Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο: Έχει υποχρέωση το ΗΒ να ενημερώνει την ΚΔ για τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις;

Μετά το κτύπημα με drone στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, άνοιξε ξανά η συζήτηση για το νομικό καθεστώς των λεγομένων «Κυριάρχων Βρετανικών Βάσεων» στην Κύπρο. Στο παρόν γίνεται μια σύντομη ιστορική αναδρομή και σχετική νομική ανάλυση.

Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο: Έχει υποχρέωση το ΗΒ να ενημερώνει την ΚΔ για τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις;

Μετά το κτύπημα με drone στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, άνοιξε ξανά η συζήτηση για το νομικό καθεστώς των λεγομένων «Κυριάρχων Βρετανικών Βάσεων» στην Κύπρο. Στο παρόν γίνεται μια σύντομη ιστορική αναδρομή και σχετική νομική ανάλυση.

Article featured image
Article featured image

Γράφει ο Ανδρέας Πιπερίδης, διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου



1. Εισαγωγικά


Οι Βρετανοί στρατιώτες πάτησαν για πρώτη φορά το πόδι τους στην Κύπρο το 1878, όταν, στο πλαίσιο μιας μυστικής συνθήκης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συμφώνησε να μεταβιβάσει τη διοίκηση του νησιού στο Ηνωμένο Βασίλειο με αντάλλαγμα τη βρετανική υποστήριξη έναντι των ρωσικών απαιτήσεων στο Συνέδριο του Βερολίνου. Το 1914, αφού η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, το Ηνωμένο Βασίλειο προσάρτησε την Κύπρο. Το νησί έγινε επίσημα αποικία του στέμματος δύο χρόνια αφότου η Τουρκία παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της επί της Κύπρου με το άρθρο 20 της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923. Μετά από έναν μακρύ αντιαποικιακό αγώνα, που σημαδεύτηκε από την πυρπόληση του βρετανικού κυβερνείου στη Λευκωσία το 1931, μαζικές διαδηλώσεις και ένοπλο αγώνα τη δεκαετία του 1950, οι ΝΑΤΟϊκοί σύμμαχοι Ελλάδα, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισαν το πλαίσιο για ένα δικοινοτικό ανεξάρτητο κράτος στην Κύπρο, στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 στη Ζυρίχη. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε τη συνέχιση της βρετανικής κυριαρχίας σε ορισμένες περιοχές της Κύπρου, με την ακριβή έκταση να αποτελεί αντικείμενο μεταγενέστερης διαπραγμάτευσης με τους Κύπριους αντιπροσώπους. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συμφωνία έγινε χωρίς τη συμμετοχή των Κυπρίων αντιπροσώπων και τους παρουσιάστηκε ως μια συμφωνία-πακέτο που δεν υπόκειτο σε διαπραγμάτευση.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 19 Φεβρουαρίου 1959 στο Lancaster House του Λονδίνου, οι Κύπριοι αντιπρόσωποι Μακάριος και Κιουτσούκ, παρά τις έντονες αντιδράσεις στο νησί, απάντησαν θετικά στο τελεσίγραφο αυτό, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου, αν και ακρωτηριασμένου, κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την ίδια ημέρα, ο Χάρολντ Μακμίλαν, πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, απευθύνθηκε στο Κοινοβούλιο, τονίζοντας ότι ο πρωταρχικός βρετανικός όρος ήταν η διατήρηση των στρατιωτικών βάσεων στο νησί:

Ξεκαθαρίσαμε στις άλλες δύο κυβερνήσεις ότι, υπό την προϋπόθεση ότι οι στρατιωτικές μας ανάγκες θα καλύπτονταν, με τρόπο που δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, με τη διατήρηση των βάσεων υπό βρετανική κυριαρχία, μαζί με την παροχή των απαραίτητων δικαιωμάτων και διευκολύνσεων για τη λειτουργία τους, ήμασταν έτοιμοι να εξετάσουμε τη μεταβίβαση της κυριαρχίας από την κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητας στο υπόλοιπο νησί.

