CITYZENS

ΜΙΧAΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Τι κέρδισα όταν μου έκλεψαν 100 ευρώ

02.11.2015

Κυριακή, αργά το απόγευμα. Αφού έπαιξαν αρκετά οι μικρές, στις τσουλήθρες και τα ηλεκτρονικά, και με την ώρα να είναι προχωρημένη, έκανα νεύμα στη γυναίκα μου να φύγουμε.
 

Στον δρόμο προς το αυτοκίνητο κι ενώ περιμέναμε σε μια διασταύρωση μέχρι να αδειάσει ο δρόμος για να περάσουμε απέναντι, μια άγνωστη μεσήλικας κυρία, που επίσης περίμενε να αδειάσει ο δρόμος, μας πλησίασε και μας έπιασε κουβέντα, απευθυνόμενη κυρίως στις μικρές. Δεν ξαφνιάστηκα, δεν την κοίταξα καχύποπτα, δεν αντέδρασα. Αντιθέτως, χαμογέλασα. Έβλεπα στο βλέμμα της πως οι προθέσεις της ήταν αγνές. Τα λόγια της ήταν μετρημένα, αλλά την ίδια ώρα η φαντασία του μυαλού της κάλπαζε. Λες και βρισκόμασταν στο θέατρο και αυτή έκανε show με θεατές κάμποσα παιδιά. Ενδεχομένως να ήταν και εκπαιδευτικός. Δεν ξέρω, δεν ρώτησα. Δεν πρόλαβα να ρωτήσω. Σίγουρα, όμως, πρόλαβα να καταλάβω πως ήταν καλός άνθρωπος. Τι ωραία που υπάρχουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι, σκέφτηκα. Που υπάρχουν ακόμα άνθρωποι…

«Έχασα 100 ευρώ» λέω στη γυναίκα μου λίγη ώρα αργότερα, με το που φτάσαμε σπίτι. Βγάζοντας τα πράγματα μου από την τσέπη συνειδητοποίησα πως μου έλειπαν τα δύο πενηντάρια που είχα. «Δεν άκουσες που σου είχα πει, εκεί που παίζανε τα μωρά, πως σου έπεσαν από την τσέπη; Νόμισα πως τα πήρες. Δεν τα πήρες;». Ήτανε σε μια φάση που η γυναίκα μου έπαιζε με τη μεγάλη και εγώ κρατώντας τη μικρή με το δεξί χέρι, προσπάθησα με το άλλο χέρι να βγάλω το κινητό από την τσέπη για να βγάλω καμιά φωτογραφία. Στην προσπάθεια, μαζί με το κινητό βγήκαν και τα λεφτά, έπεσαν δίπλα μου, η γυναίκα μου είδε την φάση, μου έγνεψε, δεν την είδα, αυτή νόμισε πως την είδα και πως πήρα τα λεφτά και μέχρι να γυρίσει ξανά προς το μέρος μου, είδε τη νεαρή υπάλληλο να σκύβει, να παίρνει τα λεφτά και να τα βάζει στην τσέπη. Όλα έγιναν γρήγορα, κρατούσαμε και από ένα μωρό, ενώ υπήρξε και ασυνεννοησία μεταξύ μας λόγω και της σχετικής απόστασης που είχαμε…

Αν νοιώθω ότι έχω μερίδιο ευθύνης που τα έχασα; Όχι βέβαια. Σιγά μην νοιώθω ενοχές, απ’ τη στιγμή που είμαι 100% σίγουρος πως κάποιος άνθρωπος τσέπωσε τα λεφτά μου. Να στέκομαι δίπλα σε κάποιον, να του πέσουν λεφτά ή οτιδήποτε άλλο και να τα βάλω στην τσέπη, αντί να του τα δώσω; Όχι, σε καμιά περίπτωση. Πέραν από το ανήθικο της όλης φάσης, αυτή η πράξη θεωρείται και κλοπή, έστω κι αν δεν τα πήρε από την τσέπη μου. Αμέσως πήρα τηλέφωνο στον χώρο που έγινε το περιστατικό, ζήτησα να μιλήσω με τον υπεύθυνο και του ανέφερα πως ήμουν σίγουρος πως τα λεφτά μου τα πήρε η συγκεκριμένη κοπελίτσα. «Θα το διερευνήσω» μου είπε «και θα σε πάρω αύριο πρωί να σε ενημερώσω τι έγινε».

