10 (και κάτι) φορές που ο Ντίνος Χριστιανόπουλος μάς έτριψε στη μούρη όσα φοβόμασταν να πούμε

Πεθαίνουν άραγε (ποτέ) οι ποιητές;

«Πέθανε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος», βλέπω στο μέσεντζερ. Είχα ώρα να σκρολάρω στο Facebook. Η είδηση με χτυπάει ως κεραυνός εν αιθρία.


Τι να γράψεις για έναν τέτοιο ποιητή; Ό,τι και να πεις θα είναι λίγο. Θυμάμαι μόνο να κλαίω με λυγμούς, όταν στον πρώτο μου χωρισμό «χόρευαν» μπροστά στα μάτια μου οι στίχοι του. Έπειτα, το σκηνικό επαναλήφθηκε πολλές φορές και σε διαφορετικές περιστάσεις. Μεγαλώνοντας, οι λυγμοί ήταν λιγότεροι, αλλά η συγκίνηση που διαπερνούσε (κάθε φορά) το κορμί μου η ίδια κι απαράλλαχτη.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος υπήρξε πολυγραφότατος. Ακόμα, όμως, και τα μισά από αυτά που έγραψε να είχε γράψει, θα ήταν αρκετά, για να τον καθιερώσουν ως ένα εκ των σημαντικότερων ανθρώπων των γραμμάτων, με καθοριστική επίδραση στη φιλολογική ζωή του τόπου. Δεν υπήρξε ποτέ ο σκοτεινός-δυσνόητος ποιητής. Το παραδεχόταν, άλλωστε, και ο ίδιος. Η ομορφιά του βρισκόταν στην απλότητά του. Γεννήθηκε το 1931 στη Θεσσαλονίκη. Πέθανε χθες. Ή και όχι.

Πιο κάτω (έτσι στο πόδι) δέκα (και κάτι) φορές που ο ίδιος μάς έτριψε στη μούρη όσα δεν είχαμε τα κότσια να πούμε, να κάνουμε ή ακόμη και να σκεφτούμε.

#1 Εκείνοι που μας παίδεψαν

Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιο πολύ

όμως η δική σου τρυφερότητα πόσο καιρό ακόμα θα βαστάξει;

Ό,τι μας γλύκανε, το ξέπλυνε ο χρόνος κι η συναλλαγή,

εκείνοι που μας χαμογέλασαν βουλιάξαν σε βαθιά πηγάδια

και μείναν μόνο κείνοι που μας πλήγωσαν,

εκείνοι που αρνήθηκαν να τους υποταχτούμε.

Εκείνοι που μας παίδεψαν βαραίνουν πιο πολύ…

#2 Ενός λεπτού σιγή

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας

κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,

έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,

ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,

έστω και μία φορά;

Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή

για τους απεγνωσμένους;

#3 Έρωτας

Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –

η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.

Δεν ξέρω πώς αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα.

Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,

φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,

συσκότιση παραπόνου,

παρηγοριά σπασμών.

Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,

όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.

#4 Όταν σε περιμένω

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,

ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,

σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,

έξω από μία πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,

κι εκλιπαρούν με μία αίτηση στο χέρι

για μία υπογραφή, για μία ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,

γίνομαι ένα με τους τσαλακωμένους.

#5 Τέλος

Τώρα που βρήκα πια μίαν αγκαλιά,

καλύτερη κι απ’ ό,τι λαχταρούσα,

τώρα που μου ‘ρθαν όλα όπως τα ‘θελα

κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,

νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει.

#6 Η θάλασσα

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –

μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,

γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,

ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια

Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.

Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα

Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

#7 Βρόχος

Τώρα που σ’ έχω διαγράψει απ' την καρδιά μου,

ξαναγυρνάς όλο και πιο πολύ επίμονα,

όλο και πιο πολύ τυραννικά∙

δεν έχουν έλεος τα μάτια σου για μένα,

δεν έχουν τρυφερότητα τα λόγια σου,

τα δάχτυλά σου έγιναν τώρα πιο σκληρά,

έγιναν πιο κατάλληλα για το λαιμό μου.

#8 [Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη...]

Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη

ιδίως κάτω από το ωμέγα

είναι κρίμα να εκλείψει

η πιο μικρή ασέλγεια

του αλφαβήτου μας

#9 Τα τρυφερά κατώφλια

Μου ’πες πως η αγάπη σου δεν ξέρει από φιλί,

δεν έχει χάδια, δεν κάνει γι’ αγκαλιάσματα,

κι αν θέλει η έξαψή μου τρυφερότητες,

σ’ άλλα κατώφλια να στραφεί.

Κι άλλα κατώφλια ξέρω, τρυφερά,

εκεί που δεν κοστίζει δάκρυα το φιλί,

που δεν εξουθενώνει το χαμόγελο

κι είναι το χάδι τόσο απαλό,

σαν τη μητέρα πάνω από τον ύπνο σου.

Όμως πώς να σ’ απαρνηθώ, γλυκέ μου αδιάλλαχτε,

που είσαι γλυκύτερος και απ’ τα κατώφλια ετούτα;

#10 Επίλογος

Ξένοι αυχένες τώρα αντί για τον δικό σου,

ξένα λαγόνια, ξένα γόνατα, όλα ξένα,

τίποτα πια δε θα μου μείνει απ’ τη φωνή σου,

ως και τα μάτια σου θα σβήσουν σ’ άλλα μάτια.

Και πια, μέσα στην τόση αλλοφροσύνη,

ψυχή μου, πού θα βρεις τη δύναμη

για να μπορείς ακόμα να ελπίζεις

σε κάποιαν άλλη αγκαλιά πιο τρυφερή;

#11 Δημάς

(…) Κι όταν ανοίγω το αλμπούμ με τα εικόνια που μας κάμναν

πλανόδιοι ζωγράφοι σ’ εξορμήσεις ιεραποστολικές,

δεν ξέρω αν θα ’θελα να επιστρέψω, είναι τόσο οδυνηρή

η εποχή της φρόνησης, θα ’θελα μόνο

να ξεριζώσω με τα χέρια μου τη μνήμη.

Τάχα να βάλω πια τις χώρες μου σε κάποια τάξη;

Και πώς μες στ’ αδιέξοδο έξοδο να βρω;

#12 Έρωτας στα χωράφια

Καλύτερα να μην μπούμε στο χωράφι,

δε θέλω να τσαλαπατήσουμε τα στάχυα.

Για μια μικρή ερωτική φωλιά

θα πάει χαράμι ένα κιλό στάρι.

Βέβαια, είναι ωραίο να πλαγιάζεις

μέσα στα στάχυα και τις παπαρούνες·

σκέψου όμως και το φουκαρά το γεωργό,

που δεν του φτάνουν τα ζιζάνια, το χαλάζι,

οι έμποροι, τα δάνεια, οι φόροι –

να ’χει κι εμάς, να του κάνουμε χαλάστρα.

Καλύτερα να πάμε παρακάτω.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