«Δεν χρωστάμε τίποτα στην Κύπρο, η Κύπρος χρωστάει σε μας»

Μιλούσαμε για αρκετή ώρα… Άνθρωπος ευθύς, ντόμπρος. Σε κοιτάει κατευθείαν στα μάτια και καταλαβαίνεις πώς κάθε λέξη που λέει αντιπροσωπεύει την αλήθεια του.

Ο Βάσος Αργυρίδης δεν είναι απλώς ένας συνθέτης που υποκλίνονται στο έργο του από Μοσχοβίτες έως Βερολινέζοι, είναι ένας άνθρωπος με όλη τη σημασία της λέξης.

Αυτή την περίοδο τρέχει για την προώθηση των δύο νέων τραγουδιών του, που αφορούν στην Κερύνεια, για την ενορχήστρωση της παράστασης του «Προμηθέα Δεσμώτη» για τα Κύπρια 2014, αλλά και για να οργανώσει τη συναυλία με τον Δημήτρη Μπάση που θα γίνει στη Λεμεσό τον Σεπτέμβρη.



Από τον Ανδρέα Κάτσιη.

 

«Η δημιουργία έχει διαλείμματα, ένας καλλιτέχνης όμως οφείλει να παραμένει ζωντανός μέσα από συναυλίες και παραστάσεις. Με αυτό τον τρόπο διατηρώ επαφή με το κοινό και συντηρώ μια σχέση που κτίστηκε με πολύ κόπο όλα αυτά τα χρόνια».

Αεικίνητος, συνεχώς ετοιμάζει και κάτι καινούργιο, όπως οι «Νύχτες Σιωπής», ένα project που καλώς εχόντων των πραγμάτων θα υλοποιηθεί το καλοκαίρι του 2015. «Αυτό το project είναι ένας προσωπικός στόχος, είναι ένα όραμα που το είχα στο μυαλό μου εδώ και χρόνια και επιτέλους αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά».


Στην Κύπρο το κράτος χορηγεί τα κόμματα, χορηγεί το ποδόσφαιρο, χωρίς στην ουσία να δημιουργεί υποδομή για τον Κύπριο αθλητή, αφού το 80% των ποδοσφαιριστών είναι ξένοι που έρχονται να κάνουν τη δουλειά τους και να φύγουν.


Μιλάει όλο περηφάνια για αυτό το εγχείρημα και όχι άδικα. Σκοπός του φεστιβάλ είναι η ανάδειξη ξεχασμένων χωριών της κάθε επαρχίας και η επιστροφή του κόσμου στις ρίζες του. «Το φεστιβάλ βασίζεται στην ιδέα της αποκέντρωσης, κάθε κοινότητα που θα συμμετέχει στην εκδήλωση, θα φιλοξενεί τον καλλιτέχνη είτε από Ελλάδα είτε από Κύπρο, καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας, ενώ το ίδιο θα συμβαίνει και με όλη την υπόλοιπη ομάδα που θα οργανώνει τη συναυλία. Σκοπός είναι να διατηρήσουμε το κόστος παραγωγής χαμηλά ενώ ταυτόχρονα θα δώσουμε έμφαση στην ποιότητα και την προώθηση της κάθε κοινότητας».

Ήδη κάποιες κοινότητες με όραμα, όπως χαρακτηριστικά είπε, έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για να συμμετάσχουν, ενώ το ενδιαφέρον συνεχώς αυξάνεται.

 



Στην Κύπρο υπάρχουν άνθρωποι με όραμα; «Δυστυχώς υπάρχουν. Δυστυχώς, γιατί η πολιτεία αυτούς τους ανθρώπους τους παραμερίζει, τους εξοστρακίζει και επιλέγει τα δικά της παιδιά. Οι φορείς και ο κρατικός μηχανισμός στηρίζει αποσπασματικά ανεξάρτητες καλλιτεχνικές δραστηριότητες και μόνο όταν ζητηθεί βοήθεια. Το βασικό πρόβλημα είναι πώς δεν υπάρχει μια κεντρική στρατηγική, η οποία θα μπορεί να σχεδιάσει τον πολιτισμό και να τον εντάξει στην καθημερινότητά μας, σε πολλά επίπεδα.


