«Δεν μας παίρνει να γυρίσουμε ξανά στα δυο καφενεία»

Το ερχόμενο φθινόπωρο ο Μπάμπης Παπαδόπουλος θα κυκλοφορήσει ένα δίσκο οργανικής μουσικής, γραμμένο live, στον οποίο, μεταξύ άλλων, συμμετέχει ο Φώτης Σιώτας. Η πρόσφατη κοινή εμφάνισή τους στο Αρχοντικό Αξιοθέας, όπου μεταξύ άλλων θα παρουσίαζαν και κομμάτια από τον συγκεκριμένο δίσκο, ήταν μια καλή αφορμή για να κάνω επιτέλους μια κουβέντα μαζί του -κάτι που επιδίωκα εδώ και καιρό.

 

Ουσιαστικά θα έλεγα πως τον Σιώτα τον «γνώρισα» κυρίως μέσα από δύο δίσκους. Τον «Ελάχιστον ευατό» του Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον σχετικά πρόσφατο «Χάρτη» του Μάλαμα. Έπαιξε μουσική, έκανε ενορχήστρωση, έδωσε το στίγμα του, έδωσε την ψυχή του. Αυτό τουλάχιστον πήρα εγώ ακούγοντάς τους.

Δεν είναι ότι τον μυθοποίησα, ακούγοντας όμως τους δίσκους μου συνέβη κάτι περίεργο. Ειδικά με τον «Ελάχιστο Εαυτό» (καθότι όπως προανέφερα ο «Χάρτης» είναι σχετικά πρόσφατος) είχα μαγευτεί. Κόλλησα. Κι όσο περισσότερο τον άκουγα τόσο περισσότερα πράγματα ακύρωνα από αυτά που είχα ακούσει προηγουμένως. Αυτός ο δίσκος είναι τόσο πολύ δουλεμένος, τόσο ευρηματικά φτιαγμένος, τόσο πλούσιος σε ότι αφορά στη σύνθεση και την ενορχήστρωση, που κάνει αρκετά από τα υπόλοιπα να μοιάζουν τουλάχιστον φτωχά και flat. Καλά, ξέρω ότι τα παραλέω, σε μια εποχή όμως που κάποιοι επιμένουν να «τραυματίζουν» τα αυτιά και να βιάζουν την αισθητική μας, δικαιούμαι νομίζω να διαφημίζω κάτι που είναι τόσο καλό. Κι ας φαίνεται ότι υπερβάλλω λιγάκι. Παρεμπιπτόντως, στα δικά μου αυτιά, αντίστοιχα πλούσιος ποιοτικά είναι και ο καινούργιος Μάλαμας.


Σε ότι αφορά στον «Ελάχιστο Εαυτό», για τρία χρόνια πηγαινοερχόμουν στο Μεταξοχώρι με το τρένο, απ’ όπου προέκυψε και ένα τρελό ποσό σε οδοιπορικά. 5 μέρες εκεί, 5 μέρες Αθήνα, ξανά πίσω.


«Πρόκειται για δυο διαφορετικές εργασίες. Γι’ αυτό μου άρεσε που ασχολήθηκα και με τα δύο. Σε ότι αφορά στο δίσκο του Θανάση, πρόκειται για ένα δίσκο πιο πολύ εργαστηριακό που έγινε στο Μεταξοχώρι, ουσιαστικά από τους δυο μας, μαζί και με τον ηχολήπτη Χρήστο Μέγα. Του Θανάση η δουλειά ήταν πολύ πιο χρονοβόρα και πιο μοναχική, αφού, μπορεί να συμμετείχαν άτομα, πλην όμως αυτό έγινε σε λίγα πράγματα. Αρκετό από το ηχητικό υλικό το έχω παίξει εγώ, με πολλά βιολιά και πλήκτρα και άλλες δικές μας πατέντες. Από την άλλη, στην περίπτωση του Σωκράτη τα τραγούδια ήταν στημένα από πριν και ουσιαστικά, μαζί και με το Βαγγέλη Λάπα, προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον για να παιχτούν αυτά τα κομμάτια. Και στις δυο περιπτώσεις έζησα μια ωραία εμπειρία. Εγώ δεν αισθάνομαι, ούτε μαέστρος, ούτε ενορχηστρωτής. Αυτό που θα έλεγα είναι πως, μέσα από τη σχέση μου με τους καλλιτέχνες όλα αυτά τα χρόνια, πιο πολύ προέκυψε μια κοινή αντίληψη σε πράγματα, οπότε μέσω των δίσκων αυτών μου δόθηκε και μια ευκαιρία να κάνω κάποια πράγματα έτσι λίγο πιο μπροστά από τα συνηθισμένα».

