ΡΕΤΡΟ: Γυναίκες που αφιέρωσαν τη ζωή τους στον Θεό

Περίεργο συναίσθημα, ακαθόριστο. Ίσως γιατί στη σκέψη και μόνο του να επιλέξει κάποιος να αφιερώσει τη ζωή του στο Θεό, το πρώτο πράγμα που κατακλύζει το μυαλό και το σώμα των οικείων του, είναι κάτι μεταξύ φόβου και απορίας.

 



Και μετά τι θα γίνει; Πώς θα είναι η ζωή τους; Θα υποφέρουν, θα είναι δύσκολα, θα τα καταφέρουν;


Αλήθεια, πώς αποφασίζει κάποιος να αφήσει τα πάντα, να φορέσει μαύρα, να αφιερωθεί στον Θεό και να απαρνηθεί τα εγκόσμια;

Στην αντίπερα όχθη, βέβαια, υπάρχει και η άλλη άποψη που υποστηρίζει πώς τα «πάντα» δεν βρίσκονται στην κοινή καθημερινότητα, στις υλικές και σωματικές απολαύσεις, αλλά στην πνευματικότητα, στην εσωτερικότητα και στην επαφή με τα Θεία.

Το σίγουρο είναι πώς μια τέτοια απόφαση δεν είναι και δεν ήταν ποτέ εύκολη, πέραν κάποιων συγκεκριμένων περιπτώσεων. Δύσκολο κυρίως για τους οικείους του ατόμου που αποφασίζει να αφήσει τα πάντα και να διαβεί την πόρτα ενός μοναστηριού.

Ποια να είναι άραγε η πραγματικότητα, τι ισχύει πίσω από τις βαριές μεταλλικές πόρτες των μοναστηριών;

 

Ένα αφιέρωμα του «Περιοδικού», 30 χρόνια πριν, ασχολείται με τη ζωή και την καθημερινότητα στα γυναικεία μοναστήρια της Κύπρου, ενώ συνομιλεί με μοναχές για το πώς είναι να έχεις απαρνηθεί στην ουσία όλες τις σωματικές και υλικές απολαύσεις και να έχεις αφιερωθεί ψυχή και σώμα στο Θεό.

«Γυναίκες που θέλησαν να ζήσουν μέσα στο θείο φως, μακριά από τους πολλούς ανθρώπους και καθημερινά προβλήματα. Πρόσωπα ήρεμα, γαλήνια, που μοιάζουν να εκπέμπουν μια απόκοσμη και αλλόκοτη ακτινοβολία».



Η δημοσιογράφος Πόλα Σπόντα περιγράφει με κάθε παραστατικότητα τις εικόνες που αντίκρυσε στα γυναικεία μοναστήρια που επισκέφθηκε για χάρη του ρεπορτάζ.



«Τα ρούχα τους μαύρα, φαρδιά, αγγίζουν σχεδόν τη γη. Τα κεφάλια τους σκεπασμένα μόνιμα με μια μεγάλη μαντήλα. Γυναίκες που θέλησαν να μείνουν χωρίς αντράδες, παιδιά και οικογένειες, χωρίς κοσμικές συναναστροφές».



Και η μεγάλη απόφαση έρχεται σε μια πολύ ιδιαίτερη φάση, στην εφηβεία. Εκεί που η γυναικεία φύση ξεσπά, μεστώνει και αποζητά τη χαρά της ένωσης με το άλλο φύλο.

Συνειδητή επιλογή. Αυτό αναφέρουν σχεδόν όλες οι μοναχές στα διάφορα μοναστήρια που επισκέφθηκε το «Περιοδικό».



«Ήταν μια ακατανίκητη έλξη και μια επιθυμία να υπηρετήσουν το Θεό. Μια φώτιση που τις οδήγησε στο συγκεκριμένο δρόμο».

 

Δεν ήταν μόνο αυτές όμως, υπήρχαν και οι άλλες περιπτώσεις που στράφηκαν στο μοναχισμό έπειτα από μια απογοήτευση, έπειτα από μια πορεία έκκλητη, ανορθόδοξη που τις κούρασε.