Δεν γίνεται το κρατικό κανάλι, να έχει δελτίο για τα αθλητικά νέα, αλλά να μην υπάρχει καμία αναφορά σε καλλιτεχνικές ειδήσεις».


Ο Βάσος Αργυρίδης δεν είναι τύπος που μασάει τα λόγια του και αυτό είναι εύκολο να το διαπιστώσει κανείς. «Δεν έχω κάτι να χάσω, ότι έχτισα ως τώρα το έφτιαξα μόνος μου, σίγουρα κάποιες φορές όταν ζήτησα τη βοήθεια του κράτους την είχα, δεν μου αρέσει όμως να γίνομαι επαίτης για να προβάλω τον τόπο μου».

«Τα σκανδιναβικά κράτη, όπως επίσης και οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες, διατηρούν προγράμματα, με τα οποία μισθώνουν ελεύθερους καλλιτέχνες για να παράγουν έργο. Στην Κύπρο το κράτος χορηγεί τα κόμματα, χορηγεί το ποδόσφαιρο, χωρίς στην ουσία να δημιουργεί υποδομή για τον Κύπριο αθλητή, αφού το 80% των ποδοσφαιριστών είναι ξένοι που έρχονται να κάνουν τη δουλειά τους και να φύγουν».

Μιλά με πικρία για την υπάρχουσα κατάσταση, αλλά δεν απογοητεύεται. «Όταν αποφάσισα να μείνω και να εργαστώ στην Κύπρο, ένοιωθα πώς χρωστούσα στον τόπο μου. Μετά από τόσα χρόνια δεν ξέρω τελικά ποιος χρωστάει σε ποιόν. Ευτυχώς, κατάλαβα νωρίς πώς πάει το πράγμα εδώ και απαγκιστρώθηκα γρήγορα. Αν δεν είσαι ενταγμένος σε κάποιο κόμμα δεν σε αναγνωρίζει κανείς στην Κύπρο και φυσικά αναφέρομαι στους κρατικούς άρχοντες. Κάθε κόμμα έχει τους δικούς του καλλιτέχνες τους οποίους προωθεί και προβάλλει. Δεν υπάρχει μια ενιαία αξιολογημένη ματιά. Αυτό με ενοχλεί, όχι μόνο για εμένα, γενικά για όσους καλλιτέχνες επιλέγουν να μείνουν εκτός του κομματικού συστήματος».


Όταν, για παράδειγμα, ο Βάσος Αργυρίδης παίζει στη Μόσχα μπροστά σε 1500 άτομα, στο τέλος της παράστασης χειροκροτούν τον Κύπριο καλλιτέχνη και όχι τον Αργυρίδη. Το όνομά μου πολύ αμφιβάλλω αν θα το θυμούνται.


Γιατί δεν δημιουργείτε ένα κίνημα, μια οργάνωση, όλοι οι καλλιτέχνες που είστε εκτός για να αποκτήσετε δύναμη και φωνή; «Ο συνδικαλισμός στην τέχνη θα λειτουργήσει ισοπεδωτικά. Αν ενταχθούμε σε ομάδα και αρχίσουν να μπαίνουν στη μέση τα υλικά, οι θέσεις και τα λεφτά, τότε το χάσαμε το παιχνίδι. Το κοινό όσο ψαγμένο και να είναι, δεν παύει να τοποθετεί το καθετί στη θέση του, να εντάσσει δηλαδή τους καλλιτέχνες σε κατηγορίες. Αυτό είναι μέγα λάθος. Κάθε καλλιτέχνης πρέπει να χαρακτηρίζεται από το έργο του. Η πορεία του είναι αυτή που αποδεικνύει τελικά αν αξίζει να ονομάζεται μουσικός, ηθοποιός, χορευτής.

