Ένα ζευγάρι που γεννήθηκε από δότες σπέρματος ερωτεύτηκε, αλλά πριν προχωρήσει τη σχέση του έπρεπε να απαντήσει σε ένα βασανιστικό ερώτημα: μήπως είχε τον ίδιο βιολογικό πατέρα;
Για χρόνια, ο Άρθουρ Κερμαλβεζέν, παιδί που είχε γεννηθεί με τη βοήθεια δότη σπέρματος, έβλεπε παντού πιθανούς πατέρες.
«Φανταζόμουν ότι μπορεί να ήταν ο δάσκαλός μου, άνθρωποι που έβλεπα στο λεωφορείο… και ήμουν πολύ θυμωμένος, γιατί είναι αδύνατο να ζεις έτσι», λέει ο ίδιος.
Όταν, ως ενήλικας, ερωτεύτηκε την Όντρεϊ, η οποία επίσης είχε γεννηθεί στο Παρίσι με τη βοήθεια δότη σπέρματος, το ερώτημα έγινε ακόμη πιο επιτακτικό.
Η Όντρεϊ περιγράφει τη στιγμή που γνωρίστηκαν, σε μια συνάντηση ακτιβιστών που είχαν γεννηθεί από δωρεά γενετικού υλικού το 2010, ως «έρωτα με την πρώτη ματιά». Ήταν όμως αυτή η έλξη ρομαντική ή μήπως γενετική;
Όταν γεννήθηκαν, υπήρχαν μόλις δύο τράπεζες σπέρματος στο Παρίσι και πολλοί άνδρες είχαν κάνει επανειλημμένες δωρεές. Επομένως, υπήρχε πραγματική πιθανότητα οι δυο τους να ήταν ετεροθαλή αδέλφια.
Πριν χτίσουν μια κοινή ζωή, ο Άρθουρ και η Όντρεϊ έπρεπε να γνωρίζουν αν είχαν συγγένεια. Στη Γαλλία, όμως, οι νόμοι που διέπουν τις γενετικές εξετάσεις και την ανωνυμία των δοτών καθιστούσαν εξαιρετικά δύσκολο να βρουν την απάντηση, γράφει το BBC.
Στη Γαλλία, μόνο ένας ερευνητής, ένας γιατρός ή ένας δικαστής μπορεί να διατάξει και να επιβλέψει μια γενετική εξέταση, ενώ όσοι έχουν στην κατοχή τους κιτ γενετικού ελέγχου για χρήση στο σπίτι μπορεί να τιμωρηθούν με πρόστιμο άνω των 3.500 ευρώ. Ως αποτέλεσμα, εταιρείες όπως οι 23andMe, Ancestry και MyHeritage δεν διαθέτουν τα κιτ τους στη Γαλλία.
Οι υποστηρικτές του νόμου, που ισχύει από το 1994, λένε ότι αποτρέπει την παράδοση ευαίσθητων γενετικών δεδομένων σε εμπορικές εταιρείες και προστατεύει τις οικογένειες από συγκρούσεις που θα μπορούσαν να προκληθούν από απρόσμενα αποτελέσματα.
Ο Άρθουρ, ωστόσο, επισημαίνει ότι η Γαλλία είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που ποινικοποιεί τη χρήση τέτοιων τεστ.
Ο έρωτας γεννήθηκε μαζί με τα ερωτήματα
Πριν ακόμη οι γονείς της τής αποκαλύψουν, όταν ήταν πλέον ενήλικη, ότι είχε συλληφθεί με τη βοήθεια δότη σπέρματος, η Όντρεϊ είχε ήδη γίνει δικηγόρος, με ειδίκευση στο δίκαιο της βιοηθικής.
Γι’ αυτό γνώριζε πολύ καλά ότι η γαλλική νομοθεσία εγγυόταν την ανωνυμία του δότη, ακόμη και μετά τον θάνατό του. Ωστόσο, η Όντρεϊ είχε συλληφθεί το 1979, πριν θεσπιστεί οποιαδήποτε σχετική νομοθεσία.
Αναζητώντας άλλους ανθρώπους που είχαν γεννηθεί από δωρεά σπέρματος πριν από το 1994, η Όντρεϊ βρήκε τον Άρθουρ. Εκείνος είχε γράψει ένα βιβλίο, περιγράφοντας την ανάγκη του να ανακαλύψει περισσότερα για τις βιολογικές του ρίζες.
