«Οι γονείς μου ήταν παράνομοι»

Ένας από τους σπουδαιότερους και πιο ακριβοπληρωμένους Έλληνες αθλητές, μιλά για τη ζωή στην Ελλάδα, για το γεγονός ότι η πρώτη φορά που είδε κάποιον μαύρο να οδηγεί αυτοκίνητο ήταν στις ΗΠΑ, για τον καθημερινό φόβο που είχε ως παιδί ότι μπορεί να απελάσουν τη μητέρα του…

Στο πλαίσιο της συνέντευξής του στο «Bleacher Report», ο Γιάννης Αντετοκούνμπο σε βάζει για λίγο στη θέση του και σε κάνει να σκεφτείς ότι δεν υπάρχουν παράνομοι άνθρωποι παρά μόνο άνθρωποι. Σε κάνει να σκεφτείς πως ο ρατσισμός είναι το μίσος απέναντι σε κάτι που (εντελώς) τυχαία δεν είσαι.

Στο βίντεο με τίτλο «Giannis & Identity», εξιστορείται η ζωή της οικογένειας Αντετοκούνμπο στην Ελλάδα, αλλά και ο ρατσισμός που βίωσε, όπως και άλλοι μετανάστες στη χώρα.

Μέσα στα 13:17 λεπτά του βίντεο, τόσο ο «Greek Freak», όσο και ο Θανάσης, αλλά και ο Σπύρος Βελλινιάτης (πρώτος προπονητής του Γιάννη) και ο Γιάννης Τσίγκας (ιδιοκτήτης καφέ που βοηθούσε την οικογένεια), εξιστορούν όλα όσα βίωσαν στην Ελλάδα, που «είναι μια χώρα λευκών».



«Η πρώτη φορά που είδα κάποιον μαύρο να οδηγεί αυτοκίνητο ήταν στις ΗΠΑ. Και τότε σκέφτηκα, τους δίνει η χώρα μου αρκετές ευκαιρίες; Και όχι μόνο σε αυτούς, αλλά σε όσους δεν είναι από εκεί. Και τότε αρχίζεις να το σκέφτεσαι…

Η Ελλάδα είναι μια χώρα λευκών ανθρώπων. Οπότε, μπορεί να γίνει πολύ δύσκολο για ανθρώπους με την επιδερμίδα μου. Πας σε πολλούς γείτονες και αντιμετωπίζεις πολλή αρνητικότητα, ρατσισμό.

Οι γονείς μου έκαναν εξαιρετική δουλειά. Πάλευαν για εμάς σε καθημερινή βάση, μας παρείχαν τα πάντα. Έκαναν ό,τι χρειαζόταν, για να βοηθήσουν την οικογένειά μας, ακόμα και πουλώντας πράγματα στο δρόμο.

Η φτώχεια μπορεί να σε φτάσει στα όριά σου. Δεν είναι ευχάριστες στιγμές, αλλά στο τέλος της ημέρας, πρέπει να το αποδεχθείς, σωστά; Και αυτό κάναμε, ως οικογένεια. Είχαμε ο ένας τον άλλον και αυτό έπρεπε να κάνουμε.

Οι γονείς μου ήταν παράνομοι. Δεν μπορούσαμε να πάρουμε ταυτότητα ή ένα ελληνικό διαβατήριο. Οπότε, όντας παράνομος στην Ελλάδα, μπορεί ανά πάσα στιγμή να σε απελάσουν. Ό,τι κι αν έκαναν οι γονείς μου, ήταν πολύ προσεκτικοί. Το να είσαι παράνομος, σε περιορίζει. Δεν θες να περπατάς στο δρόμο, επειδή μπορεί να σε σταματήσει οποτεδήποτε η αστυνομία και να σε στείλει πίσω και να μην δεις ποτέ ξανά τα παιδιά σου.

Γυρνούσα στο σπίτι από το σχολείο, η μαμά μου αργούσε και το μυαλό μου “έτρεχε”. Σκεφτόμουν πού να είναι. Είναι καλά;

Πολλές φορές σκεφτόμουν ως παιδί “αυτή τη μέρα θα απελάσουν την μαμά μου, τον μπαμπά μου”, αλλά ευτυχώς αυτή η μέρα ποτέ δεν ήρθε.

