«Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε»

Πριν από δύο αιώνες, στις 5 Μαΐου 1818, γεννήθηκε ο Καρλ Μαρξ, ένας κορυφαίος διανοητής, φιλόσοφος και θεμελιωτής του κομμουνισμού.

«Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε»

Πριν από δύο αιώνες, στις 5 Μαΐου 1818, γεννήθηκε ο Καρλ Μαρξ, ένας κορυφαίος διανοητής, φιλόσοφος και θεμελιωτής του κομμουνισμού.

Από την Άντρια Γεωργίου



Ο Καρλ Μαρξ γεννήθηκε στην πόλη Τριρ της Ρηνανίας (σημερινή Γερμανία). Ο πατέρας του, Χίρσελ, ήταν γιος του Εβραίου ραβίνου του Τριρ και η μητέρα του, η Χενριέτε Πρέσμπουργκ, επίσης, Εβραία με καταγωγή από την Ολλανδία.

Ο νεαρός Μαρξ γνώρισε στη γενέτειρά του και ερωτεύτηκε την Τζένυ φον Βεστφάλεν, την οποία αρραβωνιάστηκε το 1836. Έκτοτε δεν χώρισαν ποτέ, αντιμετωπίζοντας μαζί όλες τις χαρές, αλλά και τις μεγάλες δυστυχίες της ζωής τους, όπως ήταν οι εξορίες, η φτώχεια και, φυσικά, ο θάνατος των μικρών παιδιών τους από αρρώστιες.

Το 1835 ο Καρλ γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Βόνης, για να σπουδάσει Δίκαιο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε τις εν λόγω σπουδές και έναν χρόνο αργότερα γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Εκεί, ήρθε σε επαφή με τη φιλοσοφία του Χέγκελ, από την οποία επηρεάστηκε έντονα, ενώ εντάχθηκε σε έναν κύκλο φοιτητών και νεαρών καθηγητών γνωστό ως «Οι νέοι (αριστεροί) Χεγκελιανοί». Το 1841 δημοσίευσε το διδακτορικό του, το οποίο είχε ως θέμα τις διαφορές της φιλοσοφίας της φύσης του Δημόκριτου με αυτήν του Επίκουρου.

Την πρωτοχρονιά του 1842 ξεκίνησε την καθημερινή κυκλοφορία της η «Εφημερίδα του Ρήνου», η οποία συσπείρωσε γύρω της του νέους Xεγκελιανούς, που αποτελούσαν τα πιο ριζοσπαστικά πνεύματα της εποχής. Ο Καρλ Μαρξ άρχισε να αρθρογραφεί τακτικά στην εφημερίδα, γράφοντας πρωτοποριακά για την εποχή κείμενα, τα οποία προκαλούσαν τη δυσφορία της πρωσικής κυβέρνησης. Τελικά, η εφημερίδα, μετά από απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, οδηγήθηκε σε κλείσιμο και μόλις σε ηλικία 25 ετών ο Μαρξ θεωρούνταν ήδη ένας επικίνδυνος άνθρωπος για το καθεστώς.


Karl_Marx_and_his_daughter_Jenny.jpg
Με την αγαπημένη του γυναίκα Jenny Von Westphalen


Τον Νοέμβριο του 1843 ο Μαρξ μετακόμισε με τη σύζυγό του στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τον γαλλικό σοσιαλισμό. Κατά την περίοδο της διαμονής του στη γαλλική πρωτεύουσα συνέγραψε το πρώτο αυθεντικά κομμουνιστικό του έργο, τα «Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα», ενώ ήρθε σε επαφή με σημαντικές προσωπικότητες. Η κορωνίδα, φυσικά, αυτών των επαφών ήταν η συνάντηση, τον Αύγουστο του 1844, με το έτερο πνευματικό του ήμισυ, τον Φρίντριχ Ένγκελς, φίλο και συνοδοιπόρο μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τον Φεβρουάριο του 1845, ο Μαρξ εκδιώχθηκε από τη Γαλλία και κατέφυγε στις Βρυξέλλες με το ενδιαφέρον του για το εργατικό κίνημα να ξεφεύγει από τα τοπικά πλαίσια και να αποκτά μια περισσότερο διεθνιστική διάσταση. Τον Γενάρη του 1847 ο Μαρξ και ο Ένγκελς δέχθηκαν μια πρόσκληση από τη Λίγκα των Δικαίων να ενταχθούν στην οργάνωσή τους και να αναλάβουν την ηγεσία της. Το καλοκαίρι του 1847, η Λίγκα των Δικαίων οργάνωσε ένα ιστορικό συνέδριο στο Λονδίνο, στο οποίο επικράτησαν οριστικά οι απόψεις του επιστημονικού σοσιαλισμού εκφρασθείσες από τους Μαρξ και Ένγκελς. Η Λίγκα των Δικαίων μετονομάστηκε σε Λίγκα των Κομμουνιστών και εφεξής το σύνθημά της ήταν «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε». Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους οργανώθηκε το δεύτερο συνέδριο της Κομμουνιστικής Λίγκας, η οποία ανέθεσε στους Μαρξ και Ένγκελς τη συγγραφή ενός μανιφέστου, που θα συνόψιζε το πρόγραμμά της. Έτσι παίρνει σάρκα και οστά το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», στο οποίο συμπεριλαμβάνονται εκλαϊκευμένα και σύντομα ο ιστορικός υλισμός, το πρόγραμμα των κομμουνιστών, η κριτική σε άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα διαδεδομένα στους κύκλους των εργατών. Κι όλα αυτά με μια γλώσσα που συναρπάζει τους εργάτες και τρομοκρατεί τους καπιταλιστές.

«Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη: το φάντασμα του κομμουνισμού. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης ενώθηκαν σε μια ιερή συμμαχία για να κυνηγήσουν αυτό το φάντασμα». Με αυτά τα λόγια ξεκινά η εισαγωγή του Μανιφέστου, το οποίο αποτελεί μέχρι και σήμερα έναν βασικό οδηγό για τους κομμουνιστές όλου του κόσμου.

Το 1948 ο Μαρξ συνελήφθη στις Βρυξέλλες μαζί με τη σύζυγό του. Αποφυλακίστηκε, όμως, λίγες μέρες αργότερα και μετέβη στο Παρίσι, όπου είχε κηρυχθεί επανάσταση. Ο άνεμος των ταραχών έφθασε στην Αυστρία και στη Γερμανία, οδηγώντας τα βήματα του Μαρξ στην Κολωνία και αργότερα και πάλι στη Γαλλία, όπου πλέον η επανάσταση είχε κατασταλεί. Πλέον, το Λονδίνο προσφερόταν ως η πόλη, όπου οι πρόσφυγες, οι στοχαστές και οι αναλυτές θα έβρισκαν καταφύγιο. Εκεί μετέβη και ο Μαρξ, παραμένοντας πλέον οριστικά μέχρι τον θάνατό του. Στο Λονδίνο ήρθε σε επαφή με έναν πλούτο ιδεών, ανακαλύψεων, μελετών και δημοσιεύσεων που έβρισκε στο Βρετανικό Μουσείο. Έτσι αφοσιώθηκε με ευλαβική προσήλωση στη συγγραφή του εμβληματικού του έργου, του «Κεφαλαίου», που τού πήρε, για να ολοκληρωθεί, πέραν των 20 χρόνων.

Η δεκαετία του 1850 σημαδεύτηκε από μικρή ανάμειξη του Μαρξ στον πολιτικό αγώνα και από μεγάλες προσωπικές κι οικογενειακές δυστυχίες, με μεγαλύτερες τους θανάτους τριών από τα παιδιά του. Ποτέ η οικογένεια Μαρξ δεν ζούσε με ανέσεις. Στηρίζονταν σε κάποιες έκτακτες οικονομικές εισφορές από τους φίλους τους, όπως ο Ένγκελς, ή από την οικογένεια της Τζένυ, αλλά τα χρόνια στο Λονδίνο σημαδεύτηκαν από ακόμα μεγαλύτερη ένδεια.

Ο τελευταίος μεγάλος σταθμός στην πολιτική ζωή του Μαρξ ήταν η εργατική εξέγερση στο Παρίσι το 1871. Στο μεταξύ, η ζωή του κύλησε με στερήσεις και ταλαιπωρίες, αλλά είχε πάντοτε μοναδικά στηρίγματά του την αγαπημένη του γυναίκα Τζένυ και τον αφοσιωμένο φίλο του Φρίντριχ Ένγκελς. «Είμαι ερωτευμένος από την κορυφή ως τα νύχια» γράφει για την κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη σύζυγό του. Η Τζένυ είναι η ζωή του, θα του χαρίσει συνολικά επτά παιδιά, από τα οποία μόνο τα τρία θα φθάσουν ως την ενηλικίωση. Το 1878, όμως, η Τζένυ πέθανε από καρκίνο. «Ο θάνατός της σκότωσε κάθε κίνητρο ζωής γι’ αυτόν» έγραφε ο Ένγκελς.

Ο Καρλ Μαρξ πέθανε στις 14 Μαρτίου 1883, στο Λονδίνο, απογοητευμένος, χωρίς καμία ιδιαίτερη αναγνώριση. Η αναγνώριση ήρθε ουσιαστικά μετά θάνατον, αφού οι ιδέες του συνέχισαν και συνεχίζουν να εμπνέουν και να φωτίζουν τους αγώνες των καταπιεσμένων για κοινωνική δικαιοσύνη.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