«Δεν περίμενα να γίνουμε 'το θέμα' του Ελληνικού τμήματος του φεστιβάλ»

Ο Κύπριος σεναριογράφος και σκηνοθέτης, Σταύρος Παμπαλλής, μιλά στη CITY για την βραβευμένη του ταινία, «Πολιορκία στην οδό Λιπέρτη», και συζητά με τον Γιάννη Πέτεβη για τον κυπριακό κινηματογράφο και άλλα ουσιώδη.


Μια κυπριακή ταινία κατάφερε να στρέψει τα βλέμματα πάνω της και να αποσπάσει το δυνατότερο χειροκρότημα όλων, στο φετινό 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Ο λόγος για την «Πολιορκία στην οδό Λιπέρτη», μια ταινία που πραγματεύεται την πάλη μιας οικογένειας να μη χάσει το σπίτι της -μετά και την κρίση του ’13- που τους στέρησε σχεδόν τα πάντα και που κέρδισε τα πιο σημαντικά βραβεία (βραβείο Fipresci της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Κριτικών Κινηματογράφου, Βραβείο της Πανελλήνιας Επιτροπής Κριτικών Κινηματογράφου για ελληνική ταινία και Βραβείο Κοινού).

Οι επιτυχίες του κυπριακού κινηματογράφου δεν είναι πυροτέχνημα.



Σκηνοθέτης και σεναριογράφος, ο Σταύρος Παμπαλλής. Ένας πολυμήχανος και πολυπράγμων καλλιτέχνης που επιλέγει μεν συνήθως, εξ ιδιοσυγκρασίας να στρέφει τα φώτα της δημοσιότητας μακριά του, αλλά αυτή του η επιτυχία δεν αποτελεί έκπληξη για όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν ή να συναναστραφούν μαζί του, έστω και για μικρό διάστημα. Ο Σταύρος είναι ένας προσγειωμένος ονειροπόλος που καταφέρνει να σε «μυήσει» και να σε κερδίσει για καθετί που επιχειρεί και, καθετί που επιχειρεί, όχι απλά το φέρνει εις πέρας, αλλά σχεδόν το τελειοποιεί.


78351433_631301124366776_2009644944741892096_n.jpg

Δεν γίνεται από τη μια να επενδύουμε εκατομμύρια σε ξένες παραγωγές αμφιβόλου αισθητικής, βεληνεκούς και εμβέλειας και από την άλλη να παράγουμε μια-δυο δικές μας ταινίες τον χρόνο.



Και με αυτή τη διάκριση, έδειξε πως οι επιτυχίες του κυπριακού κινηματογράφου δεν είναι πυροτέχνημα. Είναι το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα που έρχεται με τα λιγότερα δυνατά μέσα, το πιο επωφελές σενάριο μιας στατικής – τουλάχιστον, και με αρνητικό πρόσημο- κατάστασης. Κι αυτό το απέδειξε κι ο Σταύρος και η Τώνια (Μισιαλή) με το «Pause» και άλλοι πιο πριν. Είναι φανερό πια πως υπάρχει και πάθος, και άπειρο ταλέντο, και τεχνογνωσία από νέους ανθρώπους, αλλά και κάθε καλή θέληση από τη μεριά των δημιουργών να κτιστεί επιτέλους μια υποδομή που θα αναβαθμίσει το ρόλο του κυπριακού σινεμά, και εντός και εκτός. Στο να δημιουργηθεί μια άλλη κουλτούρα πια. Ακούει κανείς;


cache_728x3000_Analog_medium_817927_178485_11112019.jfif
Σταύρος Παμπαλλής



Αρχικά, ας κάνουμε τις συστάσεις! Ποιος είναι ο Σταύρος;

Ο Σταύρος είναι σεναριογράφος, που προσπαθεί σιγά-σιγά να σκηνοθετήσει κάποιες δικές του ταινίες… Είχα αρκετές στιγμές «περηφάνιας» σε αυτή τη δουλειά, με πιο έντονες, δυο πρεμιέρες: Της πρώτης ταινίας μεγάλου μήκους που έγραψα, (το Shirley Adams) που έκανε πρεμιέρα στο διαγωνιστικό μέρος του φεστιβάλ στο Λοκάρνο και φυσικά, της Πολιορκίας, που είναι η πρώτη μου απόπειρα και ως σκηνοθέτης. Προς το παρόν θέλω να καταφέρω να βρίσκομαι στην βιομηχανία του κινηματογράφου, διατηρώντας άθικτες τις φιλίες μου, τη σχέση μου με την οικογένεια μου και την ταυτότητα μου.



