Ο κομψός κύριος Γιάννης [Urban Faces]

Ασχολείται με την ραπτική εδώ και 57 χρόνια. Αρχικά ήτανε σε «μάστρο», στην κατεχόμενη Λευκωσία, ενώ στην πορεία έφτιαξε δικό του ραφτάδικο, όπως επίσης και τη βιοτεχνία πουκαμίσων «St. John» μαζί με τον τότε συνέταιρό του. Από το ‘83 είναι στη Ρηγαίνης όπου διατηρεί κατάστημα με πουκάμισα (κυρίως ιταλικά), ενώ εκεί κοντά βρίσκεται και το ραφτάδικο-διαμέρισμά του. Αν περάσεις σήμερα, θα δεις μια πινακίδα με την ένδειξη «Πωλείται η επιχείρηση ή αέρας καταστήματος». Παρόλα αυτά, ο κύριος Γιάννης Μορφίτης δεν φαίνεται να ‘ναι διατεθειμένος να αφήσει το μαγαζάκι του. «Τυπικά έβαλα την ταμπέλα. Εγώ εδώ περνάω τις ώρες μου».

 

Ένας άνθρωπος 80 χρόνων, ο οποίος μέχρι και τα 60 του λέει ότι έζησε έντονα τη ζωή του. Ξενύχτια, ποτά, χαρτιά, διασκέδαση, με λεφτά που κέρδιζε από το επάγγελμα του το οποίο, ως πριν κάποια χρόνια, ήταν πολύ κερδοφόρο. Τα τελευταία 20 χρόνια τα «έκοψε» όλα. Αφοσιώθηκε στη δουλειά του, στα παιδιά και τα εγγόνια του. Ζει μόνος του (αφότου χήρεψε) σε ένα μικρό διαμέρισμα, κατεβαίνει κάποιες ώρες στο μαγαζάκι στη Ρηγαίνης, ενώ συχνά βολτάρει στην παλιά πόλη φορώντας το καλοραμμένα κουστούμια του. Αποκλείεται να μην τον έχεις δει έστω μια φορά και να μην τον έχεις προσέξει.


Παλιά ο κόσμος έραβε, τουλάχιστον κάθε Χριστούγεννα και Λαμπρή. Οι νέοι ήτανε πολύ περιποιημένοι. Σήμερα, οι νέοι ντύνονται πολύ πρόχειρα, με ρούχα που δεν συνδυάζονται. Δεν βάζουν κάτι που να τους ταιριάζει αλλά ότι τους πει ο ένας και ο άλλος.




Πριν «κρεμάσει» τα ψαλίδια, είχε αποφασίσει να ράψει καμιά εικοσαριά κουστούμια για να ‘χει να φορά, όπως μας εξομολογήθηκε, ενώ στο ερμάρι του υπάρχουν επίσης περισσότερα από 15 ολοκαίνουργια ζευγάρια επίσημα παπούτσια, έτσι ώστε να τα συνδυάζει αναλόγως. «Κυριακές, συνήθως βάζω το κουστούμι μου και περπατώ στη Λήδρας, ως το καφενείο του Γ. Χαραλάμπους, κάθομαι μόνος ή με κανένα φίλο που θα συναντήσω εκεί και πίνω τον καφέ μου. Στη διαδρομή πολλοί είναι εκείνοι που με κοιτάνε». Τον κοιτάνε, κυρίως λόγω του στυλ του. Δεν είναι και το πιο σύνηθες πράγμα να βλέπεις έναν κύριο παλαιάς κοπής, με σταυρωτό κουστούμι, να περπατά δίπλα σου. «Δεν σε ενοχλεί κύριε Γιάννη που σε κοιτάνε;». «Όχι, αντιθέτως το απολαμβάνω». Αυτή είναι η απάντηση από έναν συνειδητοποιημένο άνθρωπο ο οποίος, έστω κι αν έζησε έντονα τη ζωή του, κατάφερε να διατηρήσει καθαρό το βλέμμα του. Έναν άνθρωπο που απλώς του αρέσει να ντύνεται ωραία ακόμα και στα ύστερά του. Φαίνεται ότι το απολαμβάνει!

 



Η ιστορία

Εξίσου όμως απολαμβάνει και τη συνέντευξη, το γύρισμα. Κι άντε τώρα εσύ να αποτυπώσεις σε μια συνέντευξη και σε ένα 5λεπτο βίντεο, μια ιστορία τόσων χρόνων από μια τόσο έντονη προσωπικότητα.


