«Όχι, η κρίση δεν με επηρέασε στην τέχνη μου»

Αποκαλεί τον εαυτό του έναν ήσυχο άνθρωπο. Και πράγματι έτσι είναι.

 


Γράφει η Άντρια Γεωργίου

 

Πήγα να τον συναντήσω με πολλές επιφυλάξεις και με το άγχος ότι θα συναντούσα έναν άνθρωπο που εγώ γνώριζα πολλά χρόνια μέσα από τη μουσική του πορεία. Σκεφτόμουνα πώς να τον αποκαλέσω. Το «κύριε Παρίση» μού ακουγόταν πολύ επίσημο και το «Κώστα» πολύ οικείο. Μόλις μου έδωσε το χέρι του, τού είπα, έτσι αυθόρμητα, «Κώστα μου». Πάτησα το record και ξεκινήσαμε, αφού πρώτα κάναμε ένα τσιγάρο.

Μιλήσαμε για πολλά, αλλά αυτό που με εντυπωσίασε πρώτιστα ήταν η ταπεινότητα και η σεμνότητά του. Χαρακτηριστικά που σπανίζουν στις μέρες μας και όταν τα συναντάς σε τόσο σπουδαίους καλλιτέχνες, δεν μπορείς παρά να τους θαυμάσεις λίγο παραπάνω.

 

Σκεφτόμουνα ερχόμενη ότι δεν θα έχουμε πολύ χρόνο για τη συνέντευξη. Και μετά σκεφτόμουνα πόσο χρόνο χρειάζεται ένα κομμάτι, για να γεννηθεί. Είναι μια χρονοβόρα διαδικασία ή η γέννηση μπορεί να γίνει και σε μία στιγμή;

Εξαρτάται. Υπάρχουν κομμάτια που σε παιδεύουν καιρό, γιατί ψάχνεις κάτι εκεί μέσα, και υπάρχουν κομμάτια που βγαίνουν πολύ γρήγορα και εύκολα.

 

Πότε ήταν η πρώτη σου επαφή με τη μουσική;

Από 12 χρόνων παίζω κιθάρα. Η πρώτη μου επαφή με το κοινό έγινε στα φοιτητικά μου χρόνια, όταν σπούδαζα Οικονομικά στη Φλωρεντία. Εκεί ξεκίνησα να παίζω στους δρόμους. Ο δρόμος κρύβει μέσα του μία τεράστια κουλτούρα και εκεί συντελείται μία απίστευτη ζύμωση εξαιτίας της επαφής με μουσικούς που προέρχονται από άλλες χώρες και φέρουν ο καθένας τη δική του κουλτούρα. Μου άρεσε πολύ αυτό και ήταν, θα έλεγα, το πρώτο μου μεγάλο σχολείο μέσα στη μουσική.

 




Ο ακροατής οφείλει να πάρει θέση και σε αυτό που συντελείται. Ο ακροατής έχει τεράστια ευθύνη. Πρέπει να δίνει χρόνο, για να αφομοιώσει τη μουσική και όχι να την καταναλώσει.




 

Ποιο ήταν το πρώτο άλμπουμ που άκουσες και σε επηρέασε;

Το «Harvest» του Neil Young. Ασχέτως της πορείας μου, που έκανε μερικές φορές πολλή φασαρία, είμαι τύπος που αγαπάει τους τραγουδοποιούς, τους ήσυχους τραγουδοποιούς. Ήμουν και είμαι ένας ήσυχος άνθρωπος και αγαπάω τα ήσυχα πράγματα.

 

Το εξαιρετικό "Old Man" του Neil Young από το άλμπουμ "Harvest" του 1972

 

Σε τι φάση βρίσκεσαι δημιουργικά;

Ησυχίας!

 

Ετοιμάζεις, όμως, κάτι.

Ναι, ετοιμάζω έναν δίσκο, ο οποίος έχει σχεδόν τελειώσει και αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα. Είναι δικά μου όλα τα τραγούδια και τα τραγουδάω όλα εγώ. Στον δίσκο συμμετέχει και ο φίλος μου, ο Μπάμπης Στόκας, με τον οποίο λέμε μαζί δύο τραγούδια. Το ένα, μάλιστα, «Το Ποδήλατο», έχει ήδη κυκλοφορήσει και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Θάνου Ανεστόπουλου.

