Η παγκόσμια ελίτ αγοράζει διαβατήρια και περνά μέσα από «κλειστά» σύνορα

Η Κύπρος και το Μαυροβούνιο κυριαρχούν στις προτιμήσεις των ζάμπλουτων του πλανήτη.

H πανδημία του κορωνοϊού μπορεί να επηρέασε τις ταξιδιωτικές επιλογές του απλού κόσμου, όχι όμως και αυτές των βαθύπλουτων οικογενειών που χρησιμοποιούν τα χρήματά τους, για να περνούν τα σύνορα που σε άλλη περίπτωση θα ήταν κλειστά για εκείνους, όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ της Φιλιώς Ράγκου στη Lifo.

Για τον ελίτ κόσμο των μεταναστευτικών επενδύσεων, οι αιτήσεις διαβατηρίου δεν βασίζονται στην εθνικότητα ή την υπηκοότητα, αλλά στον πλούτο και στην επιθυμία να μετακινούνται σε όλο τον πλανήτη.

Τα προγράμματα CIP (citizen-by-investment), ήτοι «πολίτης μέσω επενδύσεων», εμφανίζουν τεράστια ανάπτυξη, όπως ακριβώς και η υπηκοότητα μέσω επενδυτικών συμφωνιών, γνωστή επίσης ως «golden visa».

Με αυτόν τον τρόπο, οι υπερ-πλούσιοι του πλανήτη όχι μόνο ενισχύουν το χαρτοφυλάκιό τους, μετακομίζοντας σε μια χώρα, αλλά απολαμβάνουν επίσης τα προνόμια της υπηκοότητας, μεταξύ άλλων καινούργιο διαβατήριο.

Τα τελευταία πέντε με δέκα χρόνια, τα βασικά κίνητρα των συμμετεχόντων του CIP -που συνήθως έχουν περιουσία από 2 μέχρι και άνω των 50 εκατ. δολαρίων- είναι η ελευθερία κινήσεων, φορολογικές ελαφρύνσεις αλλά και διαφορετικός τρόπος ζωής, όπως καλύτερη εκπαίδευση ή πολιτικές ελευθερίες.

citizenship-by-investment1.png



Κύπρος και Μαυροβούνιο στην κορυφή των προτιμήσεων

Όταν πρόκειται για συγκεκριμένα προγράμματα υπηκοότητας, το Μαυροβούνιο και η Κύπρος είναι τα πιο δημοφιλή, με τις νέες αιτήσεις να έχουν αυξηθεί κατά 142% και 75% αντίστοιχα, στο πρώτο τέταρτο του 2020, ενώ η Μάλτα διατηρεί ένα σταθερό και συνεχές ενδιαφέρον.

«Πολλοί πλούσιοι ενδιαφέρονται για την Κύπρο και τη Μάλτα, επειδή δίνουν στον αιτούντα και την οικογένειά του απεριόριστη πρόσβαση και ελευθερία στην Ευρωπαϊκή Ένωση», εξηγεί ο Dominic Volek της Henley & Partners. «Δεν έχουν μόνο μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, αλλά επίσης καλύτερη εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη (συγκριτικά με την πατρίδα τους)».

Παρόμοια προγράμματα σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία εμφανίζουν επίσης υψηλή ζήτηση, αλλά για άλλο λόγο: τον τρόπο διαχείρισης κρίσεων.

Εννοείται πως μόνο οι πάρα πολύ πλούσιες οικογένειες μπορούν να συμμετάσχουν σε τέτοια προγράμματα: εκείνο της Αυστραλίας κοστίζει 1-3.5 εκατομμύρια, ενώ οι επενδυτές στη Νέα Ζηλανδία θα δώσουν από 1.9-6.5 εκατομμύρια δολάρια.

Limassol-Marina-2-600x400.jpg



Προνοώντας για το μέλλον

Κάποιοι ζάπλουτοι ταξιδιώτες απλώς αναζητούν ένα ασφαλές, απομακρυσμένο μέρος όπου μπορούν να καταφύγουν με την οικογένειά τους σε περίπτωση δεύτερου κύματος της πανδημίας. Ακόμη και αν δεν έχουν άμεση πρόσβαση, θέλουν να είναι προετοιμασμένοι.

Ο Nuri Katz της Apex Capital Partners επεσήμανε, επίσης, την άνοδο μιας νέας τάσης: την επένδυση σε διαβατήρια προκειμένου να αυξήσει κανείς τις πιθανότητές του να νικά τις απαγορεύσεις μελλοντικά.

