«Θεωρώ πολλές εμπορικές ταινίες εξαιρετικές και αρκετές αρτίστικ σαχλαμάρες»

Μια εξαίρετη κινηματογραφική παραγωγή που δημιουργήθηκε στη Νέα Υόρκη από μία ομάδα ταλαντούχων Κυπρίων προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους K- Cineplex.

 


Απόλαυσα πριν λίγες μέρες στο σινεμά το δραματικό θρίλερ Behind the Mirror, μια αξιοπρόσεκτη ταινία που φτιάχτηκε από μια ομάδα Κυπρίων δημιουργών και γυρίστηκε πριν δύο ακριβώς χρόνια, σε δύο μικρές πόλεις λίγο έξω από τη Νέα Υόρκη, με τα ονόματα Coxsackie και ... Athens.

Η ταινία έχει τιμηθεί με δύο βραβεία Καλύτερου Θρίλερ, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μεξικού και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μανχάταν.

Διακριτικά και βιρτουόζικα, οι δημιουργοί της ταινίας κατάφεραν να εξισορροπήσουν έντεχνα το εμπορικό στοιχείο με το niche. Aπό τη μία είναι γεμάτη με αλληγορίες και με αρκετές ιδιαίτερες αναφορές, πράγμα που σε κάνει να θέλεις να τη ξαναδείς, και για μία ταινία αυτό είναι κομπλιμέντο μεγάλο. Από την άλλη, παρακολουθείται αβίαστα ενώ με τις υπερβάσεις και τις αδυναμίες του πρωταγωνιστή οποιοσδήποτε μπορεί να ταυτιστεί.

Έβγαλε συνεπώς πολύ νόημα όταν έμαθα πως ο σεναριογράφος της ψυχολογία είναι που σπούδασε. Η συζήτηση με τον Νικόλα Σαμψών αδιάφορη αποκλείεται να περνούσε.

 

Γιατί «Behind the mirror»;

H αρχική σκέψη είχε να κάνει με το ότι το καθετί που κάνουμε τον εαυτό μας είναι που αντικατοπτρίζει. Οι φίλοι μας, η οικογένεια μας, τα παιδιά μας, οι πόλεις στις οποίες ζούμε, τα βιβλία μας, η δουλειά μας, αντικατοπτρίζουν κάποιες επιλογές μας. Αυτά όλα είναι καθρέφτες.

Ήθελα ο χαρακτήρας μας να εξερευνήσει τον περίγυρό του και να πάει πίσω από τον καθρέφτη, να δει τι κρύβεται πίσω από όλα που έκτισε γύρω του, γιατί μπορεί οι καθρέφτες να αντικατοπτρίζουν την αλήθεια αλλά επίσης περιορίζουν.

Ο ήρωας μας προσπάθησε να κάνει μία υπέρβαση, να ξεπεράσει κάποια όρια και κάποιους περιορισμούς. Ο μόνος τρόπος να το κάνει ήταν να πάει πίσω από τους καθρέφτες που έχει γύρω του και να δει τι κρύβεται εκεί.


Προσπαθούμε να μην αγγίξουμε το καλό και το κακό,  αφήνουμε τον θεατή να αποφασίσει


 

Και πέφτει στο σκοτάδι.

Πίσω από τον καθρέφτη βρίσκει ένα σκοτάδι, ναι. Αυτό όμως είναι το ιδιαίτερο της υπόθεσής μας, αφού οι περισσότερες ιστορίες ανακάλυψης και υπέρβασης μες στο φως είναι που παν.

Το ταξίδι του χαρακτήρα μας είναι ανάποδο, για να ανοίξουν οι αισθήσεις του πραγματικά και να αρχίσει να βλέπει κάποια πράγματα που έμειναν κρυφά, πρέπει να μπει μέσα στο σκοτάδι.

 

Του κάνει καλό;

Πληρώνει ένα τίμημα για τις επιλογές του και εναπόκειται στον θεατή να αποφασίσει εάν είναι καλό ή κακό. Μέσα στην ταινία προσπαθούμε να μην αγγίξουμε το καλό και το κακό, μένουμε στο ταξίδι και αφήνουμε τον θεατή να αποφασίσει τι είναι που έγινε και πώς το αξιολογεί.

