Κύριε Χαραλαμπίδη, είναι αντιποιητική η εποχή μας;

Ο σπουδαίος Κύπριος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης μίλησε στη CITY για την ποίηση, την εποχή που διανύουμε, το Βαρώσι, τη μνήμη, την κυπριακή διάλεκτο, αλλά και για την ανάγκη να επανεύρουμε την παιδικότητά μας.

Η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, αλλά και με την ποίηση γενικότερα, έγινε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου μια φωτεινή δασκάλα εναπόθετε μέσα στην παιδική μου ψυχή τον σπόρο και συνάμα την αγάπη για καθετί ποιητικό. Η ίδια συνήθιζε να μού λέει πως ο σπόρος προϋπήρχε. Δεν ξέρω. Εξάλλου, τότε δεν μπορούσα να αντιληφθώ πολλά που, για να είμαι ειλικρινής, ακόμα και σήμερα παραμένουν εν πολλοίς αδιευκρίνιστα. Εικάζω πως ίσως ποτέ δεν θα τα μάθω. Το μόνο που γνωρίζω με βεβαιότητα είναι πως κάθε φορά που στέκομαι άοπλη και με κουρελιασμένα τα ιμάτια μπροστά στη ζωή, το μόνο ασφαλές καταφύγιο παραμένει πάντα η ποίηση και οι ποιητές.

Άλλωστε, «η ποίηση», θα μου πει ο κ. Χαραλαμπίδης, «μπορεί να μεταβάλλει και να προσαρμόζει τον κόσμο στις δικές της ανάγκες, και καλά κάνει, γιατί αλλιώτικα ο κόσμος θα ήταν λογοκρατικά αφόρητος! Ο παραλογισμός της ποίησης ενδέχεται να είναι η λογική του Θεού, μια αταξία, ένα σάλεμα που υπάγεται σε μιαν άλλου είδους τάξη».

Για τον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη, δεν χρειάζεται μάλλον να κάνω ιδιαίτερο προλόγισμα. Η αξία του, άλλωστε, ως ποιητή είναι αδιαμφισβήτητη και αναγνωρισμένη. Άοκνος εργάτης του πνεύματος, πολυγραφότατος -εξέδωσε, μεταξύ άλλων, δεκατρείς ποιητικές συλλογές- και πολυβραβευμένος – έχει τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών, το ελληνικό και κυπριακό κράτος, ενώ το 2018 έλαβε το «Κυπριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για Μικρά Παιδιά» για το βιβλίο του «Σαλιγκάρι και Φεγγάρι».

Όταν τον ρώτησα αν το βιβλίο αυτό προέκυψε ως μια εσωτερική ανάγκη επιστροφής στην παιδική ηλικία, ο ίδιος μού απάντησε πως «Δεν ήταν ανάγκη επιστροφής, αλλά ουσιαστικά παραμονής. (…) Όλο το ζήτημα είναι να επανεύρουμε οι μεγαλύτεροι την παιδικότητά μας και να γνοιαζόμαστε, ώστε τα παιδιά, μεγαλώνοντας, να μην απολέσουν ποτέ το αμόλυντο, που είναι η αθωότητά τους. Αν έγραψα παιδικά ποιήματα, στηρίζονται σ’ αυτήν τη βάση».

Ο κ. Κυριάκος Χαραλαμπίδης είναι από εκείνες τις περιπτώσεις των πνευματικών ανθρώπων που η υψηλή αισθητική αξία του έργου τους συμβαδίζει με το ήθος και την ευγένεια του χαρακτήρα τους. Στη συνέντευξη που κάναμε, είπαμε πολλά. Κάποια στιγμή τόλμησα να τον ρωτήσω αν αισθάνθηκε φόβο όλο αυτό το διάστημα. Μού είπε πως η έννοια του φόβου, όπως τον εννοούμε στη φθαρτή βιωτή μας, δεν τον αγγίζει πολύ. Αγωνιά, όμως, για το μέλλον της ανθρωπότητας και για τη μόλυνση της ψυχής. Είναι, παρ’ όλα αυτά, αισιόδοξος γιατί «η ελπίδα εμφωλεύει στην αβεβαιότητα που τη γεννά. Τα πράγματα μπορούν να μετρούνται κι από την αντιστροφή τους. Σκοτάδι συδαυλίζει τη φωτιά που κατοικεί μέσα μας. Ο Διάβολος αποτελεί εν τέλει το συνοδευτικό και αναγκαίο εξάρτημα του Καλού».

Παθιαζόμαστε να έχουμε δίκαιο σε όλα, πιστεύουμε στο αλάνθαστό μας οχυρωμένοι πίσω από τα ιδεολογικά ή τα κομματικά μας τείχη. Μας ενοχλεί η διαφορετική οπτική γωνία, προπάντων ενοχλεί όποιος στοχάζεται ελεύθερα. Τι θαρρείτε; Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ ιδεώδη.


Κύριε Χαραλαμπίδη, είναι αντιποιητική η εποχή μας;

Η εποχή μας, όπως και όλες οι άλλες εποχές, μπορούν δυνητικά να χαρακτηριστούν αντιποιητικές ή ποιητικές, ανάλογα με τoν τρόπο που τις χειρίζονται οι άνθρωποι. Ο Χρυσός αιώνας των Αθηνών έστειλε στον θάνατο τον Σωκράτη και κατασπάραξε τους Έλληνες με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Μιλάμε για την αρτιότερη καλλιτεχνικά εποχή, που βέβαια δεν είναι αντιποιητική, εφόσον τα έργα τέχνης αυτονομούνται απέναντι στα έργα των ανθρώπων. Η τέχνη, μάλιστα, και τα άνθη του πνεύματος ενεργούν ως αντίβαρο σε καμώματα της ιστορίας και αποτρόπαιες συμπεριφορές. Το ζήτημα επομένως θα πρέπει να εστιάζεται στο φως ή το σκότος που ο καθένας εκπέμπει, και φυσικά στον ρυθμό, κατ’ ακρίβειαν στην πολιτεία που μέσα του οικοδομεί. Ο γνωστικός μας συγγραφέας Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης έλεγε ότι οι άνθρωποι του καιρού μας ανήκουν ουσιαστικά σε ποικίλες εποχές, από πλευράς δηλαδή νοοτροπίας, συντηρητισμού ή προόδου. Υπάρχουν άτομα που ζουν στον δικό τους ακόμα Μεσαίωνα και άλλα που μπορεί από τώρα να βιώνουν τον μέλλοντα αιώνα.