 

 

Ποια ήταν η σχέση σου με τον Θάνο Ανεστόπουλο; Είχες πει σε παλαιότερη συνέντευξή σου ότι του οφείλεις πολλά.

Τον Θάνο τον γνώρισα όταν πρωτοδημιουργήθηκαν τα Διάφανα Κρίνα. Είχαν έρθει στο στούντιό μου να γράψουν και έτσι γνωριστήκαμε με όλη τη μπάντα. Έκτοτε κάναμε κατά διαστήματα παρέα με τον Θάνο, αλλά μετά χαθήκαμε τελείως. Ξαναβρεθήκαμε, όταν πια είχαν διαλυθεί τα Κρίνα και είπαμε να πιάσουμε το νήμα από τα παλιά. Παίξαμε δύο χρόνια παρέα, ταξιδέψαμε σε όλη την Ελλάδα και περάσαμε πολύ όμορφα. Όσον αφορά, τώρα, στο τι τού οφείλω. Κατ’ αρχάς, ο Θάνος είχε μάθει τον τρόπο να είσαι ένας πάνω στη σκηνή και να αντιμετωπίζεις τους άλλους, το κοινό. Να μπορείς, δηλαδή, να τους φέρνεις στον δικό σου κόσμο. Και αυτό το γνώριζε πολύ καλά και πριν από εμένα. Και εγώ το έμαθα από εκείνον. Καλλιτεχνικά και μουσικά, λοιπόν, μου έμαθε την επαφή και την επικοινωνία με τον κόσμο. Σε προσωπικό επίπεδο, βέβαια, του οφείλω και άλλα πολλά. Με προσωπικές κουβέντες και με πολλά πράγματα που έχουμε πει.

 

"Το ποδήλατο" που ερμηνεύει μαζί με τον Μπάμπη Στόλα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Θάνου Ανεστόπουλου.

 




Κάνοντας ταμείο πια, δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στο τι αγαπάω μουσικά. Τον Bob Dylan τον λατρεύω ακόμη, όπως και τον Leonard Cohen. Το «Harvest» του Neil Young το άκουγα τις προάλλες και το άκουγα και όταν ήμουν δεκαεπτά.




 

Πρώτος προσωπικός δίσκος: «Ο τρυγητής και άλλες ιστορίες». Τι σου δίνει έμπνευση να γράφεις και να διηγείσαι ιστορίες;

Η ζωή μου. Κάποιες καταστάσεις πυροδοτούν κάποια τραγούδια, τα οποία, επί της ουσίας, δεν έχουν άμεση σχέση με το συγκεκριμένο βίωμα, αλλά, στην πραγματικότητα, εμπνεύστηκαν από αυτό.

 

Όταν δεν έχεις έμπνευση, γράφεις; Πιέζεις τον εαυτό σου να μπει σε αυτήν τη διαδικασία;

Δεν πιέζομαι, γιατί ξέρω ότι δεν θα βγει τίποτα. Είμαι άδειος. Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, προτιμώ να αρχίσω να στριφογυρνάω, να κάνω βόλτες, να μπλέκομαι με ανθρώπους, για να έρθει η έμπνευση. Σε μένα, τουλάχιστον, έτσι έρχεται. Εκεί που στριφογυρνάω, κάτι βλέπω, κάτι νιώθω, κάποιος κάτι μου λέει και όλη αυτή η ανταλλαγή γίνεται εν τέλει τραγούδια.

 

Είναι πιο εύκολο να διηγείσαι ερωτικές ιστορίες ή άλλου περιεχομένου, π.χ. κοινωνικού-πολιτικού;

Όλα εντάσσονται στο δίπολο έρωτας-θάνατος. Οπότε και το κοινωνικό-πολιτικό τοποθετείται σε αυτό το δίπολο, έρωτας-θάνατος ή ζωή-θάνατος. Μπορείς να πας στις άκρες ή να βρίσκεσαι κάπου στη μέση. Άλλα, όλα συντελούνται εντός του εν λόγω διπόλου.

 

 




Όταν δεν υπάρχει η απαιτούμενη καλλιέργεια και παιδεία, η εύκολη λύση είναι ο θυμός να μετουσιωθεί σε οργή για τα πάντα και σε μίσος για όλους. Αυτό είναι για μένα η ακροδεξιά πια.