 

Σεναριογράφος και ένας εκ των δυο εκτελεστικών παραγωγών είναι ο Νικόλας Σαμψών της Sampsonic Media και δεύτερος εκτελεστικός παραγωγός ο Σάββας Λιασής, της «boutique» επενδυτικής εταιρείας Elements Capital Partners. Σκηνοθέτης και παραγωγός είναι ο Μίνως Παπάς, Cyprian Films, με βάση τη Νέα Υόρκη. Τη μουσική της ταινίας ανέλαβε ο συνθέτης Γιώργος Καλλής

 

Στο τρέιλερ βλέπουμε τον Τζέιμς να ρωτά τον Εξέβιερ αν φοβάται το σκοτάδι. Εκεί είναι που συνειδητοποιούμε τους φόβους μας, του υποδεικνύει. 

Έμπνευση εδώ αποτέλεσε η αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα που υποθέτει πως όλοι ζούμε μέσα σε μια υπόγεια, σκοτεινή σπηλιά αλυσοδεμένοι και το μόνο που βλέπουμε είναι τα είδωλά μας.

Τα είδωλα είναι οι σκιές που δημιουργεί η φωτιά πάνω στις φιγούρες μας και εμείς νομίζουμε πως τούτος είναι ο κόσμος, ο δισδιάστατος. Βγαίνει ο τύπος από τη σπηλιά, βλέπει το φως, κόσμο, αέρα, μπλε ουρανό, πουλιά, πράγματα που δεν υπήρχαν στη ζωή του πριν και εκστασιάζεται. Όταν επιστρέφει πίσω στη σπηλιά και  ενθουσιασμένος αφηγείται στους υπόλοιπους τι είδε, νομίζουν ότι τρελάθηκε και τον σκοτώνουν.

Όταν δηλαδή βλέπουμε κάτι διαφορετικό όλοι το κατακρίνουμε και το εξουδετερώνουμε για να μείνει εκείνο που ξέρουμε.

 

Αυτό ουσιαστικά έγινε μέσα στην ταινία.

Ακριβώς αλλά το κάναμε ανάποδα. Το άγνωστο για εμάς είναι το σκοτάδι. Όλοι ζουν μέσα στο δικό τους «φως», είτε αυτό είναι η θρησκεία τους, η κουλτούρα τους, ή το ότι για να έχεις καλή ζωή πρέπει πχ να είσαι παντρεμένος με οικογένεια, να πηγαίνεις στα τάδε ιβέντς και να μην παίρνεις ορισμένα ναρκωτικά, ενώ εκείνα που δίνει ο ψυχίατρος είναι εντάξει.

Ο δικός μας βγαίνει από τη «σπηλιά», από το κατεστημένο δηλαδή, αλλά αντί να μπει μέσα σε άπλετο φως, εισέρχεται μέσα σε ένα σκότος που ξυπνά, ωστόσο, τις αισθήσεις του. Πράγματα που μέσα στο άπλετο φως της καθημερινότητας δεν τα αντιλαμβανόταν. Οπότε το ταξίδι είναι το ίδιο αλλά αντικαταστήσαμε το φως με το σκοτάδι.

 


Όταν βλέπουμε κάτι διαφορετικό όλοι το κατακρίνουμε και το εξουδετερώνουμε για να μείνει εκείνο που ξέρουμε


 

Ποιες ήταν οι αναφορές σου όταν έγραφες το σενάριο;

Είχα κάνει μια έρευνα με ταινίες που ασχολούνται με alter-ego και ήθελα να κάνω κάτι που δε ξανάγινε, να μην αναμασήσω την ίδια ιστορία.

Αναφορές είχα για παράδειγμα από το «The sixth sense», το «Τhe others», το «American psycho», το «Shutter Island».  Τα είδα και είπα ok, πρέπει να κάνουμε κάτι λίγο διαφορετικό.

Άλλη αναφορά ήταν η Οδύσσεια, ένα ταξίδι με πολλές δοκιμασίες και κακουχίες, καθώς επίσης και το έργο «Shame», το οποίο εξιστορεί τα πάθη ενός χαρισματικού αλλά εκκεντρικού και ιδιόρρυθμου πρωταγωνιστή.

Ερεθίσματα έχω επίσης από Αμερικάνους συγγραφείς όπως ο Χέμινγουεϊ, που ασχολείται με θέματα ανολοκλήρωτης αγάπης, τιμής και καθήκοντος προς τον εαυτό του και σίγουρα από τον ποιητή και αλκοολικό Μπουκόβσκι.  

Ο χαρακτήρας μας, για παράδειγμα, πίνει πολύ και από εκεί ξεκινούν αρκετά από τα προβλήματα του. Αυτό βέβαια προδίδει και την ευαισθησία του. Όπως ακριβώς ο Μπουκόβσκι, ο οποίος είναι μια ψυχούλα κρυμμένη σε ένα κυνικό κέλυφος.

