Οι διαφορές ανάμεσα στην καθολική και την ορθόδοξη εκκλησία

Ένα κείμενο το οποίο δημοσιεύτηκε στον «Economist» λίγο μετά τη συνάντηση του Πάπα της Ρώμης και του Πατριάρχη Κύριλλου της Ρωσικής Ορθόδοξης εκκλησίας, στις 12 Φεβρουαρίου 2016, αναλύει με λίγα λόγια τις ρίζες της ρήξης των δύο εκκλησιών και το πώς αυτές μπορούν να ξαναγίνουν ένα.

 


Article featured image
Article featured image

Η δημοσιογραφική ομάδα του «Economist», θεωρεί πώς οι δύο εκκλησίες στη βάση τους έχουν πολύ περισσότερα κοινά, αντί διαφορές τα οποία έχουν αρχαίες καταβολές.

Ένεκα των ημερών που διανύουμε, επαναφέραμε αυτό το άρθρο στο προσκήνιο για προβληματισμό και σκέψη.

 



Ακολουθεί το κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στον «Economist» σε ελεύθερη μετάφραση.

Σ’ έναν μη Χριστιανό ή ακόμα και σε έναν Χριστιανό ο οποίος πιστεύει απλά, χωρίς υπερβολές και φανατισμό, μια καθολική και μια ορθόδοξη εκκλησία δεν διαφέρουν και πολύ.

Και οι δύο τελούν λειτουργίες και τελετές που έχουν αρχαία προέλευση, ενώ και στις δύο εκκλησίες οι διάφορες τάξεις του κλήρου, έχουν τον δικό τους ενδυματολογικό κώδικα, ενώ υποστηρίζουν πώς δημιουργήθηκαν με την αυγή της χριστιανοσύνης.

Ένα ακόμη επίσης κοινό χαρακτηριστικό αποτελεί και το γεγονός της πλούσιας θεολογικής και επιστημονικής παράδοσης που έχουν και οι δύο.

Οι διαφορές που εντοπίζονται είναι μικρές, με τη βασική τους να αφορά την ύπαρξη του Θεού του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Γιατί λοιπόν αυτές οι δύο θρησκευτικές οργανώσεις, δυσκολεύονται τόσο πολύ να ενωθούν;

Στις 12 Φεβρουαρίου 2016, ο Πάπας και ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος, επικεφαλής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, συναντήθηκαν στην Κούβα.

Παρόλο μια τέτοια συνάντηση δεν είναι μη αναμενόμενη τους τελευταίους δέκα αιώνες, είναι εντούτοις ασυνήθιστη. Γιατί;

Μέρος της απάντησης προκύπτει από τις αναμνήσεις και τις διαφορές που διαρκούν για χιλιάδες χρόνια, και ακόμη θεωρούνται αξεπέραστες. Ο επίσημος διαχωρισμός των δύο εκκλησιών έγινε το 1054.

Σε κάποιο βαθμό η ρήξη αντανακλάται και στις διάφορες πολιτιστικές και γεωπολιτικές διαφορές και ανταγωνισμό μεταξύ των Ελλήνων που μιλούσαν ρωμαϊκά και άλλες βυζαντινές λέξεις και μεταξύ των Λατίνων της δυτικής Ευρώπης, όπου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ήδη καταρρεύσει τον 5ο αιώνα, και είχαν δημιουργηθεί νέα κέντρα εξουσίας.

Οι εντάσεις αυξήθηκαν στις αρχές του 11ου αιώνα, όταν οι καθολικοί Νορμανδοί κατέλαβαν τους Ελληνόφωνους της νότιας Ιταλίας και επέβαλαν λατινικές πρακτικές και μεθόδους στις εκεί εκκλησίες.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ανταπέδωσε, κλείνοντας όλους τους χώρους λατρείας των Λατίνων στην Πόλη, με τον τότε Πάπα να στέλνει αντιπροσωπεία για να λύσει το πρόβλημα. Ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας Καρδινάλιος Humbert, αφόρισε τον Πατριάρχη και ο Πατριάρχης έκανε το ίδιο σε αυτόν.

Στο αποκορύφωμα της ρήξης, ήρθαν οι αυξανόμενες διαφορές μεταξύ Πάπα και Πατριάρχη, με τον Πάπα να υποστηρίζει πώς η εξουσία του, έγκειται στο σύνολο της χριστιανοσύνης, ενώ η ορθόδοξη άποψη έλεγε πώς όλα τα αρχαία κέντρα του χριστιανικού κόσμου (Αντιόχεια, Αλεξάνδρεια, Ιερουσαλήμ, καθώς και η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη), ήταν περίπου ίσα με το καθεστώς και όχι υποδεέστερα.

Η Ορθόδοξη πλευρά μετέφερε το θέμα στις δογματικές διαφορές, υποστηρίζοντας πώς ο διαχωρισμός προήλθε ένεκα της διαφωνίας των δύο εκκλησιών, σχετικά με την υποβάθμιση του Αγίου Πνεύματος.

Σε αυτή τη θεολογική διαφορά προστέθηκε και μια τεράστια γεωπολιτική, με την ορθόδοξη πλευρά να εκφράζει το παράπονο της για την λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τον λατινικό στρατό το 1204.

Τότε που η Κωνσταντινούπολη ήταν το μεγαλύτερο κέντρο του χριστιανικού κόσμου, του εμπορίου και του πολιτισμού, με τους Λατίνους να την διαλύουν ουσιαστικά επιβάλλοντας το καθεστώς τους για περίπου 6 δεκαετίες.

Στη μνήμη των ορθοδόξων, αυτή η πράξη προδοσίας από τους αδελφούς Χριστιανούς, αποδυνάμωσε την Κωνσταντινούπολη και επέτρεψε στην ουσία την κατάκτηση της από τους μουσουλμάνους Τούρκους το 1453.

Έχοντας πλέον πάρει χωριστούς δρόμους, η δυτική χριστιανοσύνη και η ανατολική γέννησαν και έφτιαξαν διαφορετικές θεολογικές παραδόσεις. Η Δύση ανέπτυξε την ιδέα του καθαρτηρίου και των «ποινών - υποκατάστατα», αφού η ιδέα της αυτοθυσίας του Χριστού, θεωρήθηκε ως η υπέρτατη πληρωμή, απέναντι στον Πατέρα - Θεό τιμωρό.

Την ίδια παράλογη λογική ανέπτυξε όμως και η ορθόδοξη ανατολή, η οποία στην προσπάθεια της να αναμίξει την πνευματικότητα με τον μυστικισμό, προώθησε την ιδέα πώς ο Θεός είναι το ίδιο απρόσιτος και απλησίαστος τόσο στην ανθρώπινη λογική, όσο και στην ανθρώπινη καρδιά.

Για τον ορθόδοξο πιστό, η καθολική θεολογία θεωρείται εξαιρετικά κατηγοριοποιημένη και νομικίστικη. Για το καθολικό μυαλό, η ορθοδοξία φαντάζει μέσα από τις μυστικιστικές της διδαχές, ασαφής και διφορούμενη.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