 



Το κράτος πάλι αξιολογεί τους καλλιτέχνες με τα δικά του κριτήρια, όπως είπα και πριν, επιλέγουν ‘τους δικούς τους’. Εγώ, για παράδειγμα, ενώ είχα συνεργαστεί με το κρατικό θέατρο πολλές φορές στο παρελθόν, τα τελευταία 15 χρόνια δεν έχω κληθεί ούτε μια φορά για κάποια συνεργασία. Ο λόγος είναι άγνωστος. Στο τέλος της ημέρας, λοιπόν, η ιδιωτική οδός είναι η λύση. Ο κάθε καλλιτέχνης να αποφασίζει με ποιους θα συνεργαστεί, πώς θα προβάλει τη δουλειά του και πώς θα εδραιωθεί στο χώρο. Δεν μπορώ να περιμένω την πολιτεία και τους φορείς να με αναγνωρίσουν. Οφείλω να βρω διεξόδους για να καλλιεργώ συνεχώς την ερωτική μου σχέση με το κοινό».


Τα τελευταία χρόνια που οι Κύπριοι ξέφυγαν από τα όρια της γειτονιάς τους και ταξίδεψαν, μορφώθηκαν, έμαθαν, έγιναν ακόμη πιο απαιτητικοί. Δεν είναι εύκολο να τους κοροϊδέψεις, να τους σερβίρεις ξαναζεσταμένο φαγητό.


Στην Κύπρο υπάρχει ψαγμένο κοινό; «Σαφώς. Στην Κύπρο πάντα υπήρχε κοινό με ευαισθησίες, ψαγμένο, υποψιασμένο. Απλώς τα τελευταία χρόνια που οι Κύπριοι ξέφυγαν από τα όρια της γειτονιάς τους και ταξίδεψαν, μορφώθηκαν, έμαθαν, έγιναν ακόμη πιο απαιτητικοί. Δεν είναι εύκολο να τους κοροϊδέψεις, να τους σερβίρεις ξαναζεσταμένο φαγητό. Το έχω ζήσει, κάνοντας διάφορα πειράματα κατά περιόδους πάνω στη σκηνή. Ειδικά το τελευταίο διάστημα νοιώθω πώς το κοινό προχώρησε ένα βήμα παραπάνω από εμάς. Ζητάει κάτι περισσότερο, αυτό το κάτι που εμείς οι καλλιτέχνες ακόμη φοβόμαστε».

Όταν αναφέρομαι στην οικονομική κρίση, γελάει, ανάβει ένα τσιγάρο, πίνει μια γουλιά καφέ και μου λέει με έμφαση: «Εγώ δεν πιστεύω στην κρίση. Εγώ ξέρω, πώς κρίση είναι μια κατάσταση που διαρκεί ένα X διάστημα και ακολούθως περνά.


Αυτό που βιώνουμε δεν θεωρώ πώς είναι περαστικό. Αντίθετα, αυτό που μπορώ να αντιληφθώ, είναι πώς κάποιοι λίγοι, αποφάσισαν πώς πρέπει να γίνει ανακατανομή του πλούτου στον κόσμο και να δημιουργηθεί μια νέα οικονομική τάξη πραγμάτων, με φθηνό εργατικό δυναμικό, κάτι σαν την κινεζική αγορά που έχει κατακλύσει τον κόσμο.


Άρα, δε μιλάμε για κάτι περαστικό, αλλά για κάτι μόνιμο, μια νέα κατάσταση που θα επικρατεί από εδώ και μπρος. Η προσωπική μου άποψη είναι πώς για να σωθούμε, πρέπει το συντομότερο δυνατό να δημιουργήσουμε νέες συμμαχίες και να απεμπλακούμε από το παραμύθι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, αν αναλογιστεί κανείς τι μας προσέφερε η Δύση όλα αυτά τα χρόνια και τι μας επέφερε, νομίζω πώς η πλάστιγγα θα γύρει στο δεύτερο».

 



Βαθιά ανθρωποκεντρικός, πιστεύει στο διάλογο, στην επαφή, στην αλήθεια που βγάζουν οι ανθρώπινες σχέσεις. «Όλη αυτή η κατάσταση που βιώνουμε σαφώς και επέφερε πολλές αλλαγές, όχι μόνο στην τσέπη μας και στο άδειο μας ψυγείο, αλλά και στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Ο κόσμος κατάλαβε πλέον πώς τίποτα δεν είναι αληθινό. Η ίδια η πολιτεία, που όφειλε να μας προστατεύει ως γονιός και να μας παρέχει τα απαραίτητα, έγινε ο χειρότερος εχθρός μας. Το μόνο αληθινό που έμεινε είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, ο διάλογος, η τέχνη».

