Κύπρος
Έρχονται τα ξενικά είδη και «καταλαμβάνουν» τις κυπριακές μας θάλασσες
Μία λύση είναι να αρχίσουμε να τα τρώμε.
Η Μεσόγειος αλλάζει με ταχύτητα και Κύπρος και Ελλάδα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της μεταμόρφωσης. Λεοντόψαρα, λαγοκέφαλοι, γερμανοί και μπλε καβούρια είναι μερικά μόνο από τα ξενικά είδη που εξαπλώνονται στα νερά της περιοχής, καθώς η άνοδος της θερμοκρασίας της θάλασσας δημιουργεί ολοένα πιο ευνοϊκές συνθήκες για οργανισμούς που προέρχονται από θερμότερα κλίματα.
Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του Reuters, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα εμφανής στην Κύπρο, όπου επιστήμονες δοκιμάζουν πλέον νέους τρόπους περιορισμού των ξενικών ειδών, ενώ στην Ελλάδα περισσότερα από 230 τέτοια είδη έχουν εισέλθει στα ελληνικά νερά τις τελευταίες δεκαετίες. Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τη βιοποικιλότητα, αλλά επηρεάζει την αλιεία, την οικονομία και ολόκληρες θαλάσσιες τροφικές αλυσίδες.
Ένα νέο είδος κάθε δύο εβδομάδες
Ανοιχτά της Κύπρου, ο Πέπης, κυβερνήτης ενός μικρού αλιευτικού σκάφους, πιάνει με προσοχή δύο λεοντόψαρα που έχουν παγιδευτεί σε πειραματικές παγίδες. Αφαιρεί τα δηλητηριώδη αγκάθια, καθαρίζει τα ψάρια και τα ρίχνει σε έναν κουβά.
Στην επιφάνεια, η Μεσόγειος μοιάζει απόλυτα ήρεμη. Κάτω από το νερό, όμως, βρίσκεται σε εξέλιξη μια εντυπωσιακή οικολογική μεταμόρφωση.
Η εξάπλωση των ξενικών ειδών αποδίδεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Η θερμοκρασία της θάλασσας αυξάνεται, ενώ η Διώρυγα του Σουέζ έχει δημιουργήσει έναν διάδρομο μέσω του οποίου είδη από την Ερυθρά Θάλασσα και άλλες θερμότερες περιοχές μπορούν να εισέρχονται στη Μεσόγειο.
Πρόσφατη έρευνα, την οποία συγκέντρωσε η Κυπριακή Ακαδημία Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών και βασίζεται σε εργασίες επιστημόνων από 11 χώρες, εκτιμά ότι ένα νέο είδος εισέρχεται στη Μεσόγειο περίπου κάθε δύο εβδομάδες.
Συνολικά, περισσότερα από 1.000 μη αυτόχθονα είδη έχουν πλέον καταγραφεί στη Μεσόγειο. Για σύγκριση, μελέτη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για την περίοδο 2012-2017 είχε καταγράψει λιγότερα από 800.
Τα νέα είδη εκτοπίζουν αυτόχθονους οργανισμούς, μεταβάλλουν τις τροφικές αλυσίδες και δημιουργούν νέες πιέσεις στην αλιεία.
The punk and the bruiser: Invasive species thrive as global warming transforms the Mediterranean https://t.co/kQEqzQ2lDr https://t.co/kQEqzQ2lDr
— Reuters (@Reuters) August 11, 2026
«Οι αλλαγές είναι δραματικές»
Η κατάσταση αποτελεί ακόμη μία εκδήλωση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής στη Μεσόγειο. Και η σημασία της είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μέγεθος της θάλασσας.
Παρότι η Μεσόγειος αντιπροσωπεύει μόλις το 0,8% της συνολικής έκτασης των ωκεανών του πλανήτη, εκτιμάται ότι μπορεί να φιλοξενεί έως και το 18% των θαλάσσιων ειδών παγκοσμίως.
Ο Περικλής Κλείτου, θαλάσσιος επιστήμονας στο κυπριακό εργαστήριο Marine and Environmental Research (MER), το οποίο ερευνά τρόπους περιορισμού των επιπτώσεων των ξενικών ειδών, επισημαίνει ότι οι αλλαγές έχουν γίνει ιδιαίτερα έντονες από το 2000 και μετά.
Όπως εξηγεί, οι επιστήμονες παρατηρούν ολοένα περισσότερα μη αυτόχθονα είδη να πολλαπλασιάζονται και να κυριαρχούν στο θαλάσσιο περιβάλλον, την ώρα που τα ντόπια είδη μειώνονται.
Το λεοντόψαρο χωρίς φυσικό εχθρό στη Μεσόγειο
Ανάμεσα στους πλέον χαρακτηριστικούς «εισβολείς» βρίσκεται το λεοντόψαρο. Με τα μεγάλα, μυτερά αγκάθια του, το Reuters το παρομοιάζει με έναν υποθαλάσσιο «πανκ».
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην εντυπωσιακή εμφάνισή του. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν διαθέτει φυσικούς θηρευτές στη Μεσόγειο και τρέφεται με μεγάλη ποικιλία ντόπιων ψαριών και καρκινοειδών, διαταράσσοντας τις τροφικές αλυσίδες.