Πρακτικά, συναντήσατε και δυσκολίες;

Σε ότι αφορά στον «Ελάχιστο Εαυτό», για τρία χρόνια πηγαινοερχόμουν στο Μεταξοχώρι με το τρένο, απ’ όπου προέκυψε και ένα τρελό ποσό σε οδοιπορικά. 5 μέρες εκεί, 5 μέρες Αθήνα, ξανά πίσω, μετά ηχογραφήσαμε και Αθήνα κάποια πράγματα, όπου δεν πέτυχαν κιόλας όλες οι ηχογραφήσεις…

Αλήθεια, τι προσδοκούσατε να πετύχετε ξεκινώντας να κάνετε αυτό το δίσκο;

Νομίζω ότι ο Θανάσης ήθελε να εξυπηρετήσει τα λόγια αυτά που είχε και απ’ εκεί ξεκινάει το πράγμα. Αυτός έδωσε τις κατευθύνσεις. Ουσιαστικά, θέλαμε να παίξουμε οι δυο μας και να πειραματιστούμε. Είχε πάρει αρκετά όργανα, είχε και το στούντιο εκεί, κάτω απ’ το σπίτι, και κάπως έτσι μπήκαμε σε αυτή τη διαδικασία.

Θα μπορούσαμε να τον συγκρίνουμε με κάτι αντίστοιχο που έγινε είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό;

Δεν είχαμε αναφορά. Και αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει τον Θανάση. Μας αρέσουν πράγματα αλλά όχι, πήγαμε στα κουτουρού.

Πως είναι να ηχογραφείς και να παίζεις δίπλα στους σπουδαιότερους τραγουδοποιούς της Ελλάδας;

Αισθάνομαι τυχερός που βρέθηκα σε αυτή την παρέα. Η Θεσσαλονίκη και η εποχή των 90s και early 00s με έφερε κοντά σε όλους αυτούς. Τον Σωκράτη, τον Γιάννη (Αγγελάκα), τον Θανάση, τον Μπάμπη (Παπαδόπουλο)… Οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες έχουνε φτιάξει ο καθένας ένα ιδιότυπο δικό του δρόμο. Και ο τρόπος που γράφει ο Θανάσης, αυτό που έχει κάνει μουσικά δηλαδή, είναι κάτι τελείως προσωπικό, και ο Σωκράτης ήταν από τους πρώτους που έμπλεξε μέχρι και τους δρόμους και πράγματα άλλα, οπότε έφτιαξε κι αυτός ένα δικό του κόσμο (με όλα αυτά βέβαια να ξεκινούν και απ’ τον Παπάζογλου), και ο Γιάννης με τις Τρύπες αλλά και τους Επισκέπτες είχε κάνει κάτι ξεχωριστό…

Πέραν από το ταλέντο τους, τι άλλο τους καθιστά τόσο ξεχωριστούς στα δικά σου μάτια;

Ο χαρακτήρας, το ανθρώπινο στοιχείο. Είναι και φίλοι. Είναι ειλικρινείς άνθρωποι. Απ’ εκεί και πέρα, περισσότερο είναι αυτό που μόλις προανέφερα. Το ιδιότυπο της τέχνης τους. Το ότι ο καθένας δημιούργησε ένα δικό του κόσμο και μουσικά και με τα τραγούδια τους. Και αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον για κάποιο μουσικό, να ανακαλύψει δηλαδή τον κόσμο του καθενός από αυτούς.


Δεν μας παίρνει να γυρίσουμε ξανά στα δυο καφενεία, σε αυτό που ζήσαμε στη δεκαετία του ’80. Κάναμε μια διαδρομή και αντί αυτό το πράγμα να μας πάει μπροστά, μας έφερε πάλι πίσω.