Αναφορές στην ταινία έχουμε και από το «On the road» του Jack Kerouac, ο οποίος πήγε on the road να ανακαλύψει την έννοια της ζωής στην Αμερική μετά από τον πόλεμο. Ο δικός μας πάει on the road μαζί με ένα σαμάνο,  βγαίνοντας έτσι έξω από το πλαίσιο της οικογένειας και της πόλης που τον περιορίζουν.

 

Corey Fontana, Connor Sullivan, Ashton Green, Matt Hopkins

 

Οι σαμάνοι είναι θέμα που απασχολεί την κοινωνία στις ΗΠΑ;

Νομίζω πως ως θέμα έχει αρχίσει να επηρεάζει ναι, αφού αλλάζουν γνώμες και νόμοι αναφορικά με κάποιες ουσίες. Η μαριχουάνα έγινε νόμιμη σε τέσσερις πολιτείες και αρκετός κόσμος άρχισε να ξεπερνά παλιά ταμπού. Οι σαμάνοι ασχολούνται με απαγορευμένες ουσίες, που μέσα στα επόμενα 15 με 20 χρόνια νομίζω θα γίνουν τεράστιο θέμα, όταν οι νόμοι επιτρέψουν την επιστημονική έρευνα σε κάποιες από αυτές που βρέθηκε ότι μπορεί να βοηθήσουν σε ψυχολογικές διαταραχές.

 


Εαν γίνει με τον σωστό τρόπο, κάποιες από αυτές τις ουσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελός μας


 

Σαν τι ουσίες;

Τα μανιτάρια, για παράδειγμα, που στην ταινία τα δείχνουμε, έχουν ήδη ξεκινήσει να χρησιμοποιούνται σε κάποιες περιπτώσεις για post-traumatic stress disorder και για ασθενείς που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο του καρκίνου. Μια ιατρική τακτική και έρευνα που μέχρι πρόσφατα απαγορευόταν.

Ένα από τα κυριότερα θέματα που θέλαμε να θίξουμε στην ταινία είναι πως εάν γίνει με τον σωστό τρόπο, κάποιες από αυτές τις ουσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς όφελός μας. Την ίδια ώρα φυσικά η λανθασμένη χρήση φέρνει και τα αρνητικά αποτελέσματα.

Δεν πήρα θέση, δεν ήθελα να κάνω πολιτική ταινία, ήθελα να μεταφέρω το ταξίδι ενός ήρωα που κάνει και λάθη και σωστά και επαφίεται στον καθένα να κρίνει το πώς και το τι.

 

O σκηνοθέτης της ταινίας, επίσης Κύπριος, Μίνως Παπάς (Cyprian Films, New York

 

Γιατί θρίλερ; Και γιατί δραματικό θρίλερ;

Μου αρέσει να ψάχνω θέματα με συγκρούσεις και το δράμα ως βάση του συγκρούσεις είναι που έχει. Γράφοντας ιστορίες με δράμα μπορώ να εξερευνήσω διάφορα όρια της ανθρώπινης κατάστασης.

Παράλληλα, ως ψυχολόγος με ενδιαφέρουν οι συγκρούσεις και οι συνεργασίες. Για μένα δεν μπορείς να εντοπίσεις και να αναπτύξεις καλές συνεργασίες αν δεν αναλύσεις πρώτα τις συγκρούσεις.

Άρα ξεκινώ από το θρίλερ και το δράμα, ψάχνω το θέμα μου, ξεπερνώ πολλά όρια.

Σε ό,τι αφορά αποκλειστικά το θρίλερ, είναι και εμπορικά ευκολότερο να το πουλήσεις.

 


Δεν ήθελα να κάνω πολιτική ταινία, ήθελα να μεταφέρω το ταξίδι ενός ήρωα που κάνει και λάθη και σωστά 


 

Μου άρεσε που είχε σασπένς χωρίς να σε κουράζει. Υπήρξαν αρκετές εναλλαγές στις σκηνές.

Σκοπός μας δεν ήταν να φοβίσουμε τον θεατή αλλά να τον να τον συσχετίσουμε, να τον απορροφήσουμε και να του δώσουμε ερείσματα.