Η Όντρεϊ λέει ότι εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο με τον οποίο εκείνος κατάφερε να διατυπώσει με απόλυτη ακρίβεια συναισθήματα που η ίδια δυσκολευόταν να εκφράσει.
Και οι δύο είχαν μεγαλώσει σε οικογένειες με αγάπη, όμως και οι δύο ένιωθαν την ανάγκη να βρουν απαντήσεις για τους άγνωστους ανθρώπους που είχαν συμβάλει στη γέννησή τους.
Όταν συναντήθηκαν από κοντά, η χημεία μεταξύ τους ήταν άμεση. Το ίδιο άμεσο, όμως, ήταν και το πρόβλημα.
Προτού η πλατωνική τους φιλία εξελιχθεί σε ερωτική σχέση, και προτού μπορέσουν να χτίσουν μια κοινή ζωή, έπρεπε να εξακριβώσουν αν είχαν τον ίδιο βιολογικό πατέρα.
Κανένας αρμόδιος, όμως, δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει σχετικές πληροφορίες.
Αναζητώντας την αλήθεια
Ύστερα από μήνες αναζήτησης, βρήκαν έναν γιατρό στη νότια Γαλλία, ο οποίος, έναντι 900 ευρώ σε μετρητά, πραγματοποίησε γενετικό έλεγχο που έδειξε ότι δεν είχαν συγγένεια.
Η ανησυχία τους, ωστόσο, παρέμενε, καθώς ο γιατρός παραβίαζε τον νόμο γνωστοποιώντας τους το αποτέλεσμα.
«Ανησυχούσαμε μήπως ήταν απατεώνας», λέει η Όντρεϊ.
Σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν ένα κιτ DNA ώστε να επιβεβαιώσουν το αποτέλεσμα. Ως δικηγόρος, όμως, η Όντρεϊ ήταν αποφασισμένη να κινηθεί εντός του νόμου. Έτσι, από το 2010 ξεκίνησε μια σειρά δικαστικών προσφυγών κατά του γαλλικού συστήματος.
Ήθελε να μάθει αν ο βιολογικός της πατέρας βρισκόταν ακόμη εν ζωή και, εφόσον ζούσε, αν εξακολουθούσε να επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος.
Θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε μη ταυτοποιητικές πληροφορίες σχετικά με το πόσες φορές είχε κάνει δωρεά και αν ο Άρθουρ θα μπορούσε να είναι ένας από τους ετεροθαλείς αδελφούς της;
Οι προσπάθειές της απέτυχαν.
Ύστερα από τρία χρόνια δικαστικών αγώνων, το ζευγάρι αποφάσισε να παντρευτεί. Το 2015, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Γαλλίας απέρριψε την τελευταία προσφυγή της Όντρεϊ.
Λίγο πριν από τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, ένας γιατρός συμφώνησε να ερευνήσει ποιες πληροφορίες υπήρχαν για τους αντίστοιχους δότες τους.
Σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία, ένας γιατρός μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες για τους ασθενείς του, αλλά δεν επιτρέπεται να τις κοινοποιήσει στους ίδιους. Ο γιατρός διαπίστωσε ότι οι δύο δότες είχαν διαφορετικές ημερομηνίες γέννησης, αποκλείοντας έτσι το ενδεχόμενο να επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο.
Ήταν μια πληροφορία που άλλαζε τη ζωή τους, την οποία όμως απέκτησαν μόνο επειδή ένας γιατρός δέχθηκε να παραβιάσει τους κανόνες.
«Είναι εντελώς παράλογο», λέει η Όντρεϊ, «γιατί σημαίνει ότι ο γιατρός μπορεί να γνωρίζει περισσότερα από εμένα… για εμένα».
Ακόμη και μετά από αυτή τη νέα πληροφορία, ο Άρθουρ εξακολουθούσε να ανησυχεί ότι ίσως είχαν συγγένεια. Έτσι, έπειτα από χρόνια άρνησης, αποφάσισαν τελικά να κάνουν ένα τεστ DNA στο σπίτι.
