ που οδηγούσα το όχημα και όχι κάποια άλλη ξανθιά και όμορφη; Που το γνωρίζει;».

«Αφού σας ρώτησαν».

«Ποιός με ρώτησε κύριε; Ποιός; Ο αστυνομικός που δεν με σταμάτησε ποτέ ή η τηλεφωνήτρια; Αν είμαι εγώ και αν είναι δικό μου το όχημα με ρώτησαν. Αυτό με καθιστά ένοχη;».

«Δεν παραδεχτήκατε; Ωραία, πείτε μου ποιος οδηγούσε το όχημα, να καταγγελθεί αυτός».

«Καλά είστε σοβαροί; Έτσι καταδικάζονται άνθρωποι; Στο μιλητό;».

«Μα αφού μιλούσατε κυρία μου».

«Μα που το ξέρετε κύριέ μου;».

«Αφού σας είδε ο αστυνομικός, λέμε. Από την Λεωφόρο Αρχαγγέλου έως τη Θεμιστοκλή Δέρβη».

«Καλά αφού με είδε, γιατί δεν με σταμάτησε;».

Σε αυτό το σημείο, εικάζω εξαιτίας των φωνών και της αναμπουμπούλας, κατέβηκε από τον πάνω όροφο μια κοντομηλιά αστυνομικίνα.



«Να διακινδυνεύσει ο αστυνομικός τη ζωή του για να σας σταματήσει κυρία μου;».

«Μπαρντόν;».

«Σιγά μην διακινδυνέψει ο αστυνομικός τη ζωή του για να σας σταματήσει» επέμεινε η κοντομηλιά του πάνω ορόφου.

«Τι εννοείται κυρία μου; Όταν βγαίνετε μες στη μαύρη νύχτα με το σπαθί του Θάντερκατς στον αυτοκινητόδρομο, για να σταματήσετε ένα όχημα που τρέχει με 125 χιλιόμετρα, δεν διακινδυνεύετε και θα διακυνδυνεύσετε μέσα στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου; Τα θέλετε και τα λέτε ή σας ξεφεύγουνε; Η επαγγελματική του συνείδηση προσβάλθηκε όταν με είδε να μιλάω τάχατες στο τηλέφωνο από την Αρχαγγέλου μέχρι την Δέρβη αλλά ο επαγγελματισμός του δεν του δημιούργησε την ανάγκη να με σταματήσει, να μου πει κουκλίτσα μου αφού σου αρέσει να μιλάς, έλα μέχρι τον Λυκαβητό που θέλω και εγώ να σου πω κάτι; Ας μου έδειχνε την αστυνομική του ταυτότητα και ας με έγραφε αφού ήταν τόσο σίγουρος ότι εγώ παρανόμησα. Γιατί; Γιατί δεν το έκανε, ε; Έχει τα απ’ αυτά να με καταγγείλει, αλλά όχι να με σταματήσει; Αν ήταν έτσι, να μην πληρώνουμε το ούτσαλί μας σε ραντάρ και περιπολίες. Να ακροβολίζεστε σε γωνίες και καφενέδες, να παρατηρείτε τον κόσμο που οδηγάει και να στέλνετε χαμπάρι στον αστυνομικό σταθμό για να βγαίνουν εξώδικα βίρα».

«Το κάνουμε».

Σε αυτό το σημείο τερμάτισα. Κυρία Δικαστίνα. Δεν περίμενα αυτή τη παραδοχή.

«Τι εννοείτε κύριε; Το κάνετε;»

Ένα σιβυλλικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του συμπαθή αστυνομικού και συνέχισε.

«Τι να σου πω βρε κοπέλα μου, δεν σε έγραψα εγώ. Μα καλά και εσύ, από τη Λεωφόρο Αρχαγγέλου μέχρι τη Δέρβη; Ας απαντούσες, ας έλεγες σε παίρνω σε λίγο κι ας το έκλεινες».

«Έχω Red Unlimited κύριε, αυτό είναι το θέμα μας; Και δεν κατάλαβα, η διάρκεια καθορίζει το παράπτωμα;».

«Τι να σου πω;».

«Να μου επιβεβαιώσετε πως πράγματι στο job description σας, αναφέρεται καθαρά και ξάστερα πως μπορείτε να εκδίδετε εξώδικα εναντίον ανθρώπων χωρίς να τους σταματήσετε, χωρίς να επιβεβαιώσετε πως πράγματι αυτοί οδηγούσαν το όχημα. Θέλω να ξέρω πως πράγματι αυτή είναι η διαδικασία και πως είναι νόμιμη. Αυτό θέλω να ξέρω. Ξέρετε πριν από χρόνια οδηγούσα μέσα στη Λάρνακα. Με το ένα χέρι -το δεξί- κρατούσα το τιμόνι. Ο αγκώνας του αριστερού μου ήταν στο παράθυρο και με τον καρπό που στήριζα το κεφάλι μου. Με είδε αστυνομικός και με σταμάτησε. Όταν σταμάτησα του έδειξα το χέρι μου, στο οποίο δεν κρατούσα κινητό και μου είπε να φύγω αλλά άλλη φορά να μην οδηγώ έτσι, γιατί μπορεί κάποιος να νομίζει ότι μιλώ στο κινητό. Με τη λογική σας, θα έπρεπε και τότε να με καταγγείλει;».

«Η αλήθεια είναι πως θα έπρεπε, γιατί ο νόμος λέει πως τα χέρια σας πρέπει να είναι ελεύθερα όταν οδηγάτε».

Αυτό ήταν κυρία Δικαστίνα μου. Σε αυτό το σημείο, άπλωσα το χέρι μου, πήρα το εξώδικο που αδίκως μου πάσκιωσε το Κοκούι, που τάχα μου είναι πολύ αυστηρό στη δουλειά του και έχει γράψει και τη μάνα του -όπως μου είπανε- και έφυγα από τον αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού.

Στο δρόμο σταμάτησα σε μια τράπεζα, πλήρωσα το εξώδικο και ήρθα σπίτι. Στήθηκα μπροστά από τον καθρέφτη και σας μιλάω. Παραλογίζομαι κυρία Δικαστίνα μου, δεν αντιλέγω, αλλά και την καταδίκη μου δεν την χαρακτηρίζεις λογική.

Κάποτε πίστευα πως ζούμε σε ένα δημοκρατικό καθεστώς. Μετά θυμήθηκα πως στα δημοκρατικά πολιτεύματα υπάρχει αξιοκρατία, ισότητα, δικαστήρια και διαφάνεια. Μετά θυμήθηκα πως υπάρχουν κουμπάροι, στολές και γραφειοκρατία. Καληνύχτα μας.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