«Όλη η αίθουσα της τάξης μου γεμάτη με ανοιχτά φέρετρα και μέσα νεκρά ανθρώπινα σώματα»

Λίγο πριν οι εισβολείς τους διώξουν από τα σπίτια τους στην Αμμόχωστο τον Αύγουστο του ’74, ο Φάνης διηγείται με κάθε λεπτομέρεια όσα τραγικά έζησε τις τελευταίες εκείνες ώρες της ελευθερίας. Και ήταν μόλις 11 ετών.

«Όλη η αίθουσα της τάξης μου γεμάτη με ανοιχτά φέρετρα και μέσα νεκρά ανθρώπινα σώματα»

Λίγο πριν οι εισβολείς τους διώξουν από τα σπίτια τους στην Αμμόχωστο τον Αύγουστο του ’74, ο Φάνης διηγείται με κάθε λεπτομέρεια όσα τραγικά έζησε τις τελευταίες εκείνες ώρες της ελευθερίας. Και ήταν μόλις 11 ετών.

Γράφει ο Φάνης Πατσαλίδης


Όταν εκείνον τον μαύρον Αύγουστο του '74 μας ανάγκασαν να φύγουμε από τους αγαπημένους μας τόπους, ήμουν σχεδόν 11 χρονών. Είχα τελειώσει την 5ην τάξη στον Β Κύκλο του Δημοτικού Σχολείου Τιμίου Σταυρού Αμμοχώστου. Είχα δασκάλα την αγαπημένη μου Καν Παναγιώταν Ανθία και διευθυντή τον Κον Σωτήρη Ορφανού.

Θα σας διηγηθώ ένα θλιβερό γεγονός σε σχέση με το σχολείο μου, που έχει μείνει για πάντα στο μυαλό από εκείνο το τραγικό καλοκαίρι και που συνέβη λίγο πριν φύγουμε από το σπίτι μας, για σωθούμε. Λίγες ώρες πριν, η μάνα μου μ’ έστειλε να πάω στον φούρνο για να φέρω ψωμί, αφού το συνεργατικό της γειτονιάς -επί της οδού Γαλιλαίου, λόγω της κατάστασης που επικρατούσε ήταν κλειστό. Ο φούρνος αυτός εβρίσκετο από την πλευρά που ήταν τα γήπεδα του σχολείου.

Ξεκίνησα όπως συνήθως περπατητός από το σπίτι μου που βρίσκεται στην γωνία των οδών Κρόνου αρ.11 με Γαλιλαίου. Η οδός Κρόνου είναι -για όσους γνωρίζουν- ο δρόμος των αποθηκών του Θωμαΐδη (απέναντι από το περίπτερο του Δράκου) και παράλληλος του δρόμου Δερύνειας.

Αφού λοιπόν κατέληξα περπατώντας στην οδόν Αγίου Νεοφύτου, διέσχισα μέσα από τα περιβόλια το γνωστό μου μονοπάτι και ανηφόρησα για να βγω στο δρόμο που περνά ακριβώς έξω από την κύρια είσοδο του ξενοδοχείου «Μάρκος». Το ξενοδοχείο είχε τότε μετατραπεί σε νοσοκομείο, εγώ δεν το γνώριζα αυτό.

Καθώς περπατούσα στο δρόμο, πλησίαζω έξω από το ξενοδοχείο και αντιλαμβάνομαι τον χαμό που γινόταν. Κοντοστάθηκα. Παρακολουθώντας από το απέναντι πεζοδρόμιο έβλεπα με τρόμο το τι συνέβαινε. Μία κατάσταση γενικού πανικού.

Τα ασθενοφόρα και τα στρατιωτικά Landrover να πηγαινοέρχονται γεμάτα τραυματίες πολέμου, νοσοκόμοι και τραυματιοφορείς με φορεία και τραυματίες να τρέχουν πανικόβλητοι. Ένας γενικός χαμός…

Εγώ, με τον φόβο ενός εντεκάχρονου παιδιού, αφού δεν άντεχα άλλο να βλέπω έτρεξα προς το σχολείο και μπήκα από την κύρια είσοδο αφού είχα παρατηρήσει πως ήταν ανοιχτή. Σκέφτηκα πως εκεί θα μπορούσα να κάνω μια στάση και να ανασάνω έπειτα από τα όσα τρομακτικά είχα δει. Σκέφτηκα να περάσω να δω την τάξη μου και να πάρω λίγη χαρά, μετά από τόσο τρόμο. Έτσι σκέφτηκα. Αυτό που ακολούθησε, όμως, θα μείνει για πάντα ανεξίτηλο στη μνήμη μου.

Όταν έφτασα έξω από την τάξη μου, κοίταξα μέσα από το παράθυρο για να εντοπίσω το θρανίο μου, όταν με σύγχυση παρατήρηση πως τα θρανία και οι καρέκλες δεν υπήρχαν πουθενά και τη θέση τους είχαν πάρει… φέρετρα. Όλη η αίθουσα της τάξης μου γεμάτη με ανοιχτά φέρετρα.

Όπου και να κοίταζα έβλεπα ανοιχτά φέρετρα γεμάτα με νεκρά και ματωμένα ανθρώπινα σώματα. Τρομαγμένος άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να φύγω απ’ εκεί, χωρίς να κοιτάξω ξανά πίσω. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδα το σχολείο μου τον Αύγουστο του '74.

Τότε, φυσικά, ούτε καν ήξερα το τι θα ακολουθούσε μετά από αυτό...ότι δεν θα ξαναγυρνούσα και θα γινόμασταν πρόσφυγες.

Έχουν περάσει 45 χρόνια...και νοσταλγώ. Θέλω πάρα πολύ να επιστρέψω και να μπω στο σπίτι μου. Να περπατήσω στους δρόμους και τα μονοπάτια που μεγάλωσα, να ξαναδώ το σχολείο μου, να βρω την αθώα παιδική μου ηλικία...

Όταν εκείνον τον μαύρον Αύγουστο του '74 μας ανάγκασαν να φύγουμε από τους αγαπημένους μας τόπους ήμουν σχεδόν 11...

Posted by Fanis Patsalides on Thursday, 8 August 2019

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