Δεν είσαι ο ορισμός του «εμπορικού» όμως έχεις βρει τον δικό σου τρόπο αφήγησης. Τι τον κάνει ιδιαίτερο, χαρακτηριστικό;

Είμαι πολύ ανθρωποκεντρικός. Στη γραφή και στη σκηνοθεσία, μου αρέσει να είμαι κοντά στους χαρακτήρες και στους ηθοποιούς που τους υποδύονται. Ο χώρος, ο χρόνος, το σετ, ο φωτισμός, οι φακοί είναι όλα εργαλεία για να αναδείξουν την εσωτερικότητα των χαρακτήρων, έτσι μου αρέσει να δουλεύω με φυσικό φως, και με φακούς μικρού και μέσου διαμετρήματος (που έχουν πιο μεγάλο βάθος πεδίου) ακόμα και για κοντινά πλάνα, για να επιτρέπω στους ηθοποιούς μου μια μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και αυθορμητισμού.

Πολύ καλή ιδέα το «Olivewood» αλλά πρέπει να συμμετέχουν σε αυτό και κυπριακές παραγωγές.


Η νέα σου ταινία «Η Πολιορκία στην οδό Λιπέρτη» εκτός από διθυραμβικές κριτικές από ελληνικά και ξένα μέσα, μόλις απέσπασε και πολλά βραβεία στo 60ο
Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Το περίμενες; Και κυρίως, το χάρηκες;

Το ένιωθα πως καταφέραμε να φτιάξουμε μια πολύ καλή ταινία που θα άρεσε στο κοινό, αλλά σίγουρα δεν περίμενα να γίνουμε «το θέμα» του Ελληνικού τμήματος του φεστιβάλ. Το χάρηκα πολύ γιατί καλώς ή κακώς, τα βραβεία και οι διακρίσεις αποτελούν τα βασικά όπλα μιας ταινίας στη μάχη που δίνει για τη διανομή της. Για να κυκλοφορήσει δηλαδή στις αίθουσες, στα σινεμά. Ειδικά για μια κυπριακή ταινία, σαν την δική μας. Τα βραβεία από τη Θεσσαλονίκη της δίνουν τη δυνατότητα να σταθεί και να βρει κοινό, στην Ελληνική αγορά.



Άρα είναι σημαντικές τέτοιες διακρίσεις για ταινίες «κυπριακής καταγωγής». Έχει μέλλον ο κυπριακός κινηματογράφος;

Το κυπριακό σινεμά έχει φοβερές δυνατότητες, κάτι που αποδεικνύεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια (βλέπε «Παύση», βλέπε «Χέντριξ».) Εκτός από καλούς σκηνοθέτες, έχουμε εξαιρετικά ταλαντούχους σκηνογράφους, φωτογράφους, φωτιστές, μακινίστες αλλά και καταπληκτικούς ηθοποιούς. Το μόνο που του λείπει για να πάρει τα πάνω του είναι η ουσιώδης και αληθινή οικονομική υποστήριξη. Δεν γίνεται από τη μια να επενδύουμε εκατομμύρια σε ξένες παραγωγές αμφιβόλου αισθητικής, βεληνεκούς και εμβέλειας και από την άλλη να παράγουμε μια-δυο δικές μας ταινίες τον χρόνο. Πολύ καλή ιδέα το «Olivewood» αλλά πρέπει να συμμετέχουν σε αυτό και κυπριακές παραγωγές.



Πόση σημασία έχει το γεγονός πως λάβατε και το βραβείο κοινού;

Κάθε βραβείο, κάθε διάκριση κυπριακής ταινίας στο εξωτερικό, αποδεικνύει την αξία του κυπριακού σινεμά, ως μέσο προβολής της χώρας μας διεθνώς, πόσο μάλλον ένα βραβείο κοινού - κάτι που αποδεικνύει πως η κουλτούρα μας, το χιούμορ μας, ακόμα και η ιδιαίτερη μας γλώσσα, μπορούν να αγγίξουν τον θεατή από όπου και να προέρχεται.


