Cityzens
Στο νέο Κυπριακό Μουσείο θα κάνετε τεστ DNA στα ειδώλια, πριν τοποθετηθούν στις προθήκες;
Την ώρα που ο Πρόεδρος της ΚΔ μιλά για επανένωση, νέες ιδέες και οικοδόμηση εμπιστοσύνης με τους Τουρκοκύπριους, το Υφυπουργείο Πολιτισμού ανακαλύπτει έναν νέο στόχο για το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο της χώρας: να γίνει μουσείο του «Κυπριακού Ελληνισμού». Κι εγώ προσπαθώ ακόμη να καταλάβω πώς ακριβώς το πετυχαίνεις αυτό.
*Η φωτογραφία είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης. Η μόνη νοημοσύνη που θα μπορούσε να συλλάβει αυτό το αποτέλεσμα.
Τις τελευταίες μέρες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξος για το Κυπριακό. Συναντά τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Έρχιουρμαν, καταθέτει «νέες ιδέες» για την ουσία, τη μεθοδολογία και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και δηλώνει ότι, εφόσον υπάρξει η απαραίτητη πολιτική βούληση, μπορούν να προκύψουν θετικές εξελίξεις ακόμη και πολύ σύντομα. Λίγες μέρες προηγουμένως είχε φτάσει μάλιστα να δηλώσει σε τουρκοκυπριακή εφημερίδα ότι η μόνη δυνατή λύση είναι η επανένωση της Κύπρου και ότι μαζί με τον Έρχιουρμαν μπορούν να «γράψουν ιστορία».
Βέβαια, το τι ακριβώς συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες αυτών των συναντήσεων είναι μια άλλη ιστορία και οι δημόσιες δηλώσεις αισιοδοξίας δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη ουσιαστικής προόδου. Προς το παρόν, εμείς κρατάμε αυτό που επισήμως μας λέει η κυβέρνηση: ότι προσπαθεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων και επανένωση του τόπου.
Και ενώ λοιπόν ο Πρόεδρος προσπαθεί - έστω, ας δεχτούμε για τις ανάγκες της συζήτησης ότι προσπαθεί - να οικοδομήσει εμπιστοσύνη με την άλλη κοινότητα, ένα Υφυπουργείο της κυβέρνησης, που ο ίδιος διόρισε αποφάσισε να μας προσφέρει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επικοινωνιακή άσκηση.
Το Υφυπουργείο Πολιτισμού, σε ανάρτηση του στα social media για τη συνάντηση της Υφυπουργού Κλέας Παπαέλληνα με τη Θεώνη Ξάνθη, την αρχιτέκτονα του Νέου Κυπριακού Μουσείου, μας ενημέρωσε ότι θα πραγματοποιούνται τακτικές συναντήσεις για τον καλύτερο συντονισμό του έργου, με στόχο - και εδώ είναι που μέσα στο κεφάλι μου αρχίζουν μικρές ελεγχόμενες εκρήξεις - το νέο μουσείο των 30.000 τετραγωνικών μέτρων να είναι το «νέο αρχαιολογικό μουσείο του Κυπριακού Ελληνισμού». Μάλιστα! Και κάπου εδώ έχω ορισμένες απορίες, αρχικά, καθαρά επικοινωνιακές.
Δεν ξέρω πόσο αποτελεσματική θεωρεί η κυβέρνηση την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, όταν ο Πρόεδρος από τη μία απευθύνεται στους Τουρκοκύπριους μιλώντας για κοινό μέλλον και επανένωση και από την άλλη ένα μέλος της κυβέρνησής του επιλέγει να επαναπροσδιορίσει το σημαντικότερο αρχαιολογικό μουσείο της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από έναν αποκλειστικά εθνοτικό χαρακτηρισμό. Δεν λέω ότι μία ανάρτηση του Υφυπουργείου Πολιτισμού θα τινάξει το Κυπριακό στον αέρα. Λέω ότι, αν απαιτείς διαρκώς από κόμματα, οργανώσεις και κοινωνία να στηρίζουν το «θετικό κλίμα», καλό θα ήταν η ίδια η κυβέρνησή σου να μπορεί τουλάχιστον να συμφωνήσει με τον εαυτό της ως προς το μήνυμα που εκπέμπει. Και μετά υπάρχει το σημαντικότερο ζήτημα, που δεν είναι επικοινωνιακό αλλά επιστημονικό και ιστορικό. Τι ακριβώς είναι ένα «αρχαιολογικό μουσείο του Κυπριακού Ελληνισμού»;
Γιατί το Κυπριακό Μουσείο δεν είναι μουσείο μιας εθνοτικής κοινότητας. Είναι το κύριο αρχαιολογικό μουσείο της Κύπρου. Και η ίδια η επίσημη τουριστική πληροφόρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιγράφει τις συλλογές του ως την ιστορία της εξέλιξης του πολιτισμού της Κύπρου από τη Νεολιθική Εποχή μέχρι την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο, με ευρήματα από ανασκαφές σε ολόκληρο το νησί.
Μιλάμε δηλαδή για μια ιστορία χιλιάδων χρόνων, κατά την οποία από αυτό το γέριμο νησί πέρασαν, εγκαταστάθηκαν, εμπορεύτηκαν, συγκρούστηκαν και αλληλεπίδρασαν - για να χρησιμοποιήσω την επιστημονικότατη ιστορική κατηγορία που μάθαμε από τις γιαγιάδες μας - οι επτά φυλές του Φαραώ.