Η αδελφή Γλυκερία από την Αθηαίνου, έγινε μοναχή το 1939 και την περίοδο που γραφόταν το ρεπορτάζ ήταν ήδη στα 72 της χρόνια. «Ήμουν κοπέλα του κόσμου κάποτε. Εκάμναν μου προξένια. Όταν όμως αρρώστησεν η μάνα μου που την αγιάτρευτην αρρώστιαν τζιαι είδα πόσον υπόφερεν μέχρι να πεθάνει, εσέφτηκα πώς όλα είναι ματαιότητα σ΄ αυτόν τον κόσμο. Αποφάσισα τότε να αφοσιωθώ στο Θεό».

Η αδελφή Μακαρία και αυτή από την Αθηαίνου αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο του Θεού στα 22 της χρόνια, όταν μίλησε στο «Περιοδικό» ήταν κι αυτή στην ηλικία των 73 ετών. «Εμπορούσα να κάμω οικογένεια, αλλά ευχαριτούσεν με η ιδέα να γίνω μοναχή. Είχα κλίση για τούτον τον δρόμο. Ούτε βασιλιά να μου εφέρναν, εν θα τον έπαιρνα. Επειδή τότε εν υπήρχαν γυναικεία μοναστήρια, έκαμνα για 5-6 χρόνια μοναχική ζωή στο χωρκό.

Εφόρουν πάντα μπλε ρούχα τζιαι καφέ μαντήλι, ενήστευκα συνέχεια, επροσεύχουμουν τζιαι δκιέβαζα βίους των Αγίων. Ηξέραν το στο χωρκό, αλλά ενομίζαν πώς ήταν να με μεταπείσουν οι δικοί μου. Πολλοί επεριπαίζαν, τζι η μάνα μου έκαμεν μαύρο δάκρυ, όταν έμαθεν ότι ήθελα να γίνω καλόγρια. Εν εμετάνοιωσα όμως, μόνο που τωρά εμείναμεν δαμαί μόνες μας. Οι άλλες εφύαν, επήαν σ΄ άλλα μοναστήρκα». 



Όλες οι μοναχές αυτό που ανέφεραν ήταν οι αντιδράσεις των δικών τους ανθρώπων και οι αντιρρήσεις τους για τον μοναχισμό. «Οι γονιοί μου ήταν πεθαμένοι, αλλά ο αδελφός μου έφερεν πολλές αντιρρήσεις, Ο κόσμος τότε δεν ήξερεν περί μοναχικής ζωής. Πολλοί τότε ενομίζαν πώς οι καλόγριες επιάνναν καλόηρους», θυμάται η αδελφή Αγνή, για τη δική της περίπτωση.

Οι αντιδράσεις των γονιών βέβαια δεν είναι αδικαιολόγητες. Κάθε γονιός έχει για το παιδί του κάποια όνειρα και αυτό δεν μεταβάλλεται ούτε διαφοροποιείται όσα χρόνια και αν περάσουν.

Αρκετές φορές μάλιστα πολλοί νέοι και νέες έχουν συγκρουστεί με τους δικούς τους για αυτή τους την απόφαση, σε σημείο που αναγκάστηκαν να φύγουν εκτός Κύπρου για να γλυτώσουν τη περιπαικτική διάθεση του περίγυρου, αλλά και την ψυχολογική πίεση των δικών τους προσώπων.

Η πιο συνηθισμένη ιστορία των μοναχών, είναι η εγκατάλειψη των εγκόσμιων σε μικρή ηλικία και η πλήρης αφοσίωση στο Θεό. Κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ όμως στα διάφορα γυναικεία μοναστήρια αποκαλύφθηκε και μια πιο ιδιαίτερη ιστορία, αυτή μιας μοναχής που αποφάσισε να μονάσει στα 60 της χρόνια, αφού είχε κάνει οικογένεια και παιδιά.





«Ήμουν περίπου 60 ετών, όταν μαζί με τον άντρα μου αποφασίσαμε να αλλάξουμε ζωή. Τα παιδιά μας είχαν αποκατασταθεί και έτσι επιλέξαμε να ασκητέψουμε. Εγώ κατέφυγα σε μοναστήρι της Κύπρου και αυτός στο Άγιον Όρος. Πλέον τον αποκαλώ αδελφό».

 

Δείτε ολόκληρο το ρεπορτάζ πιο κάτω:

 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