Είναι ταυτόχρονα μια εποχή γεμάτη φόβο. Εσείς νιώσατε φόβο όλο αυτό το διάστημα;

Θα ήταν λογικό να αναφερθώ στην πανδημία που μας κυκλώνει. Πολύς ο θάνατος και ο πόνος, μολονότι τον εξορκίζουν αξιοθαύμαστοι νοσηλευτές. Πέρα από αυτό, τρομάζω περισσότερο στη σκέψη ότι κάποια στιγμή ολόκληρη η Κύπρος ενδέχεται να τεθεί κάτω από τον έλεγχο της Τουρκίας. Με θλίβει, επίσης, που η Ευρώπη δεν κατορθώνει να ενεργεί ως ενιαίο σώμα. Κάποτε θα γίνει και αυτό, αλλά η διαδικασία είναι φοβερά χρονοβόρα, εφόσον η εξέλιξη των ατόμων και των κρατών δυσχεραίνεται από τα οικονομικά τους συμφέροντα. Ομολογώ πως η έννοια του φόβου, όπως τον εννοούμε στη φθαρτή βιωτή μας, δεν με αγγίζει πολύ. Υποβόσκει όμως πάντα μια αγωνία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Δεν εννοώ να φοβάμαι, αλλά να στοχάζομαι πως εξαντλούμε τον πλανήτη μας και δεν θα μείνει τόπος (υλικός και μελλοντικά ηθικός) να σταθούμε. Η μόλυνση της ψυχής είναι αυτό που με κάνει να αγωνιώ.

«Ο κόσμος ήταν, είναι και θα είναι πάντα σε κρίση, πολιτική, οικονομική, πολιτισμική, κρίση αξιών, κρίση ανθρώπινης, αλίμονο, επιβίωσης. Δουλειά του ποιητή είναι να ανάβει ένα κερί μέσα στο σκοτάδι ή, αν προτιμάτε, ν’ ανθοβολεί όπως το λουλούδι σ’ έναν κόσμο ζοφερής ιδιοτέλειας και ξηρασίας». Φαίνεται, μέσα από τα λεγόμενά σας, ότι οι άνθρωποι του πνεύματος καλούνται να επωμισθούν ένα σημαντικό «βάρος» που φέρει και μια εξίσου σημαντική ευθύνη. Είναι πράγματι έτσι;

Η ευθύνη, όχι μόνο των εργατών του πνεύματος, αλλά και κάθε ανθρώπου, είναι να επωμίζονται το ταλέντο τους. Θέλω να πω, το ταλέντο και η ευθύνη δεν είναι προνόμιο ή σταυρός μαρτυρίου μονάχα για ευαίσθητες ψυχές. Και τι σημαίνει ευαισθησία, αν δεν προσκυνάμε τον πόνο των ανθρώπων με το ταλέντο της αγάπης; Η αγάπη λόγου χάρη για την πατρίδα, η αγάπη για την ομορφιά του κόσμου και για τον ήλιο της δικαιοσύνης προϋποθέτει ταλέντο, το ταλέντο να είμαστε ανθρώπινοι και αληθινοί. Το βάρος πέφτει σε έναν έκαστο άνθρωπο, γιατί όλοι, καθένας ονομαστικά, κληθήκαμε να εξελίξουμε τον εαυτό μας και να αναγνωρίσουμε αυτήν την ευθύνη.

Το έθνος μας δεν πρέπει να είναι συνυφασμένο με την Ελλάδα, παρά με την Οικουμένη. Ελληνικό είναι αυτό που ανήκει στη γενική πατρίδα των ανθρώπων, όταν καθίστανται ικανοί να υπερβαίνουν τα γεωγραφικά και ιστορικά τους αναχώματα και να επεκτείνονται μεθιστορικά. Μακάρι λοιπόν να αξιωθούμε όλοι να γίνουμε, υπό αυτή την έννοια, εθνικοί και ελληνικοί.


Μου μιλήσατε στην πρώτη μας τηλεφωνική επικοινωνία για τη σχέση σας με τον χρόνο. Πώς αντιλαμβάνεστε πλέον την έννοια του χρόνου;

Στις 31 του Γενάρη 2021 ολοκληρώνεται ο κύκλος των ογδόντα μου χρόνων. Αισθάνομαι πως άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Συνειδητοποιώ το βραχύ της ζωής, τη σχετικότητα του ίδιου του χρόνου. Ο Βαλερύ είπε ότι ο χρόνος είναι ένα κενό. Ο ποιητής μιλούσε για τον χρόνο φιλοσοφικά, όμως εμείς τον γεμίζουμε με άχρηστα πράγματα. Πέρα από αυτό, παθιαζόμαστε να έχουμε δίκαιο σε όλα, πιστεύουμε στο αλάνθαστό μας οχυρωμένοι πίσω από τα ιδεολογικά ή τα κομματικά μας τείχη. Μας ενοχλεί η διαφορετική οπτική γωνία, προπάντων ενοχλεί όποιος στοχάζεται ελεύθερα. Τι θαρρείτε; Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ ιδεώδη. Αυτό το είδος χρόνου, αυτήν την απουσία της πληρότητας είναι που αντικρίζω γερνώντας. Μακάρι να μου δινόταν ο χρόνος να συμπληρώσω κι εγώ τα δικά μου κενά, να ολοκληρώσω το δημιουργικό μου χρέος, να μην αφήσω εκκρεμή πνευματικά ζητούμενα. Καταλαβαίνω την ένδεια του Καζαντζάκη ως προς αυτό. Ζητιάνευε χρόνο από εκείνους που τον σπαταλούν περνώντας αδιάφοροι μπροστά από το θαύμα της ζωής.

Αν γυρνούσατε πίσω τον χρόνο, θα αλλάζατε κάτι;

Ως προς εμένα, όχι. Δεν είναι ζήτημα ντυσίματος των ιδεών ή ωριμότητας και τελειότητας. Στον καθένα δόθηκε ένα πλαίσιο ζωής και αυτοδιαμόρφωσης. Ας μην ανατρέπουμε το παρελθόν χάριν ενός ιδεώδους και αβέβαιου παρόντος. Ό,τι έγινε ήταν καλά καμωμένο, εφόσον δεν προσέβαλλε την ομορφιά του κόσμου και τη βαθύτερη αξιοπρέπειά μας.