Η διαπραγματευτική διαδικασία για τη συγκεκριμενοποίηση των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου ξεπέρασε κατά πολύ τα συμφωνηθέντα χρονοδιαγράμματα (αρχικά 3 μήνες) και τελικά χρειάστηκαν 18 μήνες για να καρποφορήσει.[1] Στις 16 Αυγούστου 1960 οι Κύπριοι εκπρόσωποι της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας του νησιού, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ελλάδας και της Τουρκίας υπέγραψαν τρεις συνθήκες: τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, τη Συνθήκη Εγγυήσεων και τη Συνθήκη Συμμαχίας.

Η βρετανική κυβέρνηση αλλά και οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν κατά καιρούς την Κύπρο ως ορμητήριο επιθέσεων στην περιοχή, διακινδυνεύοντας τόσο τους λαούς της περιοχής όσο και τον δικό μας λαό που γίνεται μέρος του θεάτρου των επιχειρήσεων. Οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο είναι παράνομα αποικιοκρατικά κατάλοιπα και πρέπει να αποχωρήσουν άμεσα από τον τόπο μας.


2. Τι Προβλέπουν οι Συνθήκες


Το άρθρο 1 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, όχι μόνο οριοθετεί τα χερσαία σύνορα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά καθορίζει επίσης δύο περιοχές ως «Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων» («ΚΠΒ»):

Το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας περιλαμβάνει τη νήσο Κύπρο, μαζί με τα νησιά που βρίσκονται στα ανοικτά των ακτών της, με εξαίρεση τις δύο περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα Α της παρούσας συνθήκης, οι οποίες περιοχές παραμένουν υπό την κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι περιοχές αυτές αναφέρονται στην παρούσα Συνθήκη και στα παραρτήματά της ως Περιοχή Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και Περιοχή Κυρίαρχων Βάσεων Δεκέλειας.

Οι δύο αυτές περιοχές επιλέχθηκαν λόγω του στρατηγικού χαρακτήρα των στρατιωτικών τους εγκαταστάσεων για το Ηνωμένο Βασίλειο. Στο Ακρωτήρι βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται η αεροπορική βάση της βρετανικής πολεμικής αεροπορίας (RAF), ενώ ο σταθμός Αγίου Νικολάου στη Δεκέλεια υπήρξε, από τη μεταφορά του εξοπλισμού από την Παλαιστίνη το 1947, ένας από τους κύριους χώρους συλλογής πληροφοριών της βρετανικής υπηρεσίας ασφαλείας GCHQ και σύμφωνα με τις διαρροές του Snowden της αντίστοιχης αμερικανικής υπηρεσίας NSA στην περιοχή.[2] H σημασία της Δεκέλειας ως κέντρο παρακολούθησης της περιοχής εκφράζεται και νομικά καθώς το τμήμα 3 του Παραρτήματος Β της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας ορίζει την υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατόπιν αιτήματος του Ηνωμένου Βασιλείου, να «τοποθετήσει τέτοιους καταστολείς» όπως απαιτείται σε οποιαδήποτε «συσκευή που ενδέχεται να προκαλέσει παρεμβολές σε κοντινές εγκαταστάσεις στην περιοχή των κυρίαρχων βάσεων Δεκέλειας».