Και αυτή ακριβώς είναι η Κύπρος. Όχι μια ευθεία γραμμή που ξεκινά από κάποιον μυθολογικό «πρώτο Έλληνα» και καταλήγει ανόθευτη σε εμάς, αλλά ένας τόπος της Ανατολικής Μεσογείου πάνω στον οποίο διασταυρώθηκαν πολιτισμοί, πληθυσμοί, γλώσσες, θρησκείες και αυτοκρατορίες. Η ίδια η αρχαιολογία του νησιού είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς επειδή καταγράφει αυτή τη διαδρομή.
Οπότε έχω πρακτικές απορίες για τη νέα μουσειολογική κατεύθυνση. Όταν βρούμε μια κούζα από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, τι ακριβώς θα κάνουμε; Θα της παίρνουμε DNA; Όταν έχουμε ένα σταυρόσχημο ειδώλιο της Χαλκολιθικής περιόδου, θα πρέπει πρώτα να εξακριβώσουμε αν ο άνθρωπος που το έφτιαξε αισθανόταν επαρκώς Έλληνας ώστε να δικαιούται μια θέση στη βιτρίνα;
Το επίσημο υλικό για το σημερινό Κυπριακό Μουσείο αναφέρει, μεταξύ των χαρακτηριστικών κυπριακών εκθεμάτων του, το χαλκολιθικό σταυρόσχημο ειδώλιο, κεραμική της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού από το Βουνί, χρυσά κοσμήματα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού από την Έγκωμη και την Αφροδίτη των Σόλων του 1ου αιώνα π.Χ. Με ποιο ακριβώς επιστημονικό φίλτρο θα αποφασίσουμε ποια από αυτά αποτελούν «Κυπριακό Ελληνισμό» και ποια απλώς την αρχαιολογική ιστορία της Κύπρου;
Και αν δεν είμαστε απολύτως σίγουροι για την εθνική συνείδηση του αγγειοπλάστη πριν από τέσσερις ή πέντε χιλιάδες χρόνια, τι κάνουμε; Το κτέρισμα πάει αποθήκη; Οριακά πρέπει να αισθανόμαστε και τυχεροί που η ανακοίνωση σταμάτησε στον «Κυπριακό Ελληνισμό» και δεν πρόσθεσε και τον «χριστιανικό». Γιατί τότε, τουλάχιστον για μερικές χιλιάδες χρόνια της μόνιμης έκθεσης, θα μπορούσαμε να αφήσουμε τις προθήκες άδειες και να εξοικονομήσουμε και κάτι από τον φωτισμό.
Καλή η πλάκα, αλλά κάπου εδώ πρέπει να τελειώνει. Διότι τα μουσεία δεν είναι αθώες αποθήκες παλιών αντικειμένων. Είναι θεσμοί που αποφασίζουν ποια ιστορία αφηγούμαστε για τον εαυτό μας και, κυρίως, πώς την αφηγούμαστε. Γι' αυτό έχει σημασία αν το κράτος παρουσιάζει το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο του ως μουσείο της Κύπρου ή ως μουσείο μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ανάγνωσης της Κύπρου.
Ακόμη περισσότερο όταν μέχρι τώρα το ίδιο το έργο ονομαζόταν επισήμως «Νέο Κυπριακό Μουσείο». Έτσι προκηρύχθηκε ο διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, έτσι αναφέρεται από τον Δήμο Λευκωσίας και τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Κύπρου και έτσι το περιγράφει επί χρόνια η ίδια η αρχιτέκτονας που κέρδισε τον διαγωνισμό.
Κανείς φυσικά δεν θέλει να διαγράψει τον ελληνικό πολιτισμό από την ιστορία της Κύπρου για να αναγνωρίσει όλα τα υπόλοιπα. Η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός αποτελούν τεράστιο και μακραίωνο μέρος της ιστορικής εξέλιξης του νησιού. Το ερώτημα είναι γιατί χρειάζεται να πάρουμε ολόκληρη την αρχαιολογική διαδρομή της Κύπρου και να τη στριμώξουμε εκ των υστέρων κάτω από μία εθνική ταμπέλα που δεν μπορεί καν να περιγράψει μεγάλο μέρος της χρονικής περιόδου που καλύπτουν οι ίδιες οι συλλογές.
Αυτό δεν κάνει περισσότερο ελληνική την Κύπρο. Κάνει φτωχότερη την ιστορία της. Και ίσως κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσουμε τι χώρα θέλουμε πραγματικά να παρουσιάζουμε, τόσο στους ανθρώπους που ζουν εδώ όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Μια σύγχρονη Κυπριακή Δημοκρατία που έχει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να κοιτάξει ολόκληρη την πολυσύνθετη ιστορία της χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την ταυτότητά της ή ένα κράτος που χρειάζεται κάθε τόσο να κολλά μια εθνική ετικέτα πάνω σε οτιδήποτε βρει μπροστά του για να καθησυχάζει ένα συγκεκριμένο ακροατήριο;
Γιατί αυτές ακριβώς οι κοντόφθαλμες αναγνώσεις της ιστορίας μάς ακολουθούν εδώ και δεκαετίες. Και σε έναν τόπο που εξακολουθεί να είναι μοιρασμένος, ίσως το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε είναι περισσότερη ιστορία φτιαγμένη για εσωτερική πολιτική κατανάλωση.
Ιδίως όταν ο ίδιος ο Πρόεδρος μάς διαβεβαιώνει ότι η μόνη δυνατή λύση είναι η επανένωση της Κύπρου. Κάπου, λοιπόν, πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε να επανενώσουμε την Κύπρο ή απλώς να ξαναγράψουμε την ταμπέλα στην είσοδο;