Θυσιάσατε, όμως, πράγματα ή στιγμές για την τέχνη σας;

Αυτό ναι. Η πορεία μου προς την τέχνη είναι διαρκής, αταλάντευτη και θυσιαστική. Μη θαρρείτε ωστόσο πως η έννοια της θυσίας είναι γεμάτη αίματα. Ο άνθρωπος είναι ζώο λατρευτικό, γεννήθηκε να θύει και για τα ουράνια. Η θυσία ως υμνητικό τραγούδι και δοξολόγημα του παντός. Θυσία αινέσεως, ευφροσύνη δοσίματος. Για να το πω διαφορετικά, το ιδεώδες είναι η πνευματική σκληραγώγηση των λέξεων, η άσκησή τους, ώστε να νιώθουν απελεύθερες και να μπορούν να πετούν. Αυτή είναι η δουλειά μου και προπαντός η δουλεία μου – ανάλαφρη εννοώ και θυσιαστική. Ωστόσο διαισθάνομαι ότι μια απλούστερη απάντηση θα έδινε την αναγκαία ικανοποίηση σε ερωτήσεις όπως αυτή που μου θέσατε. Δεν προσπαθώ να αποφύγω την απάντηση και οι δικοί μου το ξέρουν πόσο σκληρό είναι το αντίτιμο του θυσιαστικού δοσίματος στην τέχνη. Το ποίημα μου «Προσωπογραφία», στη συλλογή «Το αγγείο με τα σχήματα», θαρρώ πως δίνει κάποια στοιχεία ως προς αυτό.

Για μένα οι λέξεις, και το λέω συχνά, δεν είναι τίποτε άλλο από οικοδομικό υλικό. Αν μια λέξη –αρχαία ή της καθαρεύουσας ή κυπριακή ή λαϊκή– μου χρειάζεται, την αξιοποιώ χωρίς να φοβάμαι τι θα πουν οι αστυνόμοι και οι ρυμοτόμοι.


Στην Αθήνα, όταν ήσασταν φοιτητής, ήρθατε σε επαφή με τον Νικηφόρο Βρεττάκο, ο οποίος υπήρξε, όπως ο ίδιος αναφέρατε, σημαντικός αρωγός στην έκδοση της πρώτης ποιητικής σας συλλογής με τίτλο «Πρώτη πηγή». Εσείς λαμβάνετε ποιήματα από νέους δημιουργούς; Και, αν ναι, εντοπίζετε ενδιαφέρουσες περιπτώσεις ανάμεσα σε αυτά; Είστε, παρ’ όλα αυτά, αυστηρός κριτής;

Λαμβάνω συνεχώς από νέους βιβλία. Μερικοί έχουν ταλέντο και έμπνευση, οι περισσότεροι όχι. Θέλω να είμαι πάντα ειλικρινής, γιατί η ποίηση δεν επιτρέπει σε κανέναν να κάνει εκπτώσεις. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου αυστηρό, υπό την έννοια της κατάκρισης, παραμένω όμως σταθερός στην υπεράσπιση της ποίησης. Φυσικά συμβουλεύω εκεί που χρειάζεται και εγκαρδιώνω πάντα με αγάπη. Αλλά δεν διστάζω να λέω τη γνώμη μου, θεωρώντας χρέος μου να μη ξεγελώ τον νέο λογοτέχνη και να τον θωπεύω με επαίνους. Συχνά φυσικά αυτό με δυσκολεύει, γιατί οι περισσότεροι λογοτέχνες –όχι μονάχα οι νέοι– όταν ζητούν την ειλικρινή μας γνώμη, στο βάθος εννοούν αποκλειστικά τους επαίνους. Ο άνθρωπος, λέει ο Έλιοτ, «δεν μπορεί να αντέξει πολλή πραγματικότητα», και αυτό είναι ένα πρόβλημα στον νησιωτικό μας χώρο. Ωστόσο, θέλω να πιστεύω ότι εν ονόματι του ανελέητου θεού της Αισθητικής έσφιγγα τη ψυχή μου και δεν χαρίστηκα ποτέ σε κάποιον, ακόμη και αν ήταν στενός μου φίλος. Οφείλω να προσθέσω ότι σέβομαι και σκύβω με συμπάθεια στα έργα των νέων, όμως η ποίηση είναι εργαστήρι και το έργο κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Δεν είναι ζήτημα διάκρισης, αλλά με γοητεύουν, με την ποιητική τους δύναμη και την ανανεωτική τους πνοή –ασχέτως πάντα ηλικίας– εκείνοι που υπηρετούν την ποίηση με εμμονή, αφοσίωση και λογοτεχνική μαστοριά. Παλαιοί και νεότεροι θα κριθούν από αυτό. Είναι λογικό να είμαστε κοντά στους νέους, αφού και το ίδιο το πνεύμα είναι αντιστρόφως ανάλογο της ηλικίας: μας παρέχει τη δυνατότητα, όσο γερνάμε, να γινόμαστε ολοένα νεότεροι!

Όσο για τον Νικηφόρο Βρεττάκο, που όντως αγάπησε τους νέους, με απέραντη ταπεινοφροσύνη και πρακτικά τους πρόσφερε βοήθεια, αυτός αποτελεί φάρο και υπόδειγμα πνευματικής αγιότητας και ψυχικής ευρυχωρίας.