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεούται να συνεργαστεί με το Ηνωμένο Βασίλειο, για να διασφαλίσει την ασφάλεια και τη λειτουργία των «ΚΠΒ» και την «πλήρη άσκηση από το Ηνωμένο Βασίλειο των δικαιωμάτων που του παρέχει η παρούσα Συνθήκη» και του παραρτήματος Β της Συνθήκης. Οι λεπτομέρειες των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των «ΚΠΒ» περιγράφονται στα διάφορα παραρτήματα και προσαρτήματα της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. Πέρα από τις δύο στρατιωτικές βάσεις επί των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο διεκδικεί κυριαρχία, οι Πίνακες Α και Β (στο τελευταίο χαρακτηρίζονται ως προσωρινοί) του Παραρτήματος Β προβλέπουν έναν κατάλογο διατηρούμενων χώρων (retained sites) υπό την ανεμπόδιστη διοίκηση του Ηνωμένου Βασιλείου, νομικά εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά εντελώς εκτός του ελέγχου της, σε μια μοναδική αποικιοκρατική νομική κατάσταση που προσιδιάζει μόνο με την αμερικανική βάση στο Γκουαντάναμο της Κούβας.

Το Τμήμα 2(1) του Μέρους ΙΙ του Παραρτήματος Β προβλέπει ότι «οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν το δικαίωμα να φυλάσσουν και να υπερασπίζονται τις τοποθεσίες» από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα άρθρα ΙΙΙ και IV της Συνθήκης Εγγυήσεων παρέχουν το δικαίωμα στις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις να λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν τον σεβασμό της «ακεραιότητας των περιοχών που διατηρούνται υπό την κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου». Δηλαδή τους δίνεται το νομικό πρόσχημα για να επιχειρηματολογήσουν πώς μπορούν να επέμβουν σε περίπτωση επίθεσης στις βρετανικές βάσεις. Εκτός των άλλων, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε αρκετά δικαιώματα πρόσβασης και χρήσης σε ολόκληρο το νησί και κυρίως το δικαίωμα των βρετανικών στρατιωτικών αεροσκαφών «να πετούν στον εναέριο χώρο πάνω από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς περιορισμούς» (Παράρτημα Β, Μέρος ΙΙ, S.4.2).

Πέρα από τις δύο στρατιωτικές βάσεις επί των οποίων το ΗΒ διεκδικεί κυριαρχία, προβλέπεται ένας κατάλογος διατηρούμενων χώρων (retained sites) υπό την ανεμπόδιστη διοίκηση του ΗΒ, νομικά εντός του εδάφους της ΚΔ, αλλά εντελώς εκτός του ελέγχου της, σε μια μοναδική αποικιοκρατική νομική κατάσταση που προσιδιάζει μόνο με την αμερικανική βάση στο Γκουαντάναμο της Κούβας.


3. Τι Σημαίνει ότι οι Βάσεις είναι Δήθεν «Κυρίαρχες»


Το ακριβές νομικό καθεστώς και οι υποχρεώσεις των «ΚΠΒ», οι οποίες καλύπτουν το 3% του νησιού (99 τετραγωνικά μίλια), έχει απασχολήσει τόσο τους ακαδημαϊκούς όσο και τα δικαστήρια.[3] Το σημείο εκκίνησης είναι, φυσικά, το άρθρο 1 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, το οποίο προβλέπει ότι οι «ΚΠΒ» «παραμένουν υπό την κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου». Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για στρατιωτικές βάσεις στο πλαίσιο μιας συμφωνίας στάθμευσης ξένων στρατιωτικών δυνάμεων (SOFA), αλλά για τα αποικιοκρατικά απομεινάρια της παλιάς αποικίας του, της Κύπρου. Οι «ΚΠΒ», που διοικούνται από τη «Sovereign British Area Administration», θεωρούνται από το Ηνωμένο Βασίλειο ως ένα από τα 14 υπερπόντια εδάφη του και είναι το μόνο που διοικείται από το Υπουργείο Άμυνας. Αυτό οφείλεται στη ρητή υποχρέωση που ανέλαβε το Ηνωμένο Βασίλειο με τη δήλωση της κυβέρνησής του στις 16 Αυγούστου 1960 «να μην αναπτύξει τις Περιοχές των Κυρίαρχων Βάσεων για άλλους σκοπούς εκτός από στρατιωτικούς».[4] Βέβαια, σε μια ακόμα απόδειξη της ανάγκης του κεφαλαίου να «φωλιάσει παντού»,[5] η κυπριακή κυβέρνηση συμφώνησε με το Ηνωμένο Βασίλειο για την αστική ανάπτυξη εντός των ΚΠΒ».[6]