Παλιά οι ραφτάδες δούλευαν πολύ. Υπήρχαν πολλοί και δούλευαν όλοι εξίσου καλά. Ο κόσμος έραβε. Εργοδοτούσα 5 υπαλλήλους στο ραφτάδικο ενώ υπήρχε περίοδος που στο εργοστάσιο δούλευαν 30 εργάτες.


«Ξεκίνησα από το ’57, ήμουν υπάλληλος (ο πρωτομάστορας κατ’ ακρίβεια) σε ‘μάστρο’, στη λεγόμενη Πλατεία του Καλοήρου, στο παλιό Γυναικοπάζαρο. Στην πορεία φύγαμε μαγαζί με τον συνέταιρο μου και ανοίξαμε μαγαζί στην οδό Πάφου. Μετά τους βανδαλισμούς, μετακομίσαμε στην οδό Περικλέους. Το ‘59 κάναμε την σκέψη να φτιάξουμε ακόμα μια δουλειά, τη βιομηχανία πουκαμίσων, η οποία στην πορεία ονομάστηκε ‘St. John’. Τόσο καλά πήγαινε το ραφείο τότε που τροφοδοτούσαμε και το εργοστάσιο. Δούλευα 12-15 ώρες την ημέρα, βγάζαμε αρκετά λεφτά και με αυτά τροφοδοτούσαμε το εργοστάσιο.

Παλιά οι ραφτάδες δούλευαν πολύ. Υπήρχαν πολλοί και δούλευαν όλοι εξίσου καλά. Ο κόσμος έραβε. Εργοδοτούσα 5 υπαλλήλους στο ραφτάδικο ενώ υπήρχε περίοδος που στο εργοστάσιο δούλευαν 30 εργάτες. Στην πορεία (το ‘83) αποχώρησα από το ‘St. John’. Κατά την αποχώρησή μου, στο μερίδιο μου συμπεριλαμβανόταν και το μαγαζί αυτό στην Ρηγαίνης, στο οποίο εννοείται πως συνέχισαν να με τροφοδοτούν και με πουκάμισα».


Στο κατάστημα, το χειμώνα είμαι πάντοτε με κουστούμι ενώ το καλοκαίρι είμαι με παντελόνι και πουκάμισο. Τι να κάνω που έχω αδυναμία στο ντύσιμο…




Ρηγαίνης: Ακμή και παρακμή

«Η Ρηγαίνης κατά τη δεκαετία του ‘50 ήταν γεμάτη με μπαρ, τα οποία δούλευαν πολύ με τους Εγγλέζους. Μετά τον Αγώνα, που έφυγαν, μετατράπηκε σε εμπορικό δρόμο, ενώ ο αέρας πολλών καταστημάτων πωλείτο πολύ ακριβά.

Η κίνηση άρχισε να πέφτει όταν φτιάχτηκαν οι πεζόδρομοι σε Λήδρας και Ονασαγόρου. Όπως ξέρουμε, οι Κύπριοι συνηθίζουν να μπαίνουν με τα αυτοκίνητα μες στα καταστήματα. Όταν φτιάχτηκαν οι πεζόδρομοι και δεν μπορούσαν πλέον να μπουν με τα αυτοκίνητα στις Λήδρας και Ονασαγόρου, μειώθηκε πολύ και η κίνηση. Κάπως έτσι μαράθηκε γενικά η εντός των Τειχών.

Μετά που άρχισαν να δίνονται άδειες από το Δήμαρχο για cafes και εστιατόρια, πριν από 2-3 χρόνια, άρχισε να αυξάνεται και πάλι η κίνηση, ενώ προβλέπεται, όταν τελειώσει και η Πλατεία, να έρθουν ακόμα περισσότεροι. Για να έρθει κόσμος ξανά στη Ρηγαίνης θα πρέπει να γίνει κι εδώ πεζόδρομος».

 



Η καθημερινότητά του σήμερα

«Η καθημερινότητά μου σήμερα έχει ως εξής: Στις 08.30 ανοίγω το κατάστημα, στις 11.30 ανεβαίνω στο διαμέρισμα για φαγφητό, στις 15.00 κατεβαίνω κάτω και πάλι, ενώ ως τις 17.45 το πολύ, το κλείνω. Κάνω ένα ντους και κάθομαι στην τηλεόραση, την οποία απολαμβάνω πολύ. Ειδικά το ποδόσφαιρο. Πολύ μου αρέσει και το μαγείρεμα στο σπίτι». Παρά τα 80 του χρόνια, ο κύριος Γιάννης απολαμβάνει ακόμα τις μικρές χαρές της ζωής. Το φαγητό, το ποδόσφαιρο, τις βόλτες στην πόλη, το κομψό ντύσιμο.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