Άποψη
Γιατί η τέχνη συγκεντρώνεται στην πρωτεύουσα;
Μια συζήτηση για το πολιτισμικό gentrification, τη Λευκωσία ως πολιτιστικό «μονοπώλιο», αλλά και την ανάγκη ο πολιτισμός να στηρίζεται παντού, όχι μόνο εκεί όπου οι συνθήκες τού επιτρέπουν να επιβιώνει.
Γράφει ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Τα τελευταία χρόνια φαίνεται να διανύουμε μια περίοδο έντονης πολιτιστικής δραστηριότητας, με παραστάσεις, εκθέσεις και παρουσιάσεις εκδόσεων να εμφανίζονται και να τρέχουν συνεχώς. Όμως, μέσα από μια πιο προσεκτική παρατήρηση, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η δυνατότητα επιλογής δεν αντιστοιχεί πλήρως με την πραγματικότητα. Αφενός όλα τα παραπάνω εμφανίζουν γεωγραφική ανισότητα, στο πού δηλαδή προσφέρονται οι πολιτιστικές επιλογές, και αφετέρου μια χρονική ανισορροπία, δηλαδή στο πότε αυτές είναι διαθέσιμες.
Πιο συγκεκριμένα, η πλειοψηφία των πολιτιστικών γεγονότων στην Κύπρο καταλήγει να λαμβάνει χώρα στη Λευκωσία, κάτι το οποίο ως ένα βαθμό κρίνεται λογικό καθότι πρόκειται για την πρωτεύουσα. Ωστόσο, η αναλογία και οι επιλογές σε άλλες πόλεις είναι αποτρεπτικές έως και ανύπαρκτες για την επιβίωση και ανάπτυξη του πολιτισμού ισότιμα – παρά τις προσπάθειες καλλιτεχνών και καλλιτεχνικών οργανισμών να προσφέρουν έργο και επιλογές και σε διαφορετικές περιοχές.
Από τη μια στη Λεμεσό οι αλλαγές στους χώρους πολιτισμού, για να μπορέσουν να χωρέσουν παραγωγές υψηλού κόστους ξένων συμφερόντων, έχουν εκτοξεύσει τις τιμές για ενοικίαση των χώρων, ενώ από την άλλη στη Λάρνακα η έλλειψη κατάλληλων χώρων πολιτισμού μειώνει σημαντικά τόσο την οργάνωση όσο και τη φιλοξενία πολιτιστικών εκδηλώσεων. Σχετικά με τη Λάρνακα, διαφαίνεται ότι η ανάδειξή της ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας το 2030, θα επιφέρει σημαντικές θετικές αλλαγές ως προς τούτο. Στην Πάφο και Αμμόχωστο, παρότι εκδηλώνεται ενδιαφέρον από το κοινό για όσες εκδηλώσεις βρουν τον δρόμο τους για φιλοξενία στις δύο πόλεις, αυτές δεν αποτελούν εύκολες επιλογές λόγω κόστους μεταφοράς ή και μειωμένης επαφής με το κοινό από οργανισμούς άλλων πόλεων.
Η πλειοψηφία των πολιτιστικών γεγονότων στην Κύπρο καταλήγει να λαμβάνει χώρα στη Λευκωσία, κάτι το οποίο ως ένα βαθμό κρίνεται λογικό καθότι πρόκειται για την πρωτεύουσα. Ωστόσο, η αναλογία και οι επιλογές σε άλλες πόλεις είναι αποτρεπτικές έως και ανύπαρκτες για την επιβίωση και ανάπτυξη του πολιτισμού ισότιμα.
Σχετικά με τη διασπορά των δράσεων σε χρονικό πλαίσιο, παρουσιάζεται μια σημαντική ιδιαιτερότητα, η οποία εν μέρει οφείλεται και στην αποκλειστική χρηματοδότησή τους από το Πρόγραμμα «Πολιτισμός» του Υφυπουργείου Πολιτισμού, με αποτέλεσμα οι πρώτοι μήνες κάθε χρόνου να έχουν πολύ λίγες έως καθόλου επιλογές, ενώ τους μήνες Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο η πολιτιστική δραστηριότητα να παίρνει φωτιά, οδηγώντας σε υπερφόρτωση της πολιτιστικής ατζέντας και στον τεμαχισμό του ενδιαφερόμενου κοινού.
Στο πιο πάνω, φαίνεται να εξαιρείται, αλλά και να τροποποιείται ο τομέας του θεάτρου, αφού με ίδιον ρίσκο πολλές ομάδες έχουν αρχίσει να απλώνουν τις παραγωγές τους σε περιόδους που τα προηγούμενα χρόνια ήταν αδρανείς και καλλιτεχνικά «νεκρές». Η χρονική διασπορά επηρεάζει, επίσης, τη συγκέντρωση των δράσεων στη Λευκωσία, καθότι, όταν όλα προγραμματίζονται και γίνονται εντός ενός οικονομικού έτους (Ιανουάριο έως Δεκέμβριο) και ως εκ τούτου συγκεντρώνονται προς το τέλος του έτους, σπάνια ταξιδεύουν σε άλλες πόλεις.