Μελετώντας κανείς το ποιητικό σας έργο, παρατηρεί -μεταξύ άλλων- ότι χρησιμοποιείτε στα ποιήματά σας λέξεις ομηρικές, της κοινής νεοελληνικής, αλλά και της κυπριακής διαλέκτου. Είναι τελικά αέναη η μάχη του ποιητή με τις λέξεις;

Δεν είναι ζήτημα μάχης, αλλά συμφιλίωσης. Πώς να το πω… Δεν στέκομαι απέναντι στις λέξεις, αλλά τις συναιρώ μέσα μου, τις χρησιμοποιώ ανάλογα με τον ρυθμό και τις ανάγκες του ποιήματος. Για μένα οι λέξεις, και το λέω συχνά, δεν είναι τίποτε άλλο από οικοδομικό υλικό. Αν μια λέξη –αρχαία ή της καθαρεύουσας ή κυπριακή ή λαϊκή– μου χρειάζεται, την αξιοποιώ χωρίς να φοβάμαι τι θα πουν οι αστυνόμοι και οι ρυμοτόμοι. Η ποίηση είναι από τη φύση της αναρχική, ίσως γιατί μέσω αυτής της διαδικασίας νεουργείται ο κόσμος. Η κάθε λέξη έχει πυρηνική γόμωση και αυτό οφείλει ο ποιητής να το υποδείξει στην ίδια τη λέξη. Να της θυμίσει δηλαδή την καταγωγή της, να την επαναφέρει εις το Είναι της.

Η κυπριακή διάλεκτος είναι, το λέει και η λέξη, διάλεκτος. Ανήκει στην ελληνική γλώσσα, ως διαλεκτικό παρακλάδι της. Κάθε προσπάθεια για αυτονόμησή της εμπεριέχει σοβινιστικά στοιχεία αποκόλλησης από τον ενιαίο γλωσσικό κορμό. Εκείνοι που επιμένουν στην κυπριακή ως ξένη γλώσσα, κάθονται σε κλαδί, το οποίο αποκόπτουν.


Στο βιβλίο σας «Αιγιαλούσης επίσκεψις- ένα ποίημα και ένα σχόλιο» παρουσιάζετε τις ευθύνες σας ως ποιητή. Μεταξύ άλλων, γράφετε: «Τρίτη ευθύνη (κυρίως για Κυπρίους): Να δίνεις εάν χρειάζεται, την αίσθηση της διαλέκτου, όχι να τη μιμείσαι φολκλορικά. Υπάρχουν σημεία κομβικά και κολπώσεις, όπου χωρεί φυσιολογικά ο ενοφθαλμισμός μιας λέξης ή φράσεις του ιδιώματος. Το δέσιμο να είναι λειτουργικό και παράλληλα αποτρεπτικό να “μιμηθούμε” τη διάλεκτο. Αρκεί μια λέξη (μια απλή ένδειξη υπαινικτική) για να “υποδυθεί” τη διάλεκτο και να υπενθυμίζει πνευματικά τη διαρκή -εντός του ποιήματος- ροή της». Ποια είναι η δική σας στάση απέναντι στη γλώσσα και ειδικά απέναντι στην κυπριακή διάλεκτο;

Μα ήδη το είπα, και τώρα θα το ξαναπώ χωρίς εισαγωγικά: Η κυπριακή διάλεκτος είναι, το λέει και η λέξη, διάλεκτος. Ανήκει στην ελληνική γλώσσα, ως διαλεκτικό παρακλάδι της. Κάθε προσπάθεια για αυτονόμησή της εμπεριέχει σοβινιστικά στοιχεία αποκόλλησης από τον ενιαίο γλωσσικό κορμό. Εκείνοι που επιμένουν στην κυπριακή ως ξένη γλώσσα, κάθονται σε κλαδί, το οποίο αποκόπτουν. Αν αγαπώ την κυπριακή διάλεκτο, είναι για το ηχόχρωμά της, που δίνει χαρακτήρα και εμπλουτίζει την ελληνική μας γλώσσα παρ’ όλες τις ξένες επιχωματώσεις ή μάλλον εξαιτίας ακριβώς αυτών. Γιατί τα ξένα δάνεια καθιστούν ρωμαλεότερη μια γλώσσα, χάρη στη μίξη των αιμάτων. Δεν είναι τυχαίο που ο Διγενής Ακρίτης κρατούσε από δύο γένη (το ένα αραβικό) και αυτό παραδόξως τον καθιστούσε ελληνικότερο!

Στο σύνολο του έργου σας καταπιαστήκατε έντονα με την κυπριακή τραγωδία του 1974. Στην ποιητική σύνθεση «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα» παρουσιάζετε το δράμα μιας «ολάκερης πόλης μες στο κρατητήριο». Πώς σας έκανε να νιώσετε το πρόσφατο άνοιγμα των Βαρωσίων που τυχαίνει να είναι και ο δικός σας γενέθλιος χώρος;

Αγγίζετε επί τον τύπον των ήλων. Η πόλη εξακολουθεί να είναι μες στο κρατητήριο, και μάλιστα διπλά με το δόλιο «άνοιγμά» της από τον Αττίλα, που, αν και παραμένει βαρβαρικά ένας άρπαγας, δεν παύει να είναι και αριστοτέχνης της απάτης.

Με ρωτάτε για τα αισθήματά μου μπροστά στο φαινόμενο του μεθοδικού φαγώματος του τυριού από τον πόντικα. Την απάντησή μου θα σας την δώσω με στίχους, που μπορούν με λιγότερα λόγια να οικονομήσουν περισσότερα. Έτσι θα αντιληφθείτε και τον τρόπο, με τον οποίο μπορεί να γεννηθεί ένα ποίημα, το οποίο στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Ουσιαστικά το ποίημα που καταθέτω, αφορμάται από τα λουλούδια που άφησε στην πόρτα του σπιτιού του ο νόμιμος ιδιοκτήτης, όταν, με το λεγόμενο «άνοιγμα» του Βαρωσιού, επιχείρησε να μπει στο σπίτι του (είχε μαζί του το κλειδί). Φυσικά τον εμπόδισε ο Τούρκος επιτηρητής. Αυτό με ώθησε να γράψω ένα επιγραμματικό επιτύμβιο:

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Εγώ που βλέπεις, ξένε, είμαι το σπίτι

που κάποιος νοικοκύρης μού πέρασε κλειδί

για χρόνια φυλαγμένο στην πικρή του τσέπη.

Κι ως άνοιξα, με είδε αγέλαστος φρουρός,

από ψηλά και η κάμερα, και με σκυλόβρισαν.

Μόνη μου παρηγόρια ο νοικοκύρης

που πρόλαβε τουλάχιστον στην πόρτα ν’ αποθέσει

λίγα λουλούδια. Σε φιλώ, Επιτάφιε.

