Aνεβήκαμε στα ψηλότερα βουνά από σκουπίδια στην Κύπρο [εικόνες]

Μιλήσαμε με ανθρώπους που ζουν και εργάζονται εδώ

 

Φωτογραφίες: Μιχάλης Κυπριανού

 


«Ούτε δυσοσμία καταλάβω, ούτε τίποτα, από το τρακτέρ μου καθόλου δεν βγαίνω, μέσα στο air condition είμαι όλη μέρα» μας λέει ο φίλος στην κεντρική φωτογραφία, που δηλώνει αρκετά ικανοποιημένος από τη δουλειά του, αφού είναι, λέει, από τους πιο υψηλόμισθους υπαλλήλους του Δήμου.

 

Ακούγοντας Κοτσιάτης αυτόματα πεταγόμαστε σε Αλ Καπόνε, Οξάνα Λίσνα και φρίκη, αφού, πέρα από την κυριολεκτική βρωμιά της υπόθεσης, τα υψηλότερα βουνά από σκουπίδια στην Κύπρο δεν θα καταφέρουν ποτέ να ξεπλύνουν από πάνω τους το πιο αδίστακτο και γκράν γκινιόλ φονικό στη σύγχρονη ιστορία του ειδεχθούς εγκλήματος στη χώρα. 

Ήταν τέλη Οκτωβρίου του 1993 όταν ολόκληρη η Κύπρος παρακολουθούσε αποσβολωμένη και σε ζωντανή μετάδοση από τους τηλεοπτικούς της δέκτες δέκα εκσκαφείς να προσπαθούν να εντοπίσουν στον σκουπιδότοπο του Κοτσιάτη τη σορό της 28χρονης Σουηδέζας Κριστίν Κωνσταντινίδου (παντρεμένη με τον Κύπριο Νικόλα Κωνσταντινίδη «Τσιάρλη») που σύμφωνα με την παραδοχή του υπό σύλληψη Αντώνη Προκοπίου Κίτα, σαφώς γνωστότερου ως Αλ Καπόνε, βρισκόταν πεταμένο εκεί.

Μετά από δεκαεπτά ολόκληρες ημέρες ερευνών κάτω από σωρούς από ξύλα και κουτιά ληγμένου γάλακτος συγκεκριμένης ημερομηνίας, το πτώμα εντοπίστηκε σε πλήρη αποσύνθεση.

 

Σχετικά δημοσιεύματα της εποχής από «το Περιοδικό»

 

Είκοσι δύο χρόνια και τρεις μήνες μετά, εξασφαλίσαμε άδεια από τον Δήμο Λευκωσίας που είναι η αρμόδια εποπτική αρχή, βγήκαμε από την έξοδο του Δαλιού ακριβώς εκεί που βρίσκεται το σπίτι με τις φοινικιές, οδηγήσαμε πέντε λεπτά ακόμη προς τα δυτικά και μπήκαμε μέσα στον μεγαλύτερο σκυβαλότοπο της χώρας, στα ψηλότερα βουνά από σκουπίδια της Κύπρου.

 

 

Συναντήσαμε ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν καθημερινά εδώ, είτε για δουλειά, ως οδηγοί τρακτέρ ή σκυβαλοφόρων, είτε ως ρακοσυλλέκτες

 

 

 


Ούτε χώμα έμεινε, ούτε χώρος


 

Ο κύριος Μιχάλης εργάζεται στον σκουπιδότοπο του Κοτσιάτη από τις 17 Σεπτεμβρίου του 1990. «Ήταν μόνο λαξιές (μεγάλες λακκούβες) τότε. Όλα αυτά τα βουνά που βλέπετε σήμερα από τα σκουπίδια είναι που δημιουργήθηκαν. Δουλειά μας εμάς είναι ουσιαστικά να σπρώχνουμε τα σκουπίδια και να τα επικαλύπτουμε με χώμα».

 

 

«Όταν είχε αρχικά γίνει η απαλλοτρίωση για να γίνει ο σκουπιδότοπος, υπήρχε αρκετό χώμα στην περιοχή. Τώρα έχει περιοριστεί και το χώμα και ο χώρος. Πιστεύω πως ο σκυβαλότοπος έχει μάξιμουμ ακόμα τρία χρόνια ζωή. Έλειψε και ο χώρος και το χώμα».