Η απάντηση που ανέμενα να πάρω ήταν αυτή που πήρα τελικά: «Οι κάμερες δεν πιάνουν σε εκείνο το σημείο, κανένας από τους υπαλλήλους δεν βρήκε λεφτά…» «Ωραία, θα κάνω καταγγελία στην αστυνομία, προσωπικά για την υπάλληλο που τα πήρε» απαντώ αμέσως. Αν και δεν φταίει κανείς άλλος για το συμβάν, εντούτοις δεν θα πω ψέματα. Η απάντηση που πήρα δεν με ικανοποίησε πολύ. Ούτε και όλους όσοι το συζήτησα μαζί τους. Όπως και να ‘χει, την καταγγελία θα την έκανα (και την έκανα), πολύ απλά γιατί εγώ στην θέση της θα έδινα τα λεφτά στον κάτοχό τους και σε καμιά περίπτωση δεν θα τα έπαιρνα στα κρυφά. Ούτε για να εκδικηθώ, ούτε για να τιμωρήσω, κυρίως θα το έκανα για να υποδείξω ένα λάθος που έγινε και ίσως για να κάνω αυτόν τον άνθρωπο να νοιώσει την αμηχανία που θα έπρεπε να είχε νοιώσει εξ αρχής, από την ώρα που τα πήρε. Να τον «τσιγκλήσω» λιγάκι.

Και μπήκες σε μια τέτοια ψυχοφθόρα διαδικασία για 100 ευρώ, θα μου πεις; Άνετα, θα σου απαντήσω. Συνήθως, αντιδρώ αναλόγως με το πώς ενεργώ και πως δρω εγώ στη ζωή μου, και επειδή ποτέ δεν θεωρώ τον οποιοδήποτε κορόιδο, ακόμα και για 10 ευρώ ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, και πάλι θα έμπαινα στη διαδικασία. Εκ του αποτελέσματος θα μάθεις αν τελικά άξιζε τον κόπο. Και σε καμιά περίπτωση δεν το έκανα για τα λεφτά. Αυτά, το πήρα απόφαση πως τα έχασα. Μια παραδοχή ήθελα και τίποτε περισσότερο, το είχα πει και στην κατάθεσή μου. Και τότε θα έκλεινε η υπόθεση. Αλλιώς, θα το τραβούσα όσο πάει.

Μετά, λοιπόν, που έδωσα κατάθεση στην αστυνομία και μετά από ένα δεύτερο τηλεφώνημα που έκανα λίγες μέρες αργότερα για να ενημερωθώ αν βγήκε κάτι, μας κάλεσαν τελικά να πάμε ξανά, με τη γυναίκα μου αυτή την φορά που είχε δει και την φάση, τόσο για να αναγνωρίσει τη νεαρή κοπέλα που επίσης θα ερχόταν στον σταθμό, όσο και για να δώσει μια συμπληρωματική κατάθεση αν χρειαστεί.

Φτάσαμε πρώτοι στον σταθμό, ενώ μετά από λίγο ήρθε και η κοπέλα μαζί με τους γονείς της. Ήταν ενήλικη αλλά αρκετά νεαρή. Βγήκαμε όλοι από το γραφείο και έμεινε μόνη στο γραφείο μαζί με τους αστυνομικούς. Σκέφτηκα ότι με το να νοιώθει την παρουσία του πατέρα και της μάνας της σε κοντινή απόσταση, δύσκολα θα παραδεχόταν. Λογικό δεν είναι; Έτσι κι έγινε. «Δεν παραδέχεται» μου λέει η αστυνομικός, «τι κάνουμε;».

Δεν θα σου πω ψέματα. Ένοιωθα αμήχανα που έπρεπε να υποδύομαι τον κακό που θέλει να «τιμωρήσει». Και δη μπροστά στους γονείς της που δεν με ήξεραν, δεν τους ήξερα και δεν μου έφταιξαν κιόλας σε τίποτε οι άνθρωποι. Άβολα ένοιωθε και η γυναίκα μου με το σκηνικό που εκτυλισσόταν. Η συνείδησή μου όμως ήταν ήσυχη. Γιατί να νοιώθω εγώ άσχημα για κάτι που έκανε άλλος; Και σίγουρα, ήξερα πολύ καλά τι ήθελα. Μοναχά μια παραδοχή του λάθους. Ενώ η κοπέλα βρισκόταν έξω και συζητούσε για αρκετή ώρα με τους γονείς της, αυτό ακριβώς είχα πει στους αστυνομικούς. «Αν νιώθει άβολα ή φοβάται να παραδεχτεί μπροστά στους γονείς της, κάτι απόλυτα λογικό, ας της δώσουμε ένα περιθώριο 2-3 μέρες να πάρει έστω ένα τηλέφωνο εκεί στον σταθμό, απλώς για να παραδεχτεί και ας κρατήσει τα λεφτά» είπα ξανά στους αστυνομικούς.