Καθώς αρκετές χώρες ανοίγουν τα σύνορά τους, θα επιτρέπουν μόνο συγκεκριμένα διαβατήρια - για παράδειγμα, οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να επισκεφτούν τις ΗΠΑ και αντίστροφα. Ωστόσο, ένας κάτοχος κυπριακού διαβατηρίου θα έχει τη δυνατότητα να ταξιδεύει εντός ΕΕ όταν είναι ανοιχτά τα σύνορα.

rich-people-on-instagram-1.jpg



«Σπορ» (μόνο) για ακριβά γούστα

Τα συγκεκριμένα προγράμματα προσφέρουν υπηκοότητα ή ιθαγένεια ως αντάλλαγμα με επενδύσεις στην οικονομία μιας χώρας, συνήθως υπό μορφή ακινήτων, δημιουργίας θέσεων εργασίας ή ομολόγων.

Το πρώτο τέτοιο πρόγραμμα ξεκίνησε το 1984 στην Καραϊβική και έκτοτε, δεκάδες χώρες έχουν ακολουθήσει το παράδειγμά της, ανάμεσά τους οι Αυστρία, Κύπρος, Μάλτα, Μολδαβία, Τουρκία, Ελλάδα, Μαυροβούνιο και πολλές άλλες.

Κάποιες ζητούν από τους αιτούντες την ίδρυση μη κερδοσκοπικών εταιρειών που θα προσφέρουν εργασία στους ντόπιους ή τη διαβίωση στη χώρα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενώ άλλες δίνουν τη δυνατότητα στους αιτούντες να επενδύσουν σε ομόλογα, ακίνητα και επενδυτικά πρότζεκτ εξ αποστάσεως.

Ανάλογα με τη χώρα, αυτά τα προγράμματα μπορεί να κοστίσουν από 100.000 δολάρια σε μέρη όπως Αντίγκουα και Μπαρμπούντα μέχρι 250.000 στο Νέβις, 280.000 στην Ελλάδα, 380.000 στην Πορτογαλία, 1.1 εκατομμύρια στη Μάλτα και 2.4 εκατομμύρια στην Κύπρο.

πασπορτ.jpg



«Εντείνουν τις ανισότητες»

Το 2017, ο Katz υπολόγιζε πως περίπου 5.000 άνθρωποι ετησίως ζητούσαν υπηκοότητα στο εξωτερικό. Το 2020, εκτιμά τον αριθμό τους σε σχεδόν 25.000, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν επίσημα στοιχεία.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν οι ζάπλουτοι του πλανήτη στρέφονται ολοένα και περισσότερο στο CIP ως εναλλακτικό πλάνο, η πραγματικότητα είναι πως αυτά τα προγράμματα θέλουν χρόνο.

Ανάλογα με τη χώρα, η απαιτούμενη έρευνα μπορεί να πάρει από μήνες μέχρι και χρόνια. Συνήθως, οι αιτούντες θα υποβληθούν σε ενδελεχή οικονομική και ποινική αξιολόγηση, για να διασφαλιστεί πως τα χρήματα αποκτήθηκαν νόμιμα, πριν από την έγκριση της αίτησης.

Οι υπέρμαχοι του CIP υποστηρίζουν πως τέτοια προγράμματα έχουν μόνο κέρδος, ωστόσο κάποιοι ειδικοί διαφωνούν κάνοντας λόγο για αδιαφάνεια στην επιλογή και ελλιπείς ελέγχους, με τα πολλά CIP να εγείρουν υποψίες δεδομένου πως αρκετές κυβερνήσεις κρατούν μυστικές τις διαδικασίες.

Ο George DeMartino, καθηγητής διεθνούς πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ, λέει πως τα CIP μπορούν επίσης να επιτείνουν τις ανισότητες.

«Τέτοιου είδους προγράμματα παρέχουν ειδικά προνόμια σε ήδη προνομιούχους. Δίνουν σε εκείνους που το έχουν λιγότερο ανάγκη να μεταναστεύουν και να αποκτούν υπηκοότητα σε μια νέα χώρα, τη μεγαλύτερη ευκαιρία να το κάνουν, ενώ οι μακράν πιο απελπισμένοι να μεταναστεύσουν, όπως εκείνοι που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες στην πατρίδα τους, αποκλείονται από τα προνόμια ενός τέτοιου προγράμματος», λέει ο ίδιος. «Σίγουρα δεν είναι η αιτία των ανισοτήτων, αλλά τις επιτείνουν», καταλήγει.



Πηγή:
Φιλιώ Ράγκου / Lifo

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