Προσθέτοντας στις πιο πάνω παρατηρήσεις, ένα άλλο ζήτημα που φαίνεται να επηρεάζει τη συγκέντρωση του πολιτισμού στη Λευκωσία, είναι η οικονομική ασφυξία και η αδυναμία κάλυψης εξόδων. Παρατηρείται, δηλαδή, το ρίσκο για την εκάστοτε παραγωγή να είναι ένα δομικό στοιχείο στο πρόβλημα. Αφενός η ακρίβεια στο ενοίκιο καλλιτεχνών χώρων, το συνολικό κόστος παραγωγής και ο μικρός αριθμός δυνητικά ενεργού κοινού, δημιουργούν δυσκολία στην κάλυψη των βασικών εξόδων μιας δράσης και κατ’ επέκταση της βιωσιμότητας του οργανισμού για μελλοντικές δράσεις. Εξαιτίας αυτών, το ρίσκο πλέον δεν αφορά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αλλά την ίδια την επιβίωση και έτσι το τοπίο, αντί να καθορίζεται από τη δημιουργική διαδικασία, καθορίζεται πλέον από τον φόβο και εν τέλει την απόρριψη.
Το ρίσκο πλέον δεν αφορά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αλλά την ίδια την επιβίωση και έτσι το τοπίο, αντί να καθορίζεται από τη δημιουργική διαδικασία, καθορίζεται πλέον από τον φόβο και εν τέλει την απόρριψη.
Μέσα στην προσπάθεια ερμηνείας του φαινομένου, χωρίς να προσβλέπουμε σε εξάντληση του θέματος αλλά σε μια σύνοψή του, είναι καθοριστική η σημασία του κοινού. Καθότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοηθούν ή ακόμη και ενισχύουν τη δυνατότητα άμεσης επαφής και διάχυσης της πληροφορίας για τις δράσεις, ως εκ τούτου, ο τεράστιος όγκος πληροφοριών δεν βοηθάει καθόλου στην αναγνώριση και πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες για τον πολιτισμό. Επίσης, η συνήθης τακτική «από στόμα σε στόμα», λόγω ακριβώς της διαθέσιμης πληροφορίας, έχει αποδυναμωθεί με αποτέλεσμα όλα να βασίζονται στην ορατότητα της διαδικτυακής διαφήμισης, δημιουργώντας έτσι έναν φαύλο κύκλο πληροφόρησης. Αυτό σε συνδυασμό με τον μικρό αριθμό εν δυνάμει κοινού στις άλλες πόλεις, μειώνει σημαντικά τη συμμετοχή, και κατ’ επέκταση, την επιτυχία παραγωγών σε άλλες επαρχίες.
Παρότι γίνονται πολύ σημαντικά βήματα γενικότερα από το Υφυπουργείου Πολιτισμού, τον κατ’ εξοχήν υπεύθυνο φορέα για τον πολιτισμό της Κύπρου, τα επιμέρους βήματα δεν αναιρούν την ανάγκη συνολικού σχεδιασμού για μια πολιτιστική πολιτική. Τα προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης, όπως είναι το «Θυμέλη» και το Πρόγραμμα «Πολιτισμός», χρειάζονται μια διαφορετική αναδιαμόρφωση, έτσι ώστε να λαμβάνουν υπ’ όψιν τις εκάστοτε ιδιαιτερότητες των οργανισμών τόσο στη Λευκωσία όσο και σε όλες τις υπόλοιπες επαρχίες, καθώς και την ενίσχυση της προώθησης των δράσεων στο σύνολο του πληθυσμού της Κύπρου. Να δημιουργείται, δηλαδή, θεσμική πρόσβαση στην πληροφορία και ουσιαστική επαναπροώθηση των τεχνών σε ολόκληρο το νησί, έτσι ώστε η ανάπτυξη κοινού να συμβάλει και στην επιβίωση των οργανισμών πολιτισμού σε όλες τις πόλεις.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου είναι κρίσιμης σημασίας για την ανάπτυξη και εξέλιξη του πολιτισμού στην Κύπρο, και κατ’ επέκταση, στην κοινωνική συνοχή και την εξέλιξη του συνόλου της κοινωνίας. Ο πολιτισμός χρειάζεται να ενισχύεται και να επιβιώνει παντού και όχι μόνο εκεί όπου οι συνθήκες του επιτρέπουν να αντέχει.