Η λεγόμενη κυριαρχία των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο δεν ευθυγραμμίζεται με τα συνηθισμένα δικαιώματα ενός κράτους επί του κυρίαρχου εδάφους του, αλλά είναι προσαρμοσμένη στις συγκεκριμένες στρατιωτικές ανάγκες του βρετανικού ιμπεριαλισμού.


Μετά την επίθεση από drone στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου τα μεσάνυχτα της περασμένης Κυριακής, αναφύεται επίμονα το κατά πόσον έχουν υποχρέωση οι βρετανικές αρχές να ενημερώνουν την Κυπριακή Δημοκρατία για τις στρατιωτικές τους δραστηριότητες. Μία από τις πιο σχετικές πρόνοιες της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, είναι το άρθρο 3 το οποίο προβλέπει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο οφείλει να «διαβουλεύεται και να συνεργάζεται» με την Κυπριακή Δημοκρατία σε ζητήματα που αφορούν την άμυνα της νήσου. Αυτή η πρόνοια, γίνεται ακόμα πιο επιτακτική ερμηνευόμενη υπό το φως του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού, που σε αυτό το πλαίσιο αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Υπό αυτό το πρίσμα η διττή υποχρέωση για «διαβούλευση και συνεργασία» πρέπει να ερμηνεύεται ως υποχρέωση έγκαιρης ενημέρωσης αλλά και σχετικής έγκρισης από την Κυπριακή Δημοκρατία στρατιωτικών ενεργειών του Ηνωμένου Βασιλείου που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του νησιού. Αυτή είναι η ελάχιστη νομική υποχρέωση που έχει το Ηνωμένο Βασίλειο, στο μεταβατικό στάδιο που μεσολαβεί μέχρι την πλήρη αποαποικιοποίηση της Κύπρου, με την αποχώρηση του βρετανικού στρατού.

Η βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας με ψήφισμα της το 2012 χαρακτήρισε τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης και κατ’ επέκταση τις βάσεις «ως αποικιακό κατάλοιπο» και «κραυγαλέο αναχρονισμό» που αψηφά το διεθνές δίκαιο και τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ, με κυριότερο το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Το ίδιο ψήφισμα αντιτίθεται επίσης στη χρήση των «ΚΠΒ» για δράσεις κατά άλλων κρατών.



Είναι προφανές ότι η λεγόμενη κυριαρχία των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο δεν ευθυγραμμίζεται με τα συνηθισμένα δικαιώματα ενός κράτους επί του κυρίαρχου εδάφους του, αλλά είναι προσαρμοσμένη στις συγκεκριμένες στρατιωτικές ανάγκες του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε το 2018 απόφαση με την οποία διέκρινε τις «ΚΠΒ» από το «British Indian Ocean Territory», διακηρύσσοντας ότι «η μόνη αλλαγή που επήλθε το 1960 ήταν ότι ενώ προηγουμένως αποτελούσαν μέρος της εξαρτημένης από το Ηνωμένο Βασίλειο επικράτειας της Κύπρου, στη συνέχεια αποτέλεσαν το σύνολο αυτής».[7] Σε αντίθεση με τη διαπίστωση ότι οι «ΚΠΒ» πρέπει να θεωρούνται συνέχεια της αποικίας του της Κύπρου και συνεπώς εξαρτημένο έδαφος, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου το 1991 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι «ΚΠΒ» δεν είναι ούτε κράτος ούτε αποικία, αλλά περιοχές της νήσου Κύπρου επί των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο έχει την επικυριαρχία αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς, σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης και τα παραρτήματά της.[8] Η βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας με ψήφισμα της το 2012 χαρακτήρισε τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης και κατ’ επέκταση τις βάσεις «ως αποικιακό κατάλοιπο» και «κραυγαλέο αναχρονισμό» που αψηφά το διεθνές δίκαιο και τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ, με κυριότερο το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.[9]