 

Σε επηρέασε ως δημιουργό η περίοδος της κρίσης; Τα συναισθήματα που αυτή δημιούργησε μετουσιώθηκαν σε λόγια, σε μουσική ή όχι;

Νομίζω πως όχι. Συνεχίζω να γράφω για τα ίδια πράγματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αδιαφορώ. Σημαίνει, μάλλον, ότι η δική μου γραφή δεν ήταν μέρος της καθημερινότητας. Ήταν περισσότερο μια ιδέα, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, τα οποία δεν επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες. Οπότε, όχι, η κρίση δεν με επηρέασε στην τέχνη μου.

 

Ως άνθρωπος, όπως είπες, δεν αδιαφορείς. Σε προβληματίζει αυτό που γίνεται γύρω μας;

Σαφέστατα. Αυτήν τη στιγμή, μάλιστα, με προβληματίζει ακόμη περισσότερο. Συντελείται, κατά κάποιον τρόπο, ένας λαϊκίστικος εκφασισμός του κόσμου μέσω της ανόδου και της εμφάνισης στο προσκήνιο ακροδεξιών στοιχείων. Και αυτό είναι ένα μέγιστο θέμα. Στην Ελλάδα βλέπουμε, για παράδειγμα, την άνοδο της Χρυσής Αυγής που είναι το πιο ακραίο από τα ακραία.

 

Πού οφείλεται αυτή η άνοδος;

Θεωρώ ότι είναι αποτέλεσμα της κρίσης. Οποιαδήποτε κρίση -προσωπική, πολιτική, κοινωνική- μετουσιώνεται σε κάτι. Αναλόγως του υποβάθρου, μπορεί να μετουσιωθεί σε κάτι θετικό ή σε κάτι κακό. Όταν δεν υπάρχει η απαιτούμενη καλλιέργεια και παιδεία, η εύκολη λύση είναι ο θυμός να μετουσιωθεί σε οργή για τα πάντα και σε μίσος για όλους. Αυτό είναι για μένα η ακροδεξιά πια. Είναι ο θυμός. Δεν θεωρώ ότι όλοι οι οπαδοί ακροδεξιών σχηματισμών είναι φασίστες. Είναι απλώς θυμωμένοι και δεν ξέρουν πώς να το διαχειριστούν. Και αυτό το φαινόμενο είναι πλέον παγκόσμιο. Στην Αμερική εξελέγη πρόεδρος ο Τραμπ. Η Βραζιλία έχει πρόεδρο έναν τύπο, ο οποίος, εν έτει 2018, λέει ότι η γυναίκα είναι κατώτερη του άντρα και θέλει να σκοτώσει τους ομοφυλόφιλους ή να τους διώξει από τη χώρα. Και αυτός είναι ο πρόεδρος της Βραζιλίας, μίας χώρας που έχει κάνει πολέμους για τον σοσιαλισμό και για την ελευθερία.

 




Ασχέτως της πορείας μου, που έκανε μερικές φορές πολλή φασαρία, είμαι τύπος που αγαπάει τους τραγουδοποιούς, τους ήσυχους τραγουδοποιούς.




 

 

Υπήρξες για χρόνια μέλος του συγκροτήματος Υπόγεια Ρεύματα. Πώς ξεκίνησε αυτό το κεφάλαιο της ζωής σου;

Με τα παιδιά ήμασταν μια παρέα. Το 1995 είχαμε κάνει τον δεύτερο δίσκο, τις «Παραλογές», στο στούντιό μου. Τότε, δεν ήμουν ακόμη μέλος της μπάντας, αλλά έπαιξα στον δίσκο ως μουσικός. Μετά έγινε το live στο Θέατρο Βράχων, στο οποίο είχα αναλάβει όλη την παραγωγή. Αρχίσαμε, λοιπόν, να δένουμε ως παρέα, αλλά και καλλιτεχνικά και έτσι η είσοδός μου στο συγκρότημα ήταν το επόμενο βήμα, κάτι σαν φυσική εξέλιξη.