Στο ποίημά σας «Περί κλάδου ελαίας», όπως εύστοχα ανέφερε ο καθηγητής Ευριπίδης Γαραντούδης, διακρίνεται η καταγγελτική οργή και η βαθιά σας πίκρα για το δράμα που συντελέσθηκε στην Κύπρο. Χαρακτηριστικά γράφετε ότι «Η Κύπρος δεν υπάρχει· καταργείται / ως χώρος τραγικών συμβάντων». Πιστεύετε ότι η «κατάργηση» της Κύπρου εξακολουθεί να συντελείται και σήμερα τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο;

Το γεγονός ότι η Τουρκία χαρακτηρίζει την Κύπρο ως «εκλιπούσα», καθιστά φανερό και το πρόβλημα. Η ιστορία είναι η απόφαση των άλλων περί του τι εκλείπει. Ο Θουκυδίδης έγραψε ότι οι άνθρωποι του δικού του εμφύλιου καιρού, «για να δικαιολογούν τις πράξεις τους, άλλαζαν ακόμη και τη σημασία των λέξεων». Μήπως αυτό δεν συμβαίνει και στις μέρες μας; Το ζήτημα δεν είναι τι υπάρχει, αλλά τι εκλείπει από την ανθρώπινη ουσία. Η Ανθρωπότητα δεν υπάρχει, η πραγματική Ζωή δεν υπάρχει, η Αλήθεια δεν υπάρχει. Αντίθετα ο Διάβολος, που θεολογικά προσδιορίζεται ως το «μη είναι», ε, αυτός κι αν υπάρχει!

Πώς ο γενέθλιος τόπος και ό,τι σχετίζεται με αυτόν ενέπνευσε ή επηρέασε το ποιητικό σας έργο;

Διαβάστε το έργο μου, θα έλεγα προς πάσα κατεύθυνση, και θα το δείτε. Η ιστορία είναι ανεξάντλητη. Αρκούμαι να επαναλάβω εδώ το του Διονύσιου Σολωμού: «Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη είναι κρυμμένα». Πάντα στον νου μου τρέφω την ανάγκη να αντλώ από την ιστορία τους πόρους της μεθιστορίας. Τα ιστορικά δεδομένα αποτελούν άριστη βάση για τα δικά μου ποιητικά και μυθικά δρώμενα. Δεν θέλησα ποτέ να εκμεταλλευτώ την πληγή.

Ο άνθρωπος είναι η μνήμη του. Πολλοί, κομματικά εξαρτώμενοι, θεωρούν τη μνήμη ως υπόλειμμα εθνικιστικής λοξοδρόμησης. Τι λάθος, τι έγκλημα να χαρίζουμε το ιερότερο συστατικό του ανθρώπου, τη μνήμη του, σε παραμορφωτικούς καθρέφτες! Κάποτε είχαμε το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ. Τώρα που το έχουμε ξεχάσει, μας απομένει το αμόλυντο, η Μνήμη ως συστατικό του ανθρώπου, άσχετα από την επιστροφή του στα πατρογονικά εδάφη και την εθνική του δικαίωση.


Η μνήμη, λέει ο Σεφέρης, όπου και να την αγγίξεις πονεί. Ποια είναι η σημασία της μνήμης για εσάς;

Η μνήμη είμαστε εμείς. Όχι απλώς ως φορείς της, αλλά και ως ουσιαστικό της περιεχόμενο. Το έχω πει πολλές φορές: Ο άνθρωπος είναι η μνήμη του. Πολλοί, κομματικά εξαρτώμενοι, θεωρούν τη μνήμη ως υπόλειμμα εθνικιστικής λοξοδρόμησης. Τι λάθος, τι έγκλημα να χαρίζουμε το ιερότερο συστατικό του ανθρώπου, τη μνήμη του, σε παραμορφωτικούς καθρέφτες! Κάποτε είχαμε το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ. Τώρα που το έχουμε ξεχάσει, μας απομένει το αμόλυντο, η Μνήμη ως συστατικό του ανθρώπου, άσχετα από την επιστροφή του στα πατρογονικά εδάφη και την εθνική του δικαίωση. Η μνήμη είναι κάτι το πνευματικό και δεν αποτελεί κατάσταση μεταξύ του δούναι και του λαβείν. Ούτε και μετριέται με το στρέμμα ή τον πατριωτισμό των συνθημάτων. Η μνήμη είναι αυτό που μένει, όταν ο άνθρωπος έχει χαθεί. Είναι ό,τι περιέχουμε ως ουσία και ό,τι μας περιβάλλει ως πνευματική περι-ουσία.

Στο βιβλίο σας «Ίμερος» κλίνετε προς την πλευρά της ερωτικής ποίησης. Πώς η συλλογή αυτή συνομιλεί με το σύνολο του έργου σας ή ποια θέση έχει σε αυτό;

Μέσα μου υπάρχουν πολλοί ποιητές, αλλά ένα μόνο έργο. Φαντάζει παραδοξολόγημα, όμως είναι αλήθεια ότι το έργο προσδιορίζει και τους κόσμους που στοιχειοθετούν αυτό που είμαστε. Για να το πω πιο απλά, δεν γράφουμε ποίηση, αλλά εγγραφόμαστε μέσα σ’ αυτήν. Και ακόμα πιο απλά, θα έλεγα ότι το ποίημα είναι αυτό που ουσιαστικά μας ποιεί, όχι το αντίστροφο.

Αυτά ως προεισαγωγικά στην ποιητική μου πράξη να γράψω για τον ίμερο της ζωής, την ερωτική λαχτάρα δηλαδή και τον πόθο τον δικό μου μπροστά στο μυστήριο της Δημιουργίας. Γιατί στο βάθος η ποίηση είναι μια δημιουργία που προοικονομεί τον έρωτα της ζωής. Ο Μότσαρτ συγκεφαλαίωνε την προσωπική του δημιουργία σε τούτο ακριβώς: προσπαθούσε, όπως έλεγε, να συνταιριάσει δυο τόνους που να αγαπάει ο ένας τον άλλο. Η τέχνη είναι αρμονία, αλλά κατά τον Ηράκλειτο «παλίντονος», ανάμεσα στις αντιθέσεις που την γεννούν. Η Αφροδίτη παντρεύτηκε τον Άρη, ο έρως τον πόλεμο, η ζωή τον θάνατο. Έτσι πεθαίνει και ανασταίνεται ο κόσμος, έτσι γονιμοποιείται η ζωή. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας αναβλασταίνει και η χάρη να βλέπουμε τον αιθέριο κυματισμό.