Ακτιβιστές υποστηρίζουν ότι η γαλλική απαγόρευση ελάχιστα έχει καταφέρει να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να κάνουν τέτοιους ελέγχους. Η οργάνωση DNA Pass εκτιμά ότι πολύ περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Γάλλοι έχουν κάνει τεστ DNA στο σπίτι.
Πολλοί τα παραγγέλνουν μέσω φίλων που βρίσκονται σε χώρες όπου πωλούνται νόμιμα ή χρησιμοποιώντας υπηρεσίες προώθησης δεμάτων από γειτονικές χώρες.
Το τεστ έδειξε ότι δεν είχαν συγγένεια.
Τι έδειξε το DNA
Τα αποτελέσματα του DNA έφεραν στο φως ακόμη περισσότερες αποκαλύψεις.
Ύστερα από 30 χρόνια κατά τα οποία φανταζόταν ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας του, ο Άρθουρ ήρθε τελικά σε επαφή με τον δότη σπέρματος από τον οποίο είχε γεννηθεί, ανήμερα των Χριστουγέννων του 2017.
Η μεγαλύτερη έκπληξη, όμως, περίμενε την Όντρεϊ.
Ανάμεσα στις γενετικές αντιστοιχίσεις της βρισκόταν μια γυναίκα με το όνομα Σοφί, την οποία η ίδια είχε εκπροσωπήσει στο δικαστήριο. Οι δύο γυναίκες διεκδικούσαν παρόμοια νομικά δικαιώματα.
«Ανακάλυψα ότι η Σοφί, μια γυναίκα της οποίας την υπόθεση είχα υπερασπιστεί στο δικαστήριο, ήταν βιολογική μου αδελφή», λέει η Όντρεϊ.
Η Όντρεϊ και ο Άρθουρ είχαν κάνει το τεστ DNA μαζί με ακόμη οκτώ ακτιβιστές που είχαν γεννηθεί από δωρεά σπέρματος και αγωνίζονταν για το δικαίωμα πρόσβασης στις βιολογικές τους ρίζες. Από τους δέκα συνολικά, οι τέσσερις αποδείχθηκε ότι είχαν τον ίδιο δότη: η Όντρεϊ, ο αδελφός της Πίτερ, η Σοφί και ο αδελφός της Σοφί, Ντέιβιντ. Το εύρημα αυτό ανέδειξε πόσο πραγματικός ήταν ανέκαθεν ο κίνδυνος να έχουν τον ίδιο βιολογικό πατέρα.
Πολλά χρόνια αργότερα, μια γενετική αντιστοίχιση με έναν Αμερικανό οδήγησε την Όντρεϊ στον βιολογικό της πατέρα, έναν άνδρα που λεγόταν Φιλίπ. Εκείνος, όμως, είχε ήδη πεθάνει.
Η μητέρα της Όντρεϊ έγραψε ένα γράμμα στην οικογένεια του Φιλίπ, ευχαριστώντας τους για το «δώρο» του, το οποίο χαρακτήρισε «ανεκτίμητο». Η οικογένειά του υποδέχθηκε την Όντρεϊ στο σπίτι της. Η αδελφή του Φιλίπ δεν γνώριζε ποτέ ότι εκείνος ήταν δότης.
Η ανακάλυψη έδωσε στην Όντρεϊ απαντήσεις που αναζητούσε επί δεκαετίες. Έμαθε λεπτομέρειες για το ιατρικό ιστορικό της βιολογικής της οικογένειας. Είδε φωτογραφίες και βίντεο του Φιλίπ.
Ο νομικός αγώνας της Όντρεϊ και το βιβλίο του Άρθουρ συνέβαλαν στην αλλαγή της γαλλικής νομοθεσίας για τις γεννήσεις μέσω δωρεάς γενετικού υλικού, επιτρέποντας σε όσους συλλαμβάνονται μετά τον Απρίλιο του 2025 να αποκτούν πρόσβαση σε στοιχεία ταυτοποίησης των δοτών τους όταν ενηλικιωθούν.
Προς το παρόν, ωστόσο, η Γαλλία παραμένει μία από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη όπου τα τεστ DNA για χρήση στο σπίτι εξακολουθούν να απαγορεύονται.
Κάτι που σημαίνει ότι, για την Όντρεϊ, ο ευρύτερος αγώνας συνεχίζεται.
«Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να γνωρίζει την καταγωγή του και το δικαίωμα να γνωρίζει την ιστορία του», λέει.