 

Υπήρξε κάποια περίοδος κομβική για την πορεία σας ως συγκροτήματος;

Υπήρξαν αρκετές τέτοιες περίοδοι, αλλά η πλέον κομβική ήταν ο θάνατος του Βασίλη, του ντράμερ μας. Το συμβάν αυτό ήταν κομβικό καλλιτεχνικά για την πορεία της μπάντας. Μετά βγήκαν οι «Τσαλακωμένες Μέρες», που είναι για μένα ο αρτιότερος από άποψη ήχου δίσκος που βγάλαμε. Η δουλειά αυτή είναι αφιερωμένη στον Βασίλη. Είναι, ουσιαστικά, η μνήμη του Βασίλη.

 

Γιατί έφυγες από το συγκρότημα;

Έφυγα, γιατί κουράστηκα με αυτό που λέμε ροκ. Ο ηλεκτρικός ήχος, ο φουλ ηλεκτρικός ήχος, άρχισε να με κουράζει και οι καλλιτεχνικές μου ανάγκες άλλαξαν. Ήθελα να ξαναπιάσω την ακουστική μου κιθάρα και να να παίξω άλλα πράγματα.

 

Απολαμβάνεις τα live ή είσαι καλλιτέχνης του στούντιο;

Απολαμβάνω και τα δύο ισόποσα. Στα live, όταν είναι ωραία, νιώθεις να συμβαίνει κάτι μαγικό. Είναι λες και υπάρχει μια αόρατη κλωστή που μας συνδέει όλους για ένα βράδυ και μέσω αυτής της επικοινωνίας δημιουργείται κάτι πολύ όμορφο. Το στούντιο είναι μια άλλη ιστορία. Εκεί συντελείται ο οργασμός της δημιουργίας, το «στύψιμο» του μυαλού, για να βγει αυτό που βρίσκεται μέσα σου. Είναι μια διαδικασία περίπλοκη και όχι πάντα επιτυχημένη.

 

Υπάρχουν τραγούδια που βαριέσαι να παίζεις, αλλά τα παίζεις γιατί γουστάρει το κοινό;

Ναι, φυσικά. Και το περίεργο με αυτά τα τραγούδια είναι ότι μερικές φορές ξεχνάς τα λόγια! Γιατί το έχεις στο πολύ σίγουρο ότι θα τα πεις και στο τέλος τα μπερδεύεις.

 

Εσύ πηγαίνεις σε live άλλων καλλιτεχνών;

Τώρα τελευταία όχι. Με κουράζουν τα πολλά ντεσιμπέλ. Ως ηχολήπτης, έχω μάθει να προσέχω πολύ τα αυτιά μου και να ξέρω πότε υπάρχει αρμονική παραμόρφωση. Και όταν συμβαίνει αυτό, τρελαίνομαι. Βέβαια, παρακολουθώ τις πορείες κάποιων νέων δημιουργών που είναι και εξαιρετικοί τραγουδοποιοί, αλλά συνειδητά επιλέγω να πηγαίνω σε χώρους που είναι πιο ήσυχοι. Σε χώρους, όπου το μαγαζί δεν επιβάλλεται στον καλλιτέχνη, για να «χώσει». Με κουράζει αυτό.

 

 

Μιας και μίλησες για νέους δημιουργούς. Υπάρχουν αξιόλογοι νέοι δημιουργοί;

Υπάρχουν, φυσικά. Απλώς πρέπει να βρουν τον τρόπο να βγουν και να τους μάθει ο κόσμος. Η εποχή μας έχει γίνει γκανγκστερική. Αυτοί που προτείνουν το νέο πράγμα -τα ραδιόφωνα και η τηλεόραση- προτείνουν τη μετριότητα και τη χυδαιότητα. Δεν μπορούν, λοιπόν, αυτά τα παιδιά να βρουν τον τρόπο να επικοινωνήσουν με τον κόσμο, γιατί υψώνονται μπροστά τους κλειστές πόρτες. Η μουσική αντιμετωπίζεται πλέον ως αναλώσιμο προϊόν στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Και, δυστυχώς, αυτό το προϊόν είναι μέτριο, παλιακό και παρωχημένο. Τα παιδιά που προτείνουν κάτι όμορφο, πρέπει να τα βρεις μόνος σου, να τα ψάξεις, πρέπει να βγεις λίγο στον «δρόμο», για να τα συναντήσεις. Δεν θα σου εμφανιστούν μέσω της τηλεόρασης ή του ραδιοφώνου.