Το ποίημα είναι αυτό που ουσιαστικά μας ποιεί, όχι το αντίστροφο.



Μετά από πολλές ποιητικές συλλογές για «μεγάλους», πριν από μερικά χρόνια εξεδώσατε ένα βιβλίο απευθυνόμενο σε μικρά παιδιά με τον τίτλο «Σαλιγκάρι και Φεγγάρι». Πώς προέκυψε αυτό; Ήταν μια εσωτερική ανάγκη επιστροφής στην παιδική ηλικία;

Δεν ήταν ανάγκη επιστροφής, αλλά ουσιαστικά παραμονής. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι η παιδική λογοτεχνία αποκτά το αληθινό της νόημα, όταν απορρέει από την ίδια την παιδικότητα των συγγραφέων, που δεν περιορίζονται απλώς σε στοιχεία παιδικής θεματολογίας. Όλο το ζήτημα είναι να επανεύρουμε οι μεγαλύτεροι την παιδικότητά μας και να γνοιαζόμαστε, ώστε τα παιδιά, μεγαλώνοντας, να μην απολέσουν ποτέ το αμόλυντο, που είναι η αθωότητά τους. Αν έγραψα παιδικά ποιήματα, στηρίζονται σ’ αυτήν τη βάση. Την αφορμή την έδωσε η κόρη μου, η Δάφνη, τότε που ήταν στο Δημοτικό, και αργότερα τα δυο εγγόνια μου, η Ηρώ και ο Πάρης, που μου αποκάλυψαν τι σημαίνει να είσαι παππούς. Θέλω να πω να νιώθεις πως έχεις την ίδια ηλικία με αυτά.

Πολλά παιδικά μου ποιήματα, ίσως τα περισσότερα, γράφτηκαν για σχολικές ανάγκες, γεγονός που οφείλεται σε φωτεινές δασκάλες. Πάντως αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να νιώσω καλύτερα και τον Πικάσο! Θέλω να πω, η παιδική λογοτεχνία, με τον υπερρεαλιστικό χαρακτήρα της, την ανορθόδοξη χρήση των λέξεων και την αιφνιδιαστική ανατροπή των εικόνων, συγγενεύει σε μεγάλο βαθμό με το μοντέρνο και αποδίδει στοιχεία της σύγχρονης τέχνης. Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται αποκαλυπτική και ανανεωτική ως προς το πνεύμα. Πώς το επιτυγχάνει κανείς; Νομίζω ότι το μυστικό είναι να γίνεσαι εφευρέτης του εαυτού σου και να ανατρέπεις την εικόνα σου στο όνομα της λαχτάρας σου να υπηρετείς αδιάλειπτα τον έρωτα της ζωής στις ποικίλες μορφές του.

Μιας και μιλήσατε για φωτεινές δασκάλες, οφείλω να ομολογήσω ότι η πρώτη μου επαφή με την ποίησή σας ήταν στο σχολείο. Αρχικά στο Γυμνάσιο και μετά στο Λύκειο, όταν στην εξεταστέα ύλη των Παγκυπρίων εξετάσεων βρισκόταν το ποίημά σας «Στα στέφανα της κόρης του». Θυμάμαι ότι τότε, ανάμεσα στις πολυσέλιδες αναλύσεις ποιημάτων, αναρωτιόμουν αν οι ποιητές έχουν όλα αυτά στον νου τους, όταν γράφουν ένα ποίημα. Αργότερα, στο Πανεπιστήμιο, ως φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, εν μέρει αναθεώρησα. Ποια είναι, όμως, η τοποθέτηση ενός ποιητή απέναντι σε αυτήν την απλοϊκή τοποθέτηση;

Καθόλου απλοϊκή. Μου έτυχε πολλές φορές, αναλύοντας το ποίημα σε μαθητές, να με ρωτούν τα παιδιά και οι καθηγήτριες, αν τα είχα όλα αυτά στο μυαλό μου, όταν το έγραφα. Η σταθερή απάντησή μου είναι ότι όλα αυτά υπάρχουν υπογείως, όμως ο ποιητής δεν τα ξέρει, και αποδεσμεύονται μαγνητικά στη διαδικασία σύνθεσης του έργου. Αυτό είναι το παράδοξο και το μυστηριώδες: ο δημιουργός να μαθαίνει από το έργο του και –ήδη το ανέφερα– να δημιουργείται από αυτό. Η στιγμή της δημιουργίας είναι μαγική. Αναμοχλεύονται δυνάμεις και βγαίνουν από τον βυθό στην επιφάνεια «ονόματα πρωτάκουστα», όπως θα τα έλεγε ο Σεφέρης. Μπορούμε με ασφάλεια να μιλήσουμε για το μυστήριο των λέξεων, που αίφνης αποκτούν την γόμωσή τους εντός του ποιήματος. Το υπογραμμίζω: «εντός του ποιήματος», όχι έξω από τα δικά του νερά. Ο λαός σε τούτο έχει εν μέρει δίκαιο: «στη στεριά δεν ζει το ψάρι». Και λέω εν μέρει, γιατί η συνέχεια του δημοτικού τραγουδιού λαθεύει, μάλλον, συμπληρώνοντας με τον στίχο «ούτε ανθός στην αμμουδιά». Εγώ γνωρίζω τα κρινάκια πλάι στη θάλασσα της Αμμοχώστου, που ανθίζαν και μυροβολούσαν. Όπως βλέπετε, η ποίηση μπορεί να μεταβάλλει και να προσαρμόζει τον κόσμο στις δικές της ανάγκες, και καλά κάνει, γιατί αλλιώτικα ο κόσμος θα ήταν λογοκρατικά αφόρητος! Ο παραλογισμός της ποίησης ενδέχεται να είναι η λογική του Θεού, μια αταξία, ένα σάλεμα που υπάγεται σε μιαν άλλου είδους τάξη.

