Όχι άλλη ανάρτηση για το «πρωτοφανές ρατσιστικό περιστατικό στη Λάρνακα»

Τρεις ημέρες μετά, όλοι λίγο ή πολύ κάναμε το καθήκον μας και αφήσαμε το δικό μας σχόλιο/τοποθέτηση/ανάλυση σε μία από τις δεκάδες αναρτήσεις που κυκλοφόρησαν σε σχέση με το περιστατικό. Φτάνει!

Όχι άλλη ανάρτηση για το «πρωτοφανές ρατσιστικό περιστατικό στη Λάρνακα»

Τρεις ημέρες μετά, όλοι λίγο ή πολύ κάναμε το καθήκον μας και αφήσαμε το δικό μας σχόλιο/τοποθέτηση/ανάλυση σε μία από τις δεκάδες αναρτήσεις που κυκλοφόρησαν σε σχέση με το περιστατικό. Φτάνει!

Δεν ξέρω ποια είναι βαθύτερη ανάγκη που μας οδηγεί σε αυτή την υπερβολή κάθε φορά που ένα «πρωτοφανές» περιστατικό δημοσιεύεται και γίνεται viral. Αλλά όποια και αν είναι, με έχει κουράσει προσωπικά πολύ.

Εδώ και τρεις μέρες αναλωνόμαστε όλοι με λύσσα στην ανάλυση των όσων παρακολουθήσαμε στο αποτροπιαστικό –ομολογουμένως- βίντεο του περασμένου Σαββάτου, προσπαθώντας να εξηγήσουμε συμπεριφορές, καταστάσεις, συνθήκες, να δικαιολογήσουμε, να ξεπλύνουμε, να διαπομπεύσουμε, να νιώσουμε λίγο καλύτερα που δεν ήμασταν εμείς οι πρωταγωνιστές, αλλά κάποιος άλλος.

Την αρχική καθολική κατακραυγή -πλην μερικών λαμπρών και αναμενόμενων εξαιρέσεων- ακολούθησε η αμφιβολία, η αμφισβήτηση και τέλος η ανάγκη να στηρίξουμε και πάλι τον ομοαίματο συντοπίτη μας που διαβάλλεται και λιθοβολείται διά του (δια)δικτύου για έναν… «ξένο»

Στο μεταξύ μια άλλη γυναίκα –η Σβετλάνα- περιφέρεται ως έκθεμα από κανάλι σε ιστοσελίδα και από εκεί σε ραδιόφωνα και περιοδικά για να «μιλήσει» να διηγηθεί τα όσα τραγικά συνέβησαν. Να αναδείξει την βολική –για όλους εμάς τους ντόπιους- ιστορία της κοπέλας που ήρθε στην Κύπρο για να βρει ένα καλύτερο μέλλον. Ιδανικό story για τους απανταχού προστάτες.

Όλα στην υπερβολή τους, όλα στα άκρα τραβηγμένα έως ότου η ουσία χαθεί, ξεχαστεί και επιστρέψουμε στην υποτιθέμενη κανονικότητά μας. Αυτήν που όταν είσαι στο φανάρι και καθυστερήσεις μερικά δευτερόλεπτα πράσινο, ο πίσω βαράει την κόρνα σαν υστερικός, ουρλιάζοντας που τον καθυστερείς. Ή αυτήν που όταν περνάς από το κέντρο της Λευκωσίας τα βράδια, πας τοίχο-τοίχο μην σε πετύχει ο «ξένος» και σε αγγίξει κατά λάθος.

Μέσα σε αυτή την ανώμαλη κανονικότητα, την ίδια ώρα που βρίζουμε αυτές που βρίζουν προβάλλοντας μίσος απέναντι σε έναν άλλο άνθρωπο και κυρίως παρουσία ανήλικων παιδιών, επιστρέφουμε το ίδιο μαινόμενοι για να ευχηθούμε «ψόφο» σε οικογένεια Τ/κ που πέθανε σε αυτοκινητικό.

Αν είμαστε όλοι έτσι; Σαφώς και δεν πιστεύω κάτι τέτοιο. Αν το πίστευα δεν θα μπορούσα λεπτό να επιβίωνα εδώ μέσα. Πιστεύω, όμως, ακράδαντα πως ζούμε για κάτι τέτοιες στιγμές «πρωτοφανείς» που όλοι θα γίνουμε μία φωνή ή πιο ορθά ένα πληκτρολόγιο, για να διαλύσουμε αυτόν που (νομίζουμε πως) δεν είναι σαν εμάς.

Τρεις ημέρες μετά, όλοι λίγο ή πολύ κάναμε το καθήκον μας και αφήσαμε το δικό μας σχόλιο/τοποθέτηση/ανάλυση σε μία από τις δεκάδες αναρτήσεις που κυκλοφόρησαν σε σχέση με το περιστατικό, νιώθοντας λίγο καλύτερα ως άνθρωποι.

Η υπόθεση πλέον έχει πάρει τη νομική οδό και ήδη, σύμφωνα με τον Αρχηγό της Αστυνομίας, σύντομα αναμένεται να βρεθεί στα χέρια του Γενικού Εισαγγελέα. Ας αφήσουμε, λοιπόν, αυτούς που έχουν τις γνώσεις και την δικαιοδοσία να κρίνουν ενόχους, αθώους και παραβάτες και ας επιστρέψουμε στην «ανώμαλη κανονικότητά» μας, μέχρι το επόμενο «πρωτοφανές» που θα μας συγκλονίσει.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