Είναι μια σημειωτική ιστορία με πολύ συμβολισμό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μια ιστορία για ένα άτομο που θέλει να ξεπεράσει τα όρια ενός κατεστημένου. Ο Εξέβιερ αντιπροσωπεύει την αθώα Αμερική πριν τον πόλεμο, που ήταν κοντά στη φύση και τα συμφέροντα του κατεστημένου ήταν όλοι οι υπόλοιποι.  

Ο χαρακτήρας μας σε μια φάση ωθείται σε τόση πίεση που αναγκάζεται να ξεσπάσει σπασμωδικά. Είναι λοιπόν μια αλληγορία η ιστορία μας.

 

Πού και πότε έγιναν τα γυρίσματα;

Η ταινία γυρίστηκε μέσα σε πέντε εβδομάδες τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη του 2013, εξ ολοκλήρου στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, σε μια πόλη που συμπτωματικά λέγεται Athens με 2000 άτομα πληθυσμό καθώς και σε μια άλλη μικρή πόλη παραδίπλα με 5000 άτομα πληθυσμό που λέγεται Coxsackie, που είναι ένα παλιό ινδιάνικο όνομα που σημαίνει το κάλεσμα της κουκουβάγιας.

Το μέρος μας τη σύστησε ο ηθοποιός Nando Del Castilo, ο «Τζέιμς» στην ταινία, ο οποίος μένει εκεί.

Η πραγματικότητα είναι πως στο βιβλίο μου η ιστορία εκτυλισσόταν σε μια μικρή πόλη στο Όρεγκον, όταν όμως το είπα στον Νάντο μου λέει και εγώ μένω σε μια μικρή πόλη, δύο ώρες έξω από τη Νέα Υόρκη, θες να πας να δεις τι γίνεται, και όντως έκατσε, αφού ήταν πολύ ευκολότερο να γίνουν τα γυρίσματα εκεί.

Ήταν και πολύ φιλικοί οι άνθρωποι μαζί μας, γνωρίσαμε τους παράγοντες, τον σερίφη, τον πάστορα, τη δήμαρχο, οπότε πήρα και μία αίσθηση για τη δυναμική και τις πολιτικές της πόλης, τα οποία στη συνέχεια ανακάτωσα όλα μαζί, κτίζοντας τον φανταστικό κόσμο της Νέας Ρώμης.

 

Daniela Mastropietro, Matt Hopkins

 

Γενικότερα στις ΗΠΑ υπάρχει χώρος για ανεξάρτητες νέες εταιρίες παραγωγής όπως η Sampsonic Media και η Cyprian Films, New York;

Σίγουρα, ειδικά τώρα που ανοίχτηκε η τεχνολογία έχει πολύ χώρο για να κάνεις δικές σου παραγωγές και φθηνότερα. Μπορείς να κάνεις share το υλικό σου, να έχεις ένα νέο ακροατήριο, να κάνεις crowdfunding με λεφτά που δεν υπήρχαν πριν. Δεν πρέπει πια να περνάς αναγκαστικά από τα γνωστά μεγάλα στούντιος. Έχει πάρα πολλούς τρόπους αν είσαι δημιουργικός να κάνεις μια μικρή ανεξάρτητη ταινία. Και να έχεις και απήχηση.

 

Δεν είναι όμως ταυτόχρονα και δύσκολο το ότι ασχολείται τόσος πολύς κόσμος; Πώς μπορείς να ξεχωρίσεις;

Ναι αυτό ισχύει, είναι πολύ ανταγωνιστική η ατμόσφαιρα. Είναι κανονικός πόλεμος να ξεχωρίσεις από τις άλλες χιλιάδες παραγωγές.

 

Πώς ένιωσες όταν βραβεύτηκες; Το περίμενες;

Ένιωσα πως έκανα μια δουλειά που μπορούσε όντως να αναγνωριστεί. Δεν ήξερα πού ακριβώς ή πώς αλλά είχα εμπιστοσύνη σε αυτήν τη δουλειά διότι ξεκίνησε με θετικούς οιωνούς.

 

 

Πριν τη ξεκινήσεις έτσι το είχες μες στο μυαλό σου, ότι «θέλω να κάνω κάτι μεγάλο»;

Ήθελα να κάνω κάτι που να ξεχωρίσει στο επίπεδο του.

Η ιστορία ξεκίνησε από ένα workshop για συγγραφείς στο οποίο πήγα στην Αμερική και στο οποίο εισέπραξα θετική αντίδραση από τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους και από τους καθοδηγητές. Όταν μου έδωσαν θετικό feedback ένιωσα ότι έχουμε κάτι στο οποίο μπορούμε να κτίσουμε.