 

Βγαίνει καλή μουσική στις μέρες μας, λοιπόν, αλλά πρέπει να την ψάξει κανείς. Νομίζεις, όμως, ότι η ευκολία που χαρακτηρίζει τη ζωή μας γενικότερα, επηρεάζει και τη μουσική, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κατά βάση ευκολόπεπτα τραγούδια της μιας μέρας ή του ενός μήνα;

Ναι, ισχύει αυτό. Αν και θεωρώ ότι περισσότερο επηρεάζει η ταχύτητα. Οφείλει, όμως, να πάρει θέση και ο ακροατής σε αυτό που συντελείται. Ο ακροατής έχει τεράστια ευθύνη. Πρέπει να δίνει χρόνο, για να αφομοιώσει τη μουσική και όχι να την καταναλώσει. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σύγχρονοι ρυθμοί της ζωής είναι απίστευτα γρήγοροι, αλλά, όταν πρόκειται για την τέχνη, πρέπει κανείς να είναι υπομονετικός. Μπαίνεις, για παράδειγμα, στο μουσείο του Ορσέ στο Παρίσι. Μπορείς να το δεις σε ένα τέταρτο, μπορεί, όμως, να χρειαστείς και μια εβδομάδα. Αυτή είναι η ουσία. Να αφομοιώνεις την τέχνη σταδιακά, όχι να την καταναλώνεις. Ένας συγγραφέας που γράφει ένα βιβλίο 500 σελίδων, αναμένει ότι κάποιος θα το διαβάσει. Και, για να το διαβάσει, θα χρειαστεί τουλάχιστον δύο εβδομάδες. Δεν μπορεί να διαβαστεί σε λιγότερο χρόνο. Οι περισσότεροι, όμως, θα το προσπεράσουν στο ράφι του βιβλιοπωλείου, γιατί είναι σαν «τούβλο» και δεν υπάρχει χρόνος. Δεν ζυγίζεται, όμως, έτσι η τέχνη. Είναι λυπηρή αυτή η επιφανειακή προσέγγιση. Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι ότι οι καλλιτέχνες που κάνουμε κάποια πράγματα και θέλουμε να αφομοιωθούν, προσπαθούμε να μιλήσουμε με τους πέντε ανθρώπους στους χίλιους, οι οποίοι μπορούν να ακούσουν. Και εμένα μου φτάνουν αυτοί οι πέντε, δεν θέλω τους 995. Θέλω τους πέντε. Μακάρι, βέβαια, να κερδίσω και τους άλλους, να γίνει κάτι, να αλλάξει ο κόσμος, αλλά ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο.

 

Επηρεάζει την κρίση σου για έναν δημιουργό η στάση του ως πολιτικού-κοινωνικού όντος; Δηλαδή εξακολουθεί στη συνείδησή σου να είναι κάποιος σπουδαίος δημιουργός, όταν δεν είναι εξίσου σπουδαίος άνθρωπος;

Παλαιότερα με επηρέαζε, τώρα πια όχι. Νομίζω ότι πρέπει να είναι διακριτά τα όρια μεταξύ του δημιουργού και του ανθρώπου. Δηλαδή, δεν πρέπει να κρίνουμε τις καλλιτεχνικές καταθέσεις ανάλογα με το ποιόν του ατόμου. Είναι κρίμα, γιατί έτσι μειώνουμε και περιθωριοποιούμε πολύ ωραία έργα. Υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας, οι οποίοι έχουν το τεράστιο ταλέντο και τη μοναδική ευφυία να κάνουν εκπληκτικά πράγματα, αλλά ως προσωπικότητες είναι λίγοι. Η προσωπική μου θέση, λοιπόν, είναι ότι τους διαχωρίζω. Δεν θα τους έκανα ποτέ παρέα, αλλά θα τους μελετούσα και έχω μελετήσει πολλούς εξ αυτών. Τους διαβάζω, ακούω τα τραγούδια τους και θαυμάζω την τέχνη τους, ξέροντας πάντα τι άνθρωποι είναι. Άλλωστε, το καλλιτεχνικό τους αποτύπωμα μπορεί να επηρεάσει και εμένα τον ίδιο. Οπότε, πρέπει να είμαστε λίγο μεγαλόψυχοι.