Το ίδιο ψήφισμα αντιτίθεται επίσης στη χρήση των «ΚΠΒ» για δράσεις κατά άλλων κρατών. Δυστυχώς, η βρετανική κυβέρνηση αλλά και οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν κατά καιρούς την Κύπρο ως ορμητήριο επιθέσεων στην περιοχή, διακινδυνεύοντας τόσο τους λαούς της περιοχής όσο και τον δικό μας λαό που γίνεται μέρος του θεάτρου των επιχειρήσεων. Οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο είναι παράνομα αποικιοκρατικά κατάλοιπα και πρέπει να αποχωρήσουν άμεσα από τον τόπο μας.



Παραπομπές:


[1] Για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τις λεγόμενες «ΚΒΒ» μεταξύ των Κυπρίων αντιπροσώπων και του Ηνωμένου Βασιλείου βλέπε Αχιλλέας Κ. Αιμιλιανίδης, Μια μακρόσυρτη παρτίδα σκάκι: Οι μυστικές διαπραγματεύσεις για τις βρετανικές βάσεις (1959-1960) (Ιππασός 2021).

[2] Γιώργος Γεωργίου, «British Bases in Cyprus and Signals Intelligence», Études helléniques / Hellenic Studies, 19(2) (2011) 121-130.

[3] Για μια πλήρη συζήτηση, βλέπε Nasia Hadjigeorgiou, «Decolonizing Cyprus 60 Years after Independence: An Assessment of the Legality of the Sovereign Base Areas» (2022) 33 European Journal of International Law 1125-1152.

[4] Τμήμα 2(Ι) της δήλωσης της κυβέρνησης της Αυτής Μεγαλειότητος σχετικά με τη διαχείριση των Περιοχών των Κυρίαρχων Βάσεων, που είναι οι περιοχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 της Συνθήκης για την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας οι οποίες παραμένουν υπό την κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα «Ο» στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης. Στην ίδια διακήρυξη η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεσμεύτηκε επίσης να μην «ιδρύει και να μην διαχειρίζεται «αποικίες», Τμήμα 2(ΙΙ).

[5] Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (Σύγχρονη Εποχή 1994).

[6] ‘Συμφωνία ορόσημο μεταξύ Κ.Δ και Βρετανίας’, Philenews (10 Μαΐου 2022) https://www.philenews.com/eidiseis/article/530264/simfonia-orosimo-metaxi-k-d-ke-vretanias.

[7] R. (on the Application of Tag Eldin Ramadan Bashir and Others) v. Secretary of State for the Home Department, [2018] UKSC 45, παράγραφος 69. Η θέση αυτή αντικατοπτρίζεται επίσης στη νομολογία των δικαστηρίων των «ΚΠΒ», βλ. Antoniades and Others v. Administrator of the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia (Judicial Review 2 of 2013) (SBA Senior Judges' Court).

[8] Graham Thomas Preece κατά Εστίας Ασφαλιστικής (1991) 1 CLR 568, που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Χειμώνας Χαράλαμπος (2016) 1 CLR 395.

[9] Ψήφισμα 174 της Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας (22 Μαρτίου 2012)

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Article featured image

«Το άρωμα “Λευκόνοικο” απεικονίζει το φορεματάκι που φορούσα στις 14 Αυγούστου του '74, ημέρα που φύγαμε πρόσφυγες»

Article featured image

«Αυτό είναι το όνομά μου, το πρόσωπό μου και η ιστορία μου. Δεν φοβάμαι ούτε ντρέπομαι πια να τη μοιραστώ»

Article featured image

Η ιστορία του θρυλικού Secrets Freedom Club της Λάρνακας