Ως οικογένεια, ήμαστε πάντοτε σε ένα κύκλο με ανθρώπους που ήταν πάντα θετικοί, όπως ο ιδιοκτήτης του καφέ (Γιάννης Τσίγκας). Προσπαθούσαμε να φύγουμε μακριά από την αρνητικότητα όσο μπορούσαμε και τα πράγματα που μας “έριχναν” ή που μας έκαναν να νιώθουμε ότι δεν αξίζουμε αρκετά.

Έπρεπε να βγαίνουμε κάθε μέρα, για να βρούμε φαγητό και αυτό είναι που σού δίνει κίνητρο για μια καλύτερη ζωή. Μόνο αυτό είχα στο μυαλό μου.

Παίζαμε για την Εθνική Ομάδα. Κάποιοι άνθρωποι ήρθαν κοντά μου και βοήθησαν εμένα και τα αδέρφια μου να πάρουμε ελληνικά διαβατήρια. Μετά από αυτό, είχαμε την ευκαιρία να “πετάξουμε” σε μια διαφορετική χώρα και να πάμε στο draft. Το πήρα (το διαβατήριο) λίγες ημέρες πριν το draft.

Πάντα θα είναι δύσκολο να είσαι μαύρος σε μια χώρα λευκών. Θα υπάρχουν στιγμές που θα νιώθεις ότι δεν είσαι αυτός που είσαι. Και ειδικά αν έχεις γεννηθεί εδώ, εγώ γεννήθηκα εδώ (Ελλάδα). Ποτέ δεν έχω πάει στη Νιγηρία. Πήγα σχολείο με τους φίλους μου. Σε ελληνικό σχολείο, έμεινα σε ελληνική γειτονιά. Μέχρι να γίνω 18, δεν είχα φύγει ποτέ από την χώρα. Η Ελλάδα ήταν το μόνο που ήξερα.

Το μπάσκετ με πήγε σε ένα τελείως διαφορετικό μέρος. Ήρθα με τη νοοτροπία “δεν με νοιάζει από που είσαι, δεν με νοιάζει ποιος είσαι, δεν με νοιάζει που παίζεις, δεν με νοιάζει αν είσαι παίκτης του ΝΒΑ”. Απλά δεν με ένοιαζε.

Αυτό δεν το κάνω για μένα. Δεν είμαι μόνο εγώ. Έχω έξι ανθρώπους πίσω μου».


thanasis anteto 2.jpg


Θανάσης Αντετοκούνμπο

«Ήταν δύσκολο για εκείνους (για τους γονείς του). Ερχόντουσαν από τη Νιγηρία, γνωρίστηκαν εδώ. Είναι τρελό, γιατί δεν μπορείς να δουλέψεις αν είσαι μετανάστης. Αλλά ο μπαμπάς μου ήθελε πολύ να μείνουμε εδώ, να ζήσουμε εδώ, επειδή μας έλεγε ότι η ελληνική κουλτούρα, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα θα ήταν καλό για εμάς.

Πήγαινα τριγύρω, πουλούσα πράγματα, εγώ, ο πατέρας μου, ο Γιάννης. Ως παιδιά, καταλαβαίνεις πως είναι πολύ σημαντικό να δουλεύεις και να παρέχεις τα πάντα στην οικογένειά σου και να βοηθάς την μητέρα και τον πατέρα σου να κρατήσουν το σπιτικό.

Επειδή δεν είχαμε τηλέφωνο, πάντα προσπαθούσα να βρω ένα τρόπο να τους καλέσω. Έλεγα στους άλλους “μπορείς σε παρακαλώ να καλέσεις τη μαμά μου, το μπαμπά μου; Να σιγουρευτούμε ότι όλα είναι καλά”. Αν κάτι τους συνέβαινε, δεν ξέραμε που να ψάξουμε. Δεν ξέρεις ποιον να καλέσεις, πού να τους βρεις, πού θα πάμε. Ήταν πολύ σκληρό».

Πηγή: nbaholics.gr

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