Μερικά λεπτά αργότερα, μπαίνει στο γραφείο, μας κοιτάζει και λέει κατά λέξη: «Θέλω ειλικρινά να απολογηθώ για την ταλαιπωρία που σας προκάλεσα» και σχεδόν ταυτόχρονα βγάζει από την τσέπη 100 ευρώ και μου τα δίνει, σκύβοντας το κεφάλι. Θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε, να απαντήσουμε με ατάκες τύπου «Δεν ντρέπεσαι» για να το παίξουμε υπεράνω, ίσως για να πείσουμε πως εμείς δεν θα κάναμε ποτέ ένα αντίστοιχο λάθος. Αλήθεια, όμως, τι θα κερδίζαμε; Ποιος θα έβγαινε κερδισμένος αν το κάναμε; Αν το έκανα; Προτίμησα να κάνω κάτι άλλο. Αφού σχεδόν ταυτόχρονα και ενστικτωδώς απαντήσαμε μαζί με την γυναίκα μου με ένα «Μπορείς να κρατήσεις τα λεφτά» -εννοώντας το-, ζήτησα από τους αστυνομικούς, αν γινόταν, να φωνάξουν τον πατέρα της. Ήρθε, και ενώ ένοιωθα να με κοιτάζει με ντροπή γι’ αυτό που συνέβαινε κι ενώ εμείς νοιώθαμε πολύ πιο αμήχανα από πριν, αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να τον καθησυχάσω και να του πω πως δεν χρειάζεται να νοιώθει άσχημα. «Για μένα έχει τελειώσει το συμβάν. Δεν έχω κανένα παράπονο. Δεν χρειάζεται ούτε να νοιώθετε άσχημα ούτε να τιμωρηθεί κανείς. Όλοι κάνουμε λάθη, ειδικά σε νεαρή ηλικία. Το πιο σημαντικό είναι πως κατάλαβε ότι έκανε λάθος, και ότι είχε το θάρρος να το παραδεχτεί, να απολογηθεί και να επιστρέψει τα λεφτά». Τον είδα να ανακουφίζεται και το χάρηκα. Αυτό ήταν το καλύτερο για μένα. Ωραία ένοιωσα και στην φάση που είδα την αντίδραση της κοπέλας όταν της είπαμε να κρατήσει τα λεφτά. Δεν παίρνω και όρκο αλλά μπορώ να υποψιαστώ πόσο περίεργα ένοιωσε και πόσο αιφνιδιάστηκε όταν της απαντήσαμε με τρόπο που προφανώς δεν περίμενε να της απαντήσουν κάποιοι που τους πήρε λεφτά με τρόπο πονηρό.

Ωραίο πράγμα ο αιφνιδιασμός, φτάνει μια κίνηση αιφνιδιασμού να έχει θετική έκβαση. Η κοπέλα μάς αιφνιδίασε ευχάριστα με την παραδοχή και την απολογία της, ενώ ακόμα και τα 100 ευρώ που τα θεωρούσαμε χαμένη υπόθεση, καταφέραμε τελικά να τα πάρουμε πίσω -μετά και από την παρέμβαση του αστυνομικού που επέμενε να τα πάρουμε, αφού όπως μας είπε προσωπικά στη συνέχεια, θα ‘ταν σαν να την επιβραβεύαμε αν δεν τα παίρναμε, ή τουλάχιστον έτσι το έβλεπε αυτός. Ευχάριστα όμως αιφνιδιάστηκαν και οι ίδιοι, αφού είδαν πως τελικά ο σκοπός μας δεν ήταν σε καμιά περίπτωση να τιμωρήσουμε.

Με τους γονείς της μιλήσαμε και έξω από το γραφείο, αμέσως μετά, σε απολύτως πολιτισμένο επίπεδο και με τα μάτια τους (αλλά και τα μάτια της γυναίκας μου) να είναι βουρκωμένα, μάλλον λόγω της συγκινησιακής φόρτισης.

Τι ωραία που υπάρχει ακόμα πολιτισμός! Που υπάρχουν ακόμα άνθρωποι…

Σίγουρα όλο αυτό που συνέβη, όλη αυτή η εναλλαγή των συναισθημάτων, άξιζε κάτι πολύ περισσότερο από 100 ευρώ! Και δεν αναφέρομαι κατ’ ανάγκη σε χρήματα.

Ήταν η απόδειξη ότι μπορείς να κερδίσεις κάτι, ακόμα και από μια φαινομενικά χαμένη υπόθεση.
 

* Η ιστορία που μόλις διάβασες δεν είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Είναι πραγματικά γεγονότα. Για πολύ ευνόητους λόγους όμως δεν αναφέρονται ονόματα ανθρώπων, πόλεων, δρόμων και χώρων.

Σχολιαστε