Στην Κύπρο, οι ερευνητές δοκιμάζουν επιλεκτικές παγίδες που έχουν σχεδιαστεί ώστε να προσελκύουν λεοντόψαρα και μπλε καβούρια, επιτρέποντας ταυτόχρονα σε άλλα είδη που παγιδεύονται κατά λάθος να διαφεύγουν.
Περισσότερα από 230 ξενικά είδη στα ελληνικά νερά
Παρόμοια είναι η εικόνα στην Ελλάδα. Η Παρασκευή Καραχλέ, διευθύντρια ερευνών στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών, αναφέρει ότι περισσότερα από 230 ξενικά είδη έχουν εισέλθει στα ελληνικά νερά τις τελευταίες δεκαετίες. Και δεν επηρεάζουν όλα το οικοσύστημα με τον ίδιο τρόπο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αγριόσαλπα (ή γερμανός), η οποία καταναλώνει μεγάλες ποσότητες φυκιών, δημιουργώντας υποθαλάσσιες «ερήμους» και «ανταγωνίζεται» τα αυτόχθονα φυτοφάγα ψάρια.
Ο επικίνδυνος λαγοκέφαλος
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί ο λαγοκέφαλος Lagocephalus sceleratus, γνωστός και ως silver-cheeked toadfish.
Πρόκειται για σαρκοφάγο ψάρι που περιέχει ισχυρές τοξίνες, οι οποίες μπορούν να αποδειχθούν θανατηφόρες για τον άνθρωπο. Επιτίθεται επίσης σε άλλα θαλάσσια είδη και η παρουσία του έχει συνδεθεί με αναφορές για μειωμένες ψαριές χταποδιού.
Οι επιπτώσεις του είναι τέτοιες ώστε τόσο οι κυπριακές όσο και οι ελληνικές Αρχές έχουν προσφέρει οικονομικά κίνητρα στους ψαράδες για την αλίευση λαγοκέφαλων.
«Τα ξενικά είδη καταλαμβάνουν τις θάλασσές μας και αυτό επηρεάζει τόσο την τοπική βιοποικιλότητα όσο και την οικονομία», επισημαίνει η θαλάσσια βιολόγος του MER Χριστίνα Κακουλλή.
Μία λύση είναι να αρχίσουμε να τα τρώμε
Από τη στιγμή που η πλήρης εξάλειψη πολλών από αυτά τα είδη είναι εξαιρετικά δύσκολη, οι επιστήμονες αναζητούν τρόπους προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα. Μία από τις λύσεις είναι να ενταχθούν ορισμένα από αυτά στη διατροφή μας.
Το λεοντόψαρο, για παράδειγμα, μπορεί να καταναλωθεί με ασφάλεια αφού αφαιρεθούν τα δηλητηριώδη αγκάθια του και ήδη σε ορισμένες χώρες αρχίζει να αποκτά θέση στην αγορά. Ο σεφ Πέτρος Γιάνγκου, ο οποίος συνεργάζεται με το MER στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα Life Prometheus, αναφέρει ότι αρχικά ο κόσμος φοβόταν το συγκεκριμένο ψάρι, πλέον όμως περισσότεροι καταναλωτές αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για ένα νόστιμο ψάρι υψηλής ποιότητας.
Αντίστοιχα, τα μπλε καβούρια έχουν δημιουργήσει νέα εμπορική αγορά στην Τυνησία, ενώ ερευνητές στην Ελλάδα εξετάζουν τρόπους αξιοποίησης του λαγοκέφαλου, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι τοξίνες του, για την παραγωγή ιχθυάλευρων που χρησιμοποιούνται στις ιχθυοκαλλιέργειες.
Άλλες ερευνητικές ομάδες μελετούν πιθανές εφαρμογές των ξενικών ειδών σε καλλυντικά, συμπληρώματα διατροφής, δερμάτινα προϊόντα ακόμη και στην ανάπτυξη νέων αναλγητικών ουσιών.
Μια νέα Μεσόγειος διαμορφώνεται
Η αξιοποίηση των ξενικών ειδών μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης, όμως οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι δεν υπάρχει ένας και μοναδικός παράγοντας που να εξηγεί την εξάπλωσή τους ούτε μία εύκολη παρέμβαση που θα μπορούσε να αντιστρέψει την κατάσταση.
Η θέρμανση των υδάτων, η μετακίνηση ειδών μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ εκατοντάδων οργανισμών δημιουργούν ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον.
Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί θεωρούν απαραίτητη τη συστηματική και μακροχρόνια παρακολούθηση της Μεσογείου.
Όπως το θέτει ο Περικλής Κλείτου, η θάλασσα είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα, στο οποίο πολλοί διαφορετικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν ταυτόχρονα.
Και στα νερά της Κύπρου και της Ελλάδας, αυτή η νέα πραγματικότητα δεν αποτελεί πλέον ένα σενάριο για το μέλλον. Η αλλαγή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Με πληροφορίες από Reuters