Αν σου δινόταν η ευκαιρία να φτιάξεις ένα δικό σου μαγαζί, για να τραγουδάς με τους μουσικούς-φίλους σου, πως θα ήταν στημένο;

Σίγουρα δεν θα ‘ταν όπως οι περισσότερες μουσικές σκηνές, αλλά κάτι πιο μικρό. Παίξαμε σε ένα χώρο ωραίο στην Κέρκυρα που ήταν πολύ ωραίο γιατί ήμασταν στημένοι σε κύκλο και ο κόσμος ήταν γύρω-γύρω. Αυτός ο χώρος θα μου άρεσε πολύ.

Παρατηρείς να γίνονται πράγματα στην Ελλάδα σήμερα;

Ναι, βλέπεις μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων και ομάδων που κάνουν πράγματα για τα οποία λες μπράβο, αφού είναι πολύ ωραία, πολύ δημιουργικά και έχουν αποτέλεσμα, ακόμα και οικονομικό. Δυστυχώς, όμως, αυτά δεν μπορούν να αποτυπωθούν σαν ταυτότητα γενικά για την χώρα. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια στη συνεργασία και στην ανοχή. Νομίζω ότι πρέπει να γίνουμε πιο ανεκτικοί και για τους άλλους. Δεν μας παίρνει ας πούμε να γυρίσουμε ξανά στα δυο καφενεία, σε αυτό που ζήσαμε στη δεκαετία του ’80. Κάναμε μια διαδρομή και αντί αυτό το πράγμα να μας πάει μπροστά, μας έφερε πάλι πίσω.

Ποια συμβουλή θα έδινες προς αυτή την κατεύθυνση; Ίσως μια συμβουλή που έδωσε κάποιος άλλος σε σένα…

Οτιδήποτε έχει να κάνει με το να είμαστε ψύχραιμοι και όχι τόσο παρορμητικοί, κάτι το οποίο μου το λέγανε από παλιά, νομίζω είναι καλή συμβουλή. Είναι κάτι που το έχω συνέχεια στο μυαλό μου. Ειδικά στην εποχή την τωρινή, έχεις συνέχεια αφορμές για να χάνεις την ψυχραιμία σου. Προσωπικά, προσπαθώ να έχω μια ισορροπία αλλά και μια απόσταση από ένα γεγονός την ώρα που συμβαίνει, βλέποντάς το μετά σε δεύτερο επίπεδο.



Από συναυλία με τους Sancho 003 στην Κύπρο

Εκτός από την Ελλάδα, θα συμφωνείς φαντάζομαι πως δημιουργικότητα και κινητικότητα, σε ότι αφορά στα καλλιτεχνικά, υπάρχει και στην Κύπρο;

Στην Κύπρο έρχομαι αρκετά συχνά τα τελευταία 5-6 χρόνια. Είχα έρθει και στο Τρένο πιο παλιά για συναυλίες, από τον καιρό όμως που γνώρισα τον Αντρέα Τραχωνίτη και τον Λευτέρη Μουμτζή, τα παιδιά απ’ την Λουβάνα, έρχομαι συχνά. Περίπου  3-4 φορές το χρόνο. Έχω παίξει μάλιστα δυο φορές στο Loop Festival με τους Sancho 003, δυο φορές στον Φέγγαρο με τον Θανάση, έχω έρθει με τον Αγγελάκα, με τον Μάλαμα, έχω παίξει με τον Λευτέρη.... Είναι αλήθεια ότι γίνονται πολύ ωραία πράγματα στην Κύπρο.

Απ’ ότι ξέρω αυτό τον καιρό δουλεύεις μαζί με τον Λευτέρη Μουμτζή πάνω σε έναν καινούργιο δικό σου δίσκο.

Είμαστε ακόμα στο στάδιο της πρώτης εξερεύνησης. Είναι νωρίς ακόμα.

Στον φετινό Φέγγαρο δεν παίζεις, σωστά;

Είχα έρθει και τις δυο φορές με τον Θανάση. Σωστά, φέτος δεν θα συμμετέχω αλλά έστω και σαν επισκέπτης θα ήθελα να είμαι εδώ, αφού απ’ ότι ξέρω θα υπάρχουν κι άλλες δράσεις. Η ατμόσφαιρα στο φεστιβάλ είναι μαγική και το σκηνικό πανέμορφο.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