Πώς νιώθετε που τα ποιήματά σας διδάσκονται στα σχολεία;

Πήρα, όπως ξέρετε, αρκετά βραβεία, όμως τούτο είναι το πιο σημαντικό: να φθάνουν οι στίχοι σου στα παιδιά. Εύχομαι να έχουν αυτήν την καλή τύχη και άλλοι λογοτέχνες από την Κύπρο. Κάποιοι βέβαια την έχουν, και η επιλογή μας γίνεται για παιδευτικούς σκοπούς με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές. Ως προς τη δικιά μου περίπτωση, το βάρος έπεσε στην προβολή της κυπριακής τραγωδίας, και τούτο περιορίζει εξ ανάγκης τη γενικότερη εικόνα του δημιουργού. Εναπόκειται φυσικά στον παιδαγωγό να την αποκαλύψει και να την διευρύνει, πράγμα όχι πάντοτε εύκολο, κάτω από τις συνθήκες που διδάσκονται τα έργα. Μερικοί ταλαντούχοι παιδαγωγοί τις υπερβαίνουν χάρη στην προσωπική τους επάρκεια, τον ζήλο και την αγάπη που τρέφουν για την ποίηση. Έτσι επεκτείνονται πέρα από τυποποιημένες ερωτήσεις που γενικότερα συνοδεύουν τα ανθολογημένα κείμενα.

Μπορεί να το ψιλολογώ, φιλοσοφώντας δήθεν, όμως, όταν κοιτώ τον ωμό ρεαλισμό της ιστορίας, εν προκειμένω τον Πενταδάκτυλο και την «υπέρογκη» απάνω του κατοχική σημαία, είμαι αισιόδοξος. Αισιοδοξία ως προς τι; Ότι σε χίλια χρόνια, αυτά δεν θα υπάρχουν.


Έχετε χαρακτηρισθεί ως εθνικός ποιητής. Πώς αντιμετωπίζετε τον εν λόγω χαρακτηρισμό; Είναι σημαντικό, μάλιστα, να εξετάσουμε τον όρο «εθνικός» και στο πλαίσιο της εποχής, όπου τέτοιοι όροι τείνουν να παρεξηγούνται ή ενίοτε να διαστρεβλώνονται.

Για την ιστορία του ζητήματος, θα πρέπει να διευκρινίσω ότι αυτό τέθηκε κάποια στιγμή από τον καθηγητή Ευριπίδη Γαραντούδη, προς διερεύνηση μάλλον του όρου και όχι πάντως αξιολογικά. Επειδή έτσι κι αλλιώς το όνομά μου περιεπλάκη, θέλησα να ρωτήσω τον εαυτό μου για… να μάθω επιτέλους από αυτόν τις απόψεις του. Ακούστε τι μου είπε: «Υπάρχει ο κίνδυνος να παρεξηγηθείς, αν αποδεχθείς χωρίς αντίδραση έναν τέτοιο όρο. Ίσως και να δυσκολέψει την πορεία σου, γιατί θα σου αφαιρούσε ταπεινοφροσύνη, ενώ θα προσέθετε φθόνο σε άλλους. Πρόκειται ασφαλώς περί όνου σκιάς. Αν σε κάτι θα ήθελες να είσαι εθνικός, αυτό θα ήταν η γλώσσα. Στον σολωμικό μικρό προφήτη-ποιητή μπορείς να αναζητήσεις με ακρίβεια τη συνταγή για ελευθερία και γλώσσα. Αυτά είναι τα δομικά στοιχεία μιας αρετής ελληνικής, όπως την χαρακτήρισε στα απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης. Θυμήσου και τον Καβάφη που έλυσε το πρόβλημα με την κλασική του δήλωση. “Δεν είμαι Έλλην, είμαι ελληνικός. Προσοχή, όχι Έλλην, ούτε ελληνίζων, αλλά ελληνικός”. Εννοούσε ασφαλώς εκείνη την ανώτερη διάσταση που υπερβαίνει το γεωγραφικό πλαίσιο και καθορίζει την ύψιστη ευγένεια και τη συναίρεση των στοιχείων μιας βαθύτερης, πνευματικής τού ανθρώπου καταγωγής. Το ελληνικό, δηλαδή, ως πανανθρώπινη αξία και όχι ως μητρώο γηγενούς πληθυσμού. Κοίτα λοιπόν να κάνεις καλά τη δουλειά σου και στοχάσου βαθιά με ποιον τρόπο γίνεται κανείς ελληνικός».

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας, μιλώντας για τον εν λόγω χαρακτηρισμό του «εθνικού ποιητή», αναφέρατε ότι επιθυμείτε να προεκτείνετε την ειδική πατρίδα Κύπρο σ’ αυτό που θα καλούσαμε «γενική πατρίδα των ανθρώπων». Πώς συμβαδίζουν αυτά τα δύο;

Την απάντηση την έδωσα στη συνέντευξη ακριβώς που αναφέρεστε και η οποία φιλοξενείται τώρα στο βιβλίο δοκιμίων μου «Εν δορί κεκλιμένος». Παρά την ταύτισή της με όσα έλεγα προηγουμένως, επιτρέψτε μου να την επαναλάβω χάριν των αναγνωστών: «Το ζητούμενο είναι να μας δοθεί η χάρη να λαξέψουμε το άγαλμα της ψυχής και να ενωτισθούμε την έννοια του ελληνικού, συντονισμένοι αποκαλυπτικά με το βάθος της αυταξίας του. Το έθνος μας δεν πρέπει να είναι συνυφασμένο με την Ελλάδα, παρά με την Οικουμένη. Ελληνικό είναι αυτό που ανήκει στη γενική πατρίδα των ανθρώπων, όταν καθίστανται ικανοί να υπερβαίνουν τα γεωγραφικά και ιστορικά τους αναχώματα και να επεκτείνονται μεθιστορικά. Μακάρι λοιπόν να αξιωθούμε όλοι να γίνουμε, υπό αυτή την έννοια, εθνικοί και ελληνικοί».

Το έθνος μας δεν πρέπει να είναι συνυφασμένο με την Ελλάδα, παρά με την Οικουμένη. Ελληνικό είναι αυτό που ανήκει στη γενική πατρίδα των ανθρώπων, όταν καθίστανται ικανοί να υπερβαίνουν τα γεωγραφικά και ιστορικά τους αναχώματα και να επεκτείνονται μεθιστορικά. Μακάρι λοιπόν να αξιωθούμε όλοι να γίνουμε, υπό αυτή την έννοια, εθνικοί και ελληνικοί».