 

 

Τι μουσική σου αρέσει να ακούς;

Τον τελευταίο καιρό ακούω πολύ τζαζ μουσική. Ακούω, επίσης, την ανεξάρτητη ακουστική σκηνή της Αμερικής, από την οποία βγαίνουν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα ηχοτροπικά. Και, φυσικά, ακούω κλασική μουσική που άκουγα πάντα.

 

Άλλαξαν τα ακούσματά σου στο πέρασμα του χρόνου;

Νομίζω πως όχι. Κάνοντας ταμείο πια, δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στο τι αγαπάω μουσικά. Τον Bob Dylan τον λατρεύω ακόμη, όπως και τον Leonard Cohen. Το «Harvest» του Neil Young το άκουγα τις προάλλες και το άκουγα και όταν ήμουν δεκαεπτά. Απλώς προστίθενται νέα πράγματα στις διαχρονικές μου αγάπες.

 




Οι «Τσαλακωμένες Μέρες» είναι για μένα ο αρτιότερος από άποψη ήχου δίσκος που βγάλαμε. Η δουλειά αυτή είναι αφιερωμένη στον Βασίλη. Είναι, ουσιαστικά, η μνήμη του Βασίλη.




 

 

Αν θα έπρεπε να επιλέξεις 3 CD, για να στείλεις στο διάστημα, για να ακούσουν οι εξωγήινοι καλή μουσική, ποια θα επέλεγες;

Είναι δύσκολο να επιλέξω. Σίγουρα ένα θα ήταν το «The White Album» των Beatles.

 

Υπάρχουν εν ζωή Έλληνες δημιουργοί, τους οποίους θαυμάζεις;

Ναι. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου είναι ένας εξ αυτών. Είναι εξαιρετικός και ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος. Επίσης, ο Γιάννης Αγγελάκας κάνει πολύ ωραία πράγματα. Μου αρέσουν πολύ οι τρόποι του και αυτή η ανάγκη του να μην εγκλωβίζεται σε μανιέρες. Ο Παύλος Παυλίδης είναι, επίσης, σημαντικός καλλιτέχνης. Ψάχνεται συνεχώς και αυτό που καταθέτει είναι άρτιο. Αξίζει κανείς να το ακούσει και να το αφομοιώσει και αν είναι νέος καλλιτέχνης να εμπνευσθεί και να πάρει πράγματα.

 

“Θα πετάω ψηλά στην άκρη τ’ ουρανού” και “θα κοιτάω ψηλά στ’ ατέλειωτα τραγούδια”. Είναι τελικά αυτό το ζητούμενο και η ουσία; Να ατενίζουμε πάντα ψηλά;

Αυτό είναι ο ορισμός της λέξης άνθρωπος. Πρέπει να κοιτάμε ψηλά, προσπαθώντας βέβαια να μη σκοντάψουμε. Να κοιτάμε ψηλά, πάνω από τη μικρότητα. Το “θα πετάω ψηλά στην άκρη τ’ ουρανού” έχει να κάνει όχι τόσο με την απομόνωση όσο με το να μπορείς να είσαι μέσα σε αυτό το πανηγύρι που λέγεται ζωή, αλλά να βρίσκεσαι και πάνω από αυτό, για να μπορείς να συγχωρείς και αν υπάρχει κάτι καλό, να το δεις. Αυτή είναι η ουσία.

 


Σχετικα

«Ένα project πρέπει να είναι συνεχώς ενεργό, να αλλάζει, να προσθέτει, αλλά και να μεταβάλλεται»

«Η μουσική δεν έχει σύνορα ούτε είμαι παντρεμένη με καμία χώρα»

Το να ξαναγίνεται παιδί, λέει ο Πέτρος, είναι το καλύτερο μέρος της δουλειάς του

«Ας μην τα παίρνουμε όλα τόσο σοβαρά»

Ο Γιάννης Διονυσίου δεν βλέπει πια τη θάλασσα από «μακριά»

Η Σιμόνα Ατζόρι γεννήθηκε χωρίς χέρια... έχει όμως φτερά