CITYZENS

ΜΙΧAΛΗΣ ΒΡ.

Ερωτευμένοι σχιζοφρενείς

18.03.2015

Στεκόμουν στην ουρά μέχρι να έρθει η σειρά μου και νόμιζα πως αντί για κεφάλι, είχα ένα μεγάλο καζάνι -απ’ αυτά που σιγοβράζουν το ρέσι στους γάμους. Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο καφέ είναι πως αν δεν πας πολύ πρωί, χρειάζεται να περιμένεις στην ουρά. Φτιάχνει όμως το καλύτερο καπουτσίνο της πόλης.
 

Βγήκα κρατώντας από ένα χάρτινο ποτήρι σε κάθε χέρι. Της έδωσα το δικό της -το πίνει μέτριο- και της έκανα νόημα να με ακολουθήσει. Μετά από μερικά μέτρα έστριψα δεξιά και ακολούθησα τον στενό πεζόδρομο που οδηγεί στη θάλασσα. Δίπλα απ’ την πολύβουη λεωφόρο και ανάμεσα σε τόσους τόνους τσιμέντο  να κρύβουν ορίζοντα, δεν ξέρω πόσοι γνωρίζουν ή πόσοι θυμούνται. Αυτός ο καμουφλαρισμένος πεζόδρομος οδηγεί στην παραλία.

Περπατούσαμε αργά, διακριτικά, ανάμεσα από γκαράζ πολυκατοικιών, σκουριασμένα κλιματιστικά και μυρωδιά ασυντήρητης πισίνας. Η όαση φαινόταν στο τέρμα.

Ένας θάμνος  στεκόταν θρασύς δίπλα από κάτι φιάλες γκαζιού. Κοντοστάθηκε. Έβγαλε το κινητό της απ’ τη τσάντα, εστίασε και φωτογράφισε ένα από τα παράξενα άνθη του. Το άνθος έμοιαζε με κόκκινο αχινό που ξεμπάρκαρε, έγινε στεριανός και καρφιτσώθηκε περήφανος πάνω σε μια πρασινάδα.

Ύστερα, σήκωσε το κινητό της στον αέρα και το γύρισε προς τις φάτσες μας. «Καιρό έχουμε να τραβήξουμε μια φωτογραφία, μαζί, μωρό μου» είπε.

Πλησίασα και κόλλησα την φάτσα μου στη δική της. Το καζάνι που κουβαλούσα για κεφάλι συνέχιζε να κοχλάζει. Μας έβλεπα μαυρόασπρους στην οθόνη. «Ερωτευμένοι σχιζοφρενείς;» ψέλλισα. Θυμήθηκα εκείνον το δίσκο. Την ονομασία του  φυτού ακόμα την ψάχνω.

(«Ερωτευμένοι σχιζοφρενείς» δίσκος «Πάρτυ στον 13° όροφο», Τρύπες 1987)

Σχολιαστε