 

 

Τα πρώτα χρόνια που είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του ο σκυβαλότοπος, θυμάται ο κύριος Μιχάλης, έμπαιναν καθημερινά 100 περίπου σκυβαλοφόρα.

«Σήμερα έρχονται 200 με 300 ημερησίως. Τα μισά περίπου είναι ιδιωτικά και τ’ άλλα μισά από τους Δήμους της μείζονος Λευκωσίας».


Σε ό,τι αφορά τα σκουπίδια σε αριθμούς, στοιβάζονται περίπου 1000 τόνοι σκουπίδια ημερησίως, πράγμα που σημαίνει γύρω στους 160 χιλιάδες τόνους ετησίως. «Τώρα βεβαίως με την κρίση τα σκουπίδια λιγόστεψαν. Οι μεγαλύτερες ποσότητες θα έλεγα πως μαζεύτηκαν από το 2005 μέχρι το 10 – 12, εκείνα τα χρόνια».

 


 

Πάρα πολλές φορές, σημειώνει, έτυχε να αντιμετωπίσουν πυρκαγιές που ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σβηστούν. «Όλα τα σκουπίδια είναι εύφλεκτα υλικά. Ιδίως παλιά που επιτρεπόταν να πετάνε στον Κοτσιάτη οτιδήποτε, ήταν πολύ εύκολο να ανάψουν φωτιές. Με την πάροδο του χρόνου ωστόσο αρκετά υλικά απαγορεύτηκαν λόγω της Green Dot κλπ, οπότε και οι πυρκαγιές έχουν περιοριστεί σημαντικά».

 


Στοιβάζονται περίπου 1000 τόνοι σκουπίδια ημερησίως, πράγμα που σημαίνει γύρω στους 160 χιλιάδες τόνους ετησίως


 

 

Αλησμόνητες εμπειρίες κατά την 25χρονη αυτή πορεία του κύριου Μιχάλη στον Κοτσιάτη υπήρξε σίγουρα η περίπτωση της Κριστίν το 1993 καθώς και μια αυτοκτονία στις αρχές των 00’s.

«Όταν είχαν φέρει τον Αλ Καπόνε για να βοηθήσει στις έρευνες, δεν ήξερε να μας πει πού ακριβώς βρισκόταν το πτώμα, αφού το υπέδαφος εδώ αλλάζει καθημερινά. Θυμάμαι να λέω στους αστυνομικούς πως αποκλείεται να τη βρούμε, ήταν σαν να ψάχναμε ψύλλο μες τ' άχυρα. Στην πορεία ωστόσο και αφού επικεντρωθήκαμε σε περιορισμένη περιοχή που βρίσκονταν κουτιά γάλακτος του Χαραλαμπίδη με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, έγινε κατορθωτό να την εντοπίσουμε».

 


Αλησμόνητες εμπειρίες για τον κύριο Μιχάλη υπήρξε η περίπτωση της Κριστίν το 1993 καθώς και μια αυτοκτονία στις αρχές των 00’s


 

 

Εμπειρία ζωής για τον κύριο Μιχάλη ήταν κι όταν εντοπίστηκε ένας αυτόχειρας μέσα στον σκουπιδότοπο, την εποχή της κρίσης στο χρηματιστήριο. «O άνθρωπος αυτός είχε μπει μέσα Παρασκευή νύχτα. Όταν το Σάββατο το πρωί ήρθα δουλειά είδα το αυτοκίνητό του από μακριά και διερωτήθηκα ποιος ήταν και τι έκανε εκεί. Πλησίασα και τον αντίκρισα νεκρό με ένα G3 στο χέρι».

 

 

Περιπετειώδεις εμπειρίες που βιώνουν οι τέσσερις εργαζόμενοι που αποτελούν το μόνιμο προσωπικό του σκυβαλότοπου, σε τακτά μάλιστα χρονικά διαστήματα, είναι ασφαλώς οι πυρκαγιές.

Η ζωή μας κινδυνεύει συχνά κάνοντας αυτή τη δουλειά, σημειώνει ο επιστάτης. «Η πραγματικότητα είναι πως η Πυροσβεστική επιφανειακά είναι που κάνει απόσβεση. Αν δεν ανακατέψεις τα σκουπίδια και να τα επιχωματώσεις με έναν τρόπο μου μόνο εμείς πια ξέρουμε πως γίνεται, η φωτιά δεν σβήνει».

 

 

«Πρέπει να πούμε ωστόσο πως προσφάτως η συνεργασία μας με τους προϊσταμένους μας έχει βελτιωθεί πάρα πολύ και οι φωτιές έχουν μειωθεί στο ελάχιστο» συμπληρώνει ο κύριος Μιχάλης για να μας τονίσει στη συνέχεια πως γενικότερα κάνει μια δουλειά την οποία αγαπά πάρα πολύ. 

«Όσο κι αν ακουστεί παράξενο, νιώθω πως κάνω την καλύτερη δουλειά του κόσμου. Έχω συνηθίσει και τη βρωμιά και την ακαθαρσία και πιστεύω πως είναι μεγάλη τέχνη να ξέρεις πώς να σπρώχνεις και να επιχωματώνεις τα σκουπίδια και να τακτοποιείς τον χώρο με τρόπο που να μη διαμαρτύρονται ούτε οι οδηγοί των σκυβαλοφόρων ούτε τα γύρω χωριά».

Αν τελικά ο σκυβαλότοπος κλείσει, παραδέχεται, θα στεναχωρηθεί πολύ. «Άμα δουλεύεις μια ζωή σε έναν τόπο δεν είναι εύκολο να αλλάξεις πόστο. Οι ώρες που έχω περάσει εδώ είναι περισσότερες και από αυτές που έχω περάσει με τη γυναίκα μου στο σπίτι, την οποία επίσης φυσικά αγαπώ, με διαφορετικό όμως τρόπο».

 


Όσο κι αν ακουστεί παράξενο, νιώθω πως κάνω την καλύτερη δουλειά του κόσμου


 

 

Λόγω της κατεύθυνσης των ανέμων που συνήθως είναι βορειοδυτικοί και παρόλο που πλησιέστερο στον σκουπιδότοπο είναι το ομώνυμο χωριό του Κοτσιάτη, το σημαντικότερο πρόβλημα με δυσοσμία το Πέρα Χωριό και η Νήσου είναι που το αντιμετωπίζουν. 

Μιλήσαμε συνεπώς και με τον κύριο Γιαννάκη Γεωργίου, κοινοτάρχη του Πέρα Χωριού για να μας πει κι αυτός τα δικά του. «Προβλήματα λόγω δυσοσμίας αντιμετωπίζουμε καθημερινά τα τελευταία 33 χρόνια. Λόγω της θέσης μας έχουμε βιώσει τα πάνδεινα. Η κατάσταση σήμερα είναι κάπως καλύτερη, αφού η συνεργασία μας με τον Δήμο Λευκωσίας είναι στενότερη και γίνεται καλύτερη επιχωμάτωση. Για ευνόητους λόγους, το καλοκαίρι το πρόβλημα είναι αυξημένο».

 


Προβλήματα λόγω δυσοσμίας αντιμετωπίζουμε καθημερινά τα τελευταία 33 χρόνια. 


 

«Ελπίζουμε στις νέες εξαγγελίες για μεταφορά των περισσοτέρων σκουπιδιών στην Κόσιη και το οριστικό κλείσιμο του Κοτσιάτη. Περιμένουμε και μια συνάντηση με τον Υπουργό Γεωργίας για να συζητήσουμε και εμείς τα χρονοδιαγράμματα που ακούμε από τις τηλεοράσεις. Ας μη ξεχνάμε πως τέλη του τρέχοντος έτους θα υποχρεωθούμε ως Κύπρος να πληρώσουμε πολύ υψηλούς φόρους για το θέμα». 

 

 

Τόσο καιρό υπομέναμε τη ζημιά, τώρα τουλάχιστον θέλουμε κάποια αντισταθμιστικά οφέλη, προσθέτει ο κοινοτάρχης.

Τον ρωτούμε εάν η περιοχή παρουσιάζει οποιοδήποτε τουριστικό ενδιαφέρον για αξιοποίηση. «Έχουμε το ξωκλήσι των Δώδεκα Αποστόλων του 11ου αιώνα και έχουμε κι ένα παραδοσιακό μουσείο με λαογραφικά και άλλα εκθέματα».

 

 

Μέχρι το τέλος του 2016 ο σκυβαλότοπος του Κοτσιάτη θα αποτελεί παρελθόν, δήλωσε πρόσφατα ενώπιον των κοινοταρχών Πέρα Χωρίου, Νήσου και Αγίας Βαρβάρας ο Υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Νίκος Κουγιάλης.

 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