«Τον ισοπεδώνει τον ρομαντισμό το τόσο χρήμα, γίνεται η ονειρική σου μέρα επίδειξη χλιδής και όχι έρωτα»

Ο ταλαιπωρημένος (κυπριακός) γάμος.

«Τον ισοπεδώνει τον ρομαντισμό το τόσο χρήμα, γίνεται η ονειρική σου μέρα επίδειξη χλιδής και όχι έρωτα»

Ο ταλαιπωρημένος (κυπριακός) γάμος.

Γράφει η Συννεφιασμένη Κυριακή

Αγαπημένοι μου, το concept γάμος αρχίζει να με ανατριχιάζει…Θα σας διηγηθώ το στόρι και θα καταλάβετε.

Έχω μια φίλη, που με το που δέχτηκε την πρόταση γάμου και φόρεσε την κοτρόνα, εθαμπώθη από τη λάμψη της και μουρλάθηκε. Φρενίτιδα με σπασμένα φρένα.

Με παίρνει μες τη μαύρη τη νυχτιά να μου πει τα νέα τα καλά. Καταχάρηκα. Μόλις τελείωσα με τα ευχές και τα συγχαρητήρια μου λέει «εγώ καίγομαι και εσύ χαίρεσαι;» Γιατί καίγεσαι χρυσό μου, της λέω; «Καίγομαι» μου λέει, «έχω μόνο δύο χρόνια για να οργανώσω τον γάμο».


Πρώτο εγκεφαλικό. Συγνώμη, δύο χρόνια; Χάνω κάτι στη μετάφραση; Εδώ σε δύο χρόνια άλλοι παίρνουν πτυχίο. Θα σου δώσουν και δίπλωμα διετούς φοίτησης μετά την τελετή ή μόνο το πιστοποιητικό γάμου;

Με το που ξεπερνώ το πρώτο σοκ με παίρνει μαζί της στον οίκο νυφικών. Ανάμεσα στο δαντελομάνι και την πρωτοκλασάτη ράφτρα, να προσπαθούμε εμείς να βρούμε νυφικό που αδυνατίζει, ψηλώνει και ομορφαίνει, κάτι σαν πλαστικός σε υφασμάτινη εκδοχή. Και το βρίσκει! Ωραιότατο. 10 μέτρα δαντέλλα που τυλίγεται γύρω από τη νύφη (σαν ρολό τουαλέτας) και πηγαίνει ασορτί με την ενδυμασία του λουκουμιού. Κομπλέ.

Και την ρωτάω την πρωτοκλασάτη ράφτρα, πόσο πάει το μαλλί; «Πέντε», απαντάει (και εδώ κολλάει το: οι ράφτρες και οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές). Πέντε στα μούτρα σου μωρή, σκέφτηκα αστραπιαία. Κάνω νόημα στην κολλητή να βγούμε έξω. Είσαι τρελή παιδί μου, πέντε χιλιάρικα για νυφικό; Εδώ δεν έχεις αμάξι. «Όχι, αυτή είναι πολύ ξεχωριστή μέρα για μένα, αυτό θέλω, αυτό θα πάρω». Πάσο, τι να πεις, μη σου γκρεμίσω το όνειρο.


Περνά κανένα δίμηνο και ξεκινήσαμε τις συζητήσεις για την άγρα λουλουδικών, ντιτζέιδων, οινοχόων και πάει λέγοντας. Τρεις χιλιάδες η λουλουδού! Άκουσον, άκουσον, λες και θα στολίζαμε τους κήπους της Εδέμ. «Πολύ καλή τιμή», λέει η μουρλαμένη η κολλητή, «από τις πιο φτηνές στο παζάρι». Σκέψου δηλαδή οι υπόλοιποι. Χίλια ο ντιτζέι (ούτε απόφοιτος του Τζούλιαρτ να ‘ταν), δυόμισι μια μπαροκατασκευή με δύο οινοχόους ντυμένους πιγκουίνους που σερβίρουν κοκτέιλ, 35 ευρώ κατά κεφαλήν το κέντρο δεξιώσεων, χίλια πεντακόσια το κουστούμι του Τζειμς Μποντ που θα φορούσε ο γαμπρός, γύρω στα χίλια και τα λουκούμια τα πατικωμένα στον ξηρό καρπό (μη φάει η θεία από το χωριό το κούφιο το λουκούμι και μας κακολογήσει), κάτι τα προσκλητήρια, κάτι οι στολισμοί, σουμάραμε και το ποσόν: τριάντα πέντε χιλιάδες ευρώ. Μάλιστα, αγαπημένοι μου, μισθοί δύο χρόνων χαμένοι εν μία νυκτί.

Και το καλύτερο δεν σας το είπα. Με το που μαθαίνει η κυρά Λίτσα (η μάνα της) τα καθέκαστα, ξεκίνησε μια ολική ανακαίνιση σπιτιού, μη στολιστεί το κοριτσάκι της (32 χρονών γαϊδάρα) σε μπαγκατέλα. Βάλε ακόμη 10 χιλιάδες εκεί.

Το τι επιχειρήματα έριξα για να την πείσω να κατεβάσει το κασέ δεν λέγεται. Τι για ταξίδια της έλεγα, τι για σπίτια και αυτοκίνητα, τίποτα. Κολλημένη στην ονειρική μέρα, που της την ερίζωσαν βαθιά η μάνα της και το ίνσταγκραμ (ανάθεμα την ώρα που της έκανα το λογαριασμό!).

Επένδυση σου λένε ο γάμος, μόνο που δεν το λένε για το ζεύγος αλλά για όλους αυτούς τους απομυζητικούς που εκμεταλλεύονται την χαρά (ή την αδυναμία εν προκειμένω) του άλλου.

Κι έγινε ο γάμος...Χορέψαμε, διασκεδάσαμε, φάγαμε και το μόνο που θυμάμαι είναι να είμαστε αγκαλιασμένες στη πίστα και να τραγουδάμε το έλα μου είναι ακίνδυνη η τρέλα μου. Τίποτα άλλο. Ούτε το προσκλητήριο, ούτε το στόλισμα, ούτε την τούρτα, ούτε τους πιγκουίνους με τα κοκτέιλ, τίποτα. Κι άμα το δείτε και αυστηρά το πράμα αγαπημένοι μου, τον ισοπεδώνει τον ρομαντισμό το τόσο χρήμα, γίνεται η ονειρική σου μέρα επίδειξη χλιδής και όχι έρωτα…και αυτό είναι λυπηρό.

Εις το επανιδείν


Φωτογεραφία: Marc A. Sporys / Unsplash

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