Ήξερα πως ο σκηνοθέτης μου (Μίνως Παπάς) είναι πολύ καλός και μπορεί να χειριστεί επιδέξια τις εικόνες του και ένα σκοτεινό ταξίδι.

Στήσαμε μία ωραία ομάδα, η μουσική ήταν επίσης πάρα πολύ καλή, ο Γιώργος Καλλής, με τον οποίο έχει καιρό που δουλεύω, μπορούσε να δώσει τη μαγεία του. Πάντοτε η μουσική για μένα είναι πολύ σημαντική στις ταινίες. Ο δεύτερος εκτελεστικός παραγωγός Σάββας Λιασής έχει επίσης πολύ διεισδυτικό μάτι στο πώς να προωθήσει ένα προϊόν και να του δώσει ώθηση.

 

Εδώ στην Κύπρο πώς τα βλέπεις τα πράγματα με το industry; Φεστιβάλ πάντως γίνονται αρκετά.

Το πράγμα κινείται, έχουμε πολύ ταλέντο αλλά και δρόμο να διανύσουμε. Οι δυνατότητες είναι μεγάλες, αφού είναι πολύ όμορφα τοποθετημένη η Κύπρος σε ένα σταυροδρόμι τριών ηπείρων, με πολλές επιρροές και με μεγάλο πλούτο σε τοπία σε ένα μικρό κομμάτι γης.

Πρέπει όμως να δώσουμε και εμείς κίνητρα για να έρθει μια μεγάλη παραγωγή, φορολογικά πχ. Αν δεν τα πιάσει μια παραγωγή εδώ θα πάει κάπου αλλού, θα πάει στη Μάλτα, που μπορεί να είναι μικρότερη αλλά δίνουν κίνητρα.

Οπότε εαν εξετάσουμε και εμείς πως παίζεται το παιχνίδι και προσαρμοστούμε, θα αρχίσουν να έρχονται ξένες παραγωγές που έχουν το εξπερτίς και θα προσλάβουν ντόπιο προσωπικό.

Θα αποκτήσουμε και εμείς εμπειρία και θα κτιστούν τα κτίρια και οι σχολές και σιγά σιγά θα δημιουργηθεί κουλτούρα παραγωγής ταινιών. Πρέπει να γίνει βήμα βήμα. Αρχικά πρέπει να έρθουν επαγγελματίες για να μας δείξουν πως γίνεται η δουλειά. Δεν θα εφεύρουμε τον τροχό εμείς, να μάθουμε.

Σε ό,τι αφορά μικρές ταινίες, με λίγα λεφτά, με ενδιαφέρον και με λίγο ταλέντο οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει. Και στην Κύπρο ο κόσμος με ταλέντο είναι πολύς.

 

Nando Del Castillo, Matt Hopkins

 

Θα την ονόμαζες κομέρσιαλ την ταινία σου;

Προφανώς η ταινία μας δεν είναι μπλοκμπάστερ, το στυλ της είναι λίγο πιο art-house, αγγίζει όμως καίρια θέματα που είναι μεγάλης εμβέλειας.

Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε την ισορροπία μεταξύ μιας αρτίστικ δήλωσης και μιας ιστορίας με την οποία να μπορεί να ταυτιστεί ο κάθε θεατής.

Δεν ξέρω αν το πετύχαμε αλλά το σκεπτικό αυτό ήταν. Μη ξεχνάμε πως δουλέψαμε μέσα στο πλαίσιο ενός πολύ μικρού μπάτζετ.

 


Η ταινία μας δεν είναι μπλοκμπάστερ, το στυλ της είναι λίγο πιο art-house, αγγίζει όμως καίρια θέματα που είναι μεγάλης εμβέλειας


 

Δε φοβάσαι πάντως τη λέξη κομέρσιαλ.

Καθόλου. Δεν το παίρνω σταυροφορικά και ότι είναι μίασμα ή πως οτιδήποτε κομέρσιαλ δεν είναι καλό. Θεωρώ εξαιρετικές πάρα πολλές εμπορικές ταινίες και αρκετές αρτίστικ σαχλαμάρες.

Για μένα μια ταινία πρέπει να συνδυάζει μια καλή ιστορία με ένα στυλ που να την κάνει να ξεχωρίζει. Και όταν φύγεις ως θεατής να σου έχει αφήσει κάτι, είτε σκέψη είτε συναίσθημα.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί και με μια εμπορική ταινία και με μια αρτίστικ.

 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