Δεν κάνει εκπτώσεις και δεν χαρίζεται σε κανέναν, όπως κανένας δεν χαρίστηκε σε αυτόν, είναι σκληρός αλλά λέει αλήθειες, τις δικές του αλήθειες. «Η Κύπρος έγινε μια χώρα που δεν παράγει τίποτα. Μας ανάγκασαν να ξεριζώσουμε την παράδοση μας, να γυρίσουμε την πλάτη στη γη που ήταν η ζήση μας, η μάνα μας και μας έπεισαν πώς από τώρα και στο εξής εμείς θα παράγουμε μόνο λογιστές, τραπεζίτες και ήλιο. Μας ευνούχισαν».


Μια Ευρωπαϊκή Ένωση που μάχεται για το δικαίωμα της διαφορετικότητας, δημιούργησε κλωνοποιημένους λαούς.


Η Κύπρος παράγει πολιτισμό; «Το θέμα δεν είναι αν η Κύπρος παράγει πολιτισμό, το ζήτημα είναι τι ρόλο παίζει ο πολιτισμός στην κοινωνία. Βεβαίως η Κύπρος παράγει πολιτισμό, με ποιότητα και ουσία. Δυστυχώς, όμως, σαν κοινωνία, έχουμε ακόμη κάποια τριτοκοσμικά στοιχεία στο πώς αντιλαμβανόμαστε τον πολιτισμό στη ζωή μας. Η κρίση είναι μεγαλύτερη από ότι την φανταζόμαστε και είναι πολυεπίπεδη. Με πλησιάζουν συνεχώς νέοι άνθρωποι και μου ζητούν συμβουλές, εμπειρίες. Αυτό που τους λέω είναι να φύγουν, αν μπορούν. Να βγουν έξω, να ταξιδέψουν, να ζήσουν, να νοιώσουν, να μην μείνουν κολλημένοι στα στενά όρια της Κύπρου γιατί θα χάσουν όποια φλόγα τους καίει. Όπως είπα και πιο πριν, δεν χρωστάμε τίποτα στην Κύπρο, η Κύπρος χρωστάει σε μας. Ηθικά μας χρωστά».

 



Εισπράξατε ποτέ «ευχαριστώ» ή ένα «μπράβο» για το έργο σας έως τώρα; «Από τον κόσμο πολλές φορές, άλλωστε δεν θα βρισκόμουν εδώ σήμερα. Από την πολιτεία, πάλι, ποτέ. Κανείς δεν μου είπε ποτέ «ευχαριστώ». Το οξύμωρο είναι πώς για την αριστερά θεωρούμαι εθνικιστής, ενώ για την δεξιά κομμουνιστής. Εγώ, πάλι, παραμένω ανένταχτος. Αν για να αναγνωριστώ πρέπει να αποκτήσω πολιτική ταυτότητα, τότε δεν θα πάρω. Παρόλα αυτά, όμως, ως βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο δεν αποκλείω την πιθανότητα κάποτε να ενταχθώ σε κάποια παράταξη. Με τους δικούς μου όρους. Δεν επιθυμώ να γίνω κομματόσκυλο κανενός».

Τελικά ποια θα είναι η λύτρωση μας, η σωτηρία μας; «Ο άνθρωπος, η συναναστροφή. Πιστεύω πολύ στον επαφή, στην επικοινωνία, αυτή είναι και η τελευταία σανίδα σωτηρίας μας, πριν μας τρελάνουν εντελώς. Είναι θέμα επιβίωσης, βγαίνει ενστικτωδώς. Αν προσέξεις τα δύο χρόνια που βιώνουμε εντονότερα την κρίση, οι άνθρωποι άλλαξαν συνήθειες, βγήκαν από το καβούκι τους και ξαναγέμισαν τις πλατείες, τα πάρκα, τις γειτονίες. Σαν λαός, πάντα είχαμε το αίσθημα της αλληλεγγύης, της συλλογικότητας. Αυτό δεν χάνεται. Αυτό θα μας κρατήσει ζωντανούς».


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