Το 2019 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος ένας συγκεντρωτικός τόμος που περιλαμβάνει το σύνολο των μέχρι τότε ποιητικών σας συλλογών. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό εγχείρημα. Πώς προέκυψε;

Γύρω στα εβδομήντα μου χρόνια άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά ότι όφειλα να διασώσω το έργο μου και να το καταστήσω προσβάσιμο. Ποικίλοι εξάλλου μελετητές ζητούσαν να τους εξασφαλίσω ένα αντίτυπο από δυσεύρετες ή εξαντλημένες ποιητικές συλλογές μου, και αυτό με καθιστούσε υπεύθυνο να φροντίσω το σώμα των ποιημάτων σε οριστική και χρηστική πλέον έκδοση. Η συγκεντρωτική έκδοση, επιχορηγημένη από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του δικού μας Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, καλύπτει στις 904 σελίδες της όλες τις συλλογές μου (συνολικά δεκατρείς) που κυκλοφόρησαν μεταξύ 1961-2017. Ο τόμος ευτύχησε να εκδοθεί στην κλασική σειρά του Ικάρου, του οποίου η ευγενέστατη εκδότρια, η κυρία Καρύδη, με υποδέχθηκε λέγοντας: «Εδώ είναι ο χώρος σας, σας περιμέναμε». Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα, για να τονίσω τη σημασία μιας τέτοιας έκδοσης από τον φημισμένο για την παράδοσή του και τις ζηλευτές ποιητικές εκδόσεις του οίκο. Αρκεί να αναφέρω τα ονόματα που κατατίθενται στην τράπεζα των συγκεντρωτικών του εκδόσεων: Σολωμός, Καβάφης, Σικελιανός, Παπατσώνης, Σεφέρης, Ελύτης, Εγγονόπουλος, Καρούζος, Δημουλά. Ένα δάσος θεόρατα δέντρα, αλλ’ όχι μέλανας δρυμός, γιατί βρισκόμαστε ακόμη στην Ελλάδα, που πλημμυρίζει από το φως της ποιήσεως.

Φαντάζομαι ότι ένας ποιητής δεν σταματά ποτέ να γράφει. Έχετε σχέδια για μελλοντικές εκδόσεις;

Καταρχάς θα έλεγα πως γράφω κατ’ αντίστροφη αναλογία προς το γήρασμα του σώματος. Φαίνεται πως η φύση προνοεί, όσο γερνάμε, να αυξαίνει η δροσιά του πνεύματος και το σκίρτημα της ζωής. Το γράψιμο είναι διαρκές και η ευδαιμονία ακένωτη, έστω και αν γράφω για πράγματα πικρά. Ίσως αυτό να οφείλεται στη σολωμική «ιστορία του φυτού», εννοώ τη φυσιολογική του ανάπτυξη και το ανθοβόλημά του. Το γεγονός ότι αρχίζω τώρα κάπως να υποψιάζομαι τι είναι ποίηση, με γεμίζει με τη χαρά του παιδιού που ανακαλύπτει τον κόσμο και παίζει με τα παιχνίδια του. Για να σοβαρευτούμε, σας λέω ότι πασχίζω να βρω την αρχή μίας λέξης, το ειδικό της βάρος και το ήθος της. Όλα αυτά –και η καύση καρδίας οπωσδήποτε– με ωθούν στο να ανανεώνω καθημερινά το συμβόλαιο ζωής.

Ως προς τις μελλοντικές μου εκδόσεις, εδώ είναι το πρόβλημα. Έχω τόσα πολλά ανέκδοτα ποιήματα, που θα μπορούσα να συνθέσω από αυτά και τρεις και τέσσερις συλλογές. Δεν ξέρω τι να κάνω, ή, για να το πω ακριβέστερα, δεν ξέρουν τι να με κάνουν. Ο ποιητής είναι το βάρος του έργου του, ενώ το ίδιο το έργο είναι η απογείωσή του. Είμαι όντως περίεργος να ιδώ τι θα πράξω.

Κύριε Χαραλαμπίδη, είστε αισιόδοξος για το μέλλον;

Ο στρατηγός Λαφαγιέτ κάποτε είπε μια κλασική φράση: «Ο Θεός και η απελπισία μας μάς στηρίζουν». Η ελπίδα εμφωλεύει στην αβεβαιότητα που τη γεννά. Τα πράγματα μπορούν να μετρούνται κι από την αντιστροφή τους. Σκοτάδι συδαυλίζει τη φωτιά που κατοικεί μέσα μας. Ο Διάβολος αποτελεί εν τέλει το συνοδευτικό και αναγκαίο εξάρτημα του Καλού. Ακούμε συχνά κάποιον να λέει πως είναι φύσει αισιόδοξος. Αλήθεια, τι άλλο είναι η αισιοδοξία από ένα πλημμύρισμα που οφείλεται στο αυταπόδεικτο της ψυχικής μας αύρας; Υπάρχει ουτοπία σε αυτό, γιατί ακριβώς η ουτοπία είναι μια εσωτερική πραγματικότητα που κινεί την ψυχή και το πνεύμα. Τα λέω όλα αυτά προς αυτοδικαίωση, αφεαυτού πεπεισμένος πως είμαι κι εγώ ένας φύσει αισιόδοξος, ένας ουτοπιστής. Η αισιόδοξη ουτοπία είναι, θα έλεγα, και μείζον χρέος, το οποίο μας εντάσσει σε μια ολιστική αντίληψη του κόσμου. Εδώ υπεισέρχεται και η έννοια του χωροχρόνου και του ενοποιημένου πεδίου της ψυχής, όπου όλα γίνονται ένα. Μπορεί να το ψιλολογώ, φιλοσοφώντας δήθεν, όμως, όταν κοιτώ τον ωμό ρεαλισμό της ιστορίας, εν προκειμένω τον Πενταδάκτυλο και την «υπέρογκη» απάνω του κατοχική σημαία, είμαι αισιόδοξος. Αισιοδοξία ως προς τι; Ότι σε χίλια χρόνια, αυτά δεν θα υπάρχουν.

Η στιγμή της δημιουργίας είναι μαγική. Αναμοχλεύονται δυνάμεις και βγαίνουν από τον βυθό στην επιφάνεια «ονόματα πρωτάκουστα», όπως θα τα έλεγε ο Σεφέρης.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