78357927_480117822637791_9156160123704442880_n.png


Η κουλτούρα μας, το χιούμορ μας, ακόμα και η ιδιαίτερη μας γλώσσα, μπορούν να αγγίξουν τον θεατή από όπου και να προέρχεται.

Ποια η ιστορία πίσω από την δημιουργία της ταινίας.

Το 2013, όταν έγινε το κούρεμα στην Κύπρο, διάβαζα για τους χρεοκοπημένους δανειολήπτες στην Ισπανία, που πηδούσαν από τα μπαλκόνια των διαμερισμάτων τους, για να αυτοκτονήσουν, την ίδια ώρα που οι επιδότες κτυπούσαν το κουδούνι της εισόδου για να τους ανακοινώσουν πως θα έχαναν το σπίτι τους. Σκέφτηκα πως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο στην Κύπρο, σ’ ένα σπίτι στη πράσινη γραμμή, σ’ ένα σπίτι όπου υπήρχε ένα όπλο, ίσως η ιστορία να έπαιρνε άλλη τροπή. Η ταινία γεννήθηκε ως θρίλερ, αλλά όσο το σενάριο αναπτυσσόταν, εξελισσόταν σε ένα ταξίδι επανάκτησης ενός χαμένου αυτοσεβασμού, για τον ανώνυμο πρωταγωνιστή, την οικογένεια και την κοινωνία του.

Δεν περίμενα να γίνουμε «το θέμα» του Ελληνικού τμήματος του φεστιβάλ.



Πώς καταλήξατε στο casting, στις τελικές τοποθεσίες, τι λάβατε υπόψιν σας και τι όχι;

Όπως προανέφερα, με ενδιαφέρουν πολύ τα πρόσωπα και το πως αυτά μπορούν να εκφράσουν την εσωτερικότητα των ανθρώπων. Έτσι προσπάθησα (μαζί με την εξαιρετική μου casting director, και βοηθό σκηνοθέτη, Ελένη Νικολάου) να βρω ηθοποιούς που έχουν στο βλέμμα μια… εσωτερική δύναμη που θα τους επιτρέπει να μεταφέρουν πολλά στο φακό, χωρίς να πολυμιλάνε.

Σε μια τέτοια ταινία, όμως, το σπίτι για το οποίο μάχεται η οικογένεια είναι σημαντικό και αποκτά και αυτό χαρακτηριστικά πρωταγωνιστή. Η δουλειά που έκανε η σκηνογράφος μου, Λίζα Τσουλούπα με την ομάδα της, για να δώσει ζωή στο χώρο, έτσι ώστε να βιώνουν και να νιώθουν την ιστορία του, τόσο οι θεατές αλλά και οι ηθοποιοί, αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία κτίστηκε όλη η ταινία.



Η ταινία εν πολλοίς, εξιστορεί μια αβίωτη οικογενειακή και συναισθηματική κατάσταση. Αληθινή ιστορία; Εμπνευσμένη από αληθινή ιστορία;

Πιστεύω πως μια ιστορία γίνεται στ’ αλήθεια… «αληθινή» όταν βασίζεται σε ειλικρινή συναισθήματα και ακολουθεί μια λογική στην δραματουργική της ανάπτυξη που σέβεται την πραγματικότητα που την ενέπνευσε, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται από αυτή. Τα γεγονότα μιας αφήγησης μπορεί να ξεφύγουν, να συμπτυχθούν και να ενισχυθούν από την πραγματικότητα, γιατί ακριβώς θέλουν να φτάσουν στη δική αλήθεια της ταινίας. Σε μια πραγματικότητα που πίσω από αυτήν κρύβονται απλές, καθημερινές, ρεαλιστικές θεωρήσεις μιας κατάστασης.

Η αλήθεια είναι πως θυμίζει καταστάσεις που βίωσε η Κύπρος, και το 2013 αλλά και μετά την εισβολή. Η σύνδεση του 2013 με την εισβολή είναι σκόπιμη, γιατί αναζητούσα μια βαθύτερη αλήθεια, για την Κύπρο του σήμερα.

Η σύνδεση του 2013 με την εισβολή είναι σκόπιμη, γιατί αναζητούσα μια βαθύτερη αλήθεια, για την Κύπρο του σήμερα.


78680770_576115596296971_4389742294916399104_n.png




Ποιο το κεντρικό μήνυμα της ταινίας; Τι θες να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας;

Η ταινία μιλά για την ευθύνη - τη συλλογική και την ατομική. Δεν θέλει να διδάξει, να «δακτυλοδείξει», να δασκαλέψει. Απλά θέτει κάποια ερωτήματα γύρω από το θέμα και αφήνει τον θεατή να βρει τις δικές του απαντήσεις. Γενικώς αποφεύγω να μιλώ για τη θεματική διάσταση μιας ταινίας γιατί η ερμηνεία του κάθε έργου εναπόκειται στον θεατή. Σίγουρα όμως η ταινία, και η κάθε ταινία, δεν πρέπει να αγνοεί τον χώρο, τον χρόνο, και τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις όποιες διαδραματίζεται. Πιστεύω πως η ισορροπία διατηρείται όταν η έμφαση παραμένει πάντα στους χαρακτήρες και στην ιστορία.

Αποδεικνύεται συνεχώς πως ο θεατής διψά για χαρακτήρες σύνθετους και για ιστορίες «δύσκολες».


Εμπορική επιτυχία = δημιουργικές «εκπτώσεις»; Σημαίνει πως πολλές φορές πρέπει να κάνεις κάτι πιο «εύπεπτο»; Ή αυτό είναι… «αστικός μύθος»;

Αστικός μύθος. Από τη μέρα που άρχισε το «Sopranos» στο HBO, μέχρι το φαινόμενο «Breaking Bad» και την πρόσφατη επιτυχία του «Joker» στα σινεμά, αποδεικνύεται συνεχώς πως ο θεατής διψά για χαρακτήρες σύνθετους και για ιστορίες «δύσκολες», νοούμενου ότι πατούν σε γερά δραματουργικά θεμέλια που σέβονται τον χρόνο και την αντίληψη του.



Επόμενο βήμα για την οδό Λιπέρτη και επόμενο βήμα για τον Σταύρο;

Ανυπομονούμε για την πρεμιέρα μας στην Κύπρο (τον Απρίλη, αν όλα πάνε καλά) για να τη μοιραστούμε με τον κόσμο. Ελπίζουμε πως με το νέο χρόνο θα ταξιδέψουμε με την ταινία σε κάποια φεστιβάλ του εξωτερικού, και πως θα είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε το πλάνο διανομής της ταινίας στις αίθουσες. Ήδη είμαστε πολύ ικανοποιημένοι γιατί καταφέραμε να κλείσουμε συμφωνία για τα ευρωπαϊκά δικαιώματα τηλεοπτικής προβολής της ταινίας με μια μεγάλη (σε κύρος και εύρος) συνδρομητική πλατφόρμα. Εγώ, αν όλα πάνε καλά, προχωρώ με την επόμενη μου δουλεία ως σκηνοθέτης, μια συμπαραγωγή Αγγλίας, Γερμανίας και Κύπρου, με γύρισμα προς στα τέλη του 2020.




78525415_572444426851994_6254556694714515456_n.jpg


Σκηνοθεσία: Σταύρος Παμπαλλής

Σενάριο: Σταύρος Παμπαλλής

Διεύθυνση φωτογραφίας: Δημήτρης Κυριάκου

Μοντάζ: Γιώργος Μαυροψαρίδης

Ήχος: Ντίνος Κίττου

Μουσική: Patrick Jonsson

Ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Δάφνη Αλεξάντερ, Ακύλλας Καραζήσης, Νιόβη Χαραλάμπους

Παραγωγή: Αργοναύτες ΑΕ, Green Olive Films

Παραγωγός/Παραγωγοί: Πάνος Παπαχατζής, Σίμος Μαγγανής

Συμπαραγωγή: Faliro House, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, ΕΚΚ, ΕΡΤ, Iron Box Films

Κοστούμια: Λίζα Τσουλούπα

Σκηνικά: Λίζα Τσουλούπα

Μακιγιάζ: Γιώργος Βαβανός

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