Ταξίδι στα βάθη της σήραγγας που ενώνει Διαρίζο και Φράγμα του Κούρρη

«Πάνω από τα κεφάλια μας είχαμε 400 μέτρα βουνό. Είχαμε φτάσει μέχρι το πιο προχωρημένο σημείο των εργασιών, εκεί που η μηχανή εξόρυξης του τούνελ ροκανίζει τα έγκατα της γης μέσα σ’ ένα αποπνικτικό περιβάλλον από τη σκόνη που ξεσηκώνεται, τη ζέστη και το θόρυβο».

 


27 χρόνια πριν, το 1990, το «Περιοδικό» και ο δημοσιογράφος Μάριος Δημητρίου επιχειρούν να ταξιδέψουν αρκετά μέτρα κάτω από τη γη, για να δουν σε πρώτο πλάνο ένα από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα υδατικά έργα που αναλήφθηκαν ποτέ στην Κύπρο -τη σήραγγα που θα μετέφερε νερό από τον Διαρίζο στο Φράγμα του Κούρρη.


Φυσικά αδροπληρώνονται, αλλά όσα πάρουν χαλάλι τους.


Η μια της άκρη, βρίσκεται μεταξύ των χωριών Αγίου Θεράποντα και Κυβίδων Λεμεσού και η άλλη της άκρη θα είναι στο χωριό Αρμίνου της Πάφου. Το μήκος της σήραγγας είναι στα 14, 5 χιλιόμετρα και αποτελούσε μέρος της δεύτερης φάσης του έργου του Νότιου Αγωγού, που δημιουργήθηκε με σκοπό να μεταφέρει διαμέσου της νερό από τον ποταμό Διαρίζο, μέσα στο Φράγμα του Κούρρη, ώστε να ενισχυθεί η υδατοπρομήθεια των πόλεων της ελεύθερης Κύπρου.

Την υλοποίηση του έργου είχε αναλάβει η Αυστριακή εταιρία MAYREDER σε συνεργασία με την εργοληπτική εταιρία της Λεμεσού Γ.Π. Ζαχαριάδης και το έργο κόστισε συνολικά 12 εκατομμύρια λίρες, σε αντίθεση με την αρχική εκτίμηση της Διεθνούς Τράπεζας η οποία το είχε κοστολογήσει στα 17 εκατομμύρια λίρες.


Η μηχανή εξόρυξης δούλευε 24 ώρες το 24ωρο αδιάκοπα για 6 μέρες την εβδομάδα.


«Η Αυστριακή εταιρεία που ανέλαβε τη διάνοιξη του τούνελ, είναι κορυφαία στον τομέα της και έχει τη μεγαλύτερη πείρα τουλάχιστον στην Ευρώπη, σε παρόμοιες δουλειές. Αυτό φάνηκε ήδη από την πρόοδο των εργασιών. Ήδη –ενώ οι εργασίες άρχισαν μόλις στις 20 Ιουνίου – λίγους μήνες μετά διανοίχθηκαν τρία χιλιόμετρα σήραγγας και οι Αυστριακοί λογαριάζουν να σκάψουν τα 14,5 χιλιόμετρα του συνολικού μήκους και να φτάσουν στην άλλη άκρη, γύρω στο τέλος του 1991. Το τούνελ παρόλα αυτά θα είναι έτοιμο για χρήση τέλη του 1992, αρχές 1993, αφού γίνει η επικάλυψη με μετόν», αναφέρει ο Λάκης Χριστοδούλου –τότε πρώτος Υδραυλικός Μηχανικός στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, στο Κυβερνητικό Τμήμα που σχεδίασε και προγραμμάτισε το όλο έργο.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός, ότι η μηχανή εξόρυξης δούλευε 24 ώρες το 24ωρο αδιάκοπα για 6 μέρες την εβδομάδα, με τους εργαζόμενους να χωρίζονται σε 2 βάρδιες των 12 ωρών. Η μία από τις 6 το πρωί μέχρι τις 18:00 το απόγευμα και η άλλη από τις 18:00 το απόγευμα, έως τις 6 το πρωί.

«Είναι φανερό ότι οι συνθήκες δουλειάς για τον Αυστριακό οδηγό της μηχανής εξόρυξης, αλλά και για τους άλλους εργαζόμενους (Αυστριακούς και Κύπριους), μέσα στο τούνελ, είναι πολύ δύσκολες. Εμείς μείναμε μόνο για μισή ώρα περίπου πάνω στην πλατφόρμα εργασίας και μας κυρίευσε ένα αίσθημα ασφυξίας μέσα σ’ εκείνη τη στενή μαύρη τρύπα, των τριών μέτρων διαμέτρου, μέσα σ’ εκείνο το ντουμάνι της σκόνης από το συνεχές σκάψιμο του εδάφους και μέσα στο δαιμονισμένο θόρυβο της μηχανής εξόρυξης.

Το σκοτάδι, αυτή η πηχτή σαν βούτυρο μαυρίλα στα έγκατα της γης και η ζέστη μαζί με την υγρασία χειροτερεύουν την κατάσταση», θυμάται ο δημοσιογράφος.

Οι Αυστριακοί, όπως αναφέρει το ρεπορτάζ έπαιρναν δύο εβδομάδες άδεια κάθε έξι βδομάδες δουλειάς, και πηγαινοέρχονταν στην Αυστρία με όλα τα έξοδα πληρωμένα και όλες τις απαραίτητες διευκολύνσεις από την εταιρεία τους.

«Φυσικά αδροπληρώνονται, αλλά όσα πάρουν χαλάλι τους», ανάφερε ο τεχνικός του εργαστηρίου Γιώργος Νικόλαου, που συνόδευε την δημοσιογραφική ομάδα.





Αυτούσιο το ρεπορτάζ, όπως δημοσιοεύθηκε στο Περιοδικό το 1990 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