Βιβλιομουρμούρα #11: Το χάδι της ΜηΤέρας, Λυδία Γιαννακοπούλου

«Από κάπου, κάποτε πρέπει να αρχίσουμε... Από κάπου, κάποτε πρέπει να αντιδράσουμε... Από κάπου, κάποτε πρέπει να σταθούμε σαν κοινωνία δίπλα στα παιδιά αυτά. Η σιωπή μας είναι συμμετοχή, η συμμετοχή είναι συνεργεία, η συνεργεία είναι ενοχή...».



(Έλενα Ακρίτα)

 

Γράφει η Μαρία Πιριπίτση


Μια αληθινή ιστορία που θα προκαλέσει σοκ και ανατριχίλα αλλά πρέπει να ακουστεί.

Το θέμα ευαίσθητο και σκληρό...Παιδική κακοποίηση! Ποιος αντέχει την αλήθεια; Ποιος ευθύνεται; Τι αλλάζει όταν κλείνει η πόρτα;

Εικόνες σκληρές. «Τραύματα» που ποτέ δεν κλείνουν. Ένα «γιατί» που θα μείνει αναπάντητο, χαραγμένο στη ψυχή. Σκοτάδι. Σημείο μηδέν. Και η μέτρηση αρχίζει ξανά και ξανά.

Γεγονότα που συμβαίνουν δίπλα σου...Σε απόσταση αναπνοής…Σε απόσταση αδιαφορίας….Τα βλέπεις…. Τα ακούς….. Σιωπάς!

H Λυδία Γιαννακοπούλου είναι μια γυναίκα που οι παιδικές της αναμνήσεις δεν είναι τόσο όμορφες και παραμυθένιες όσο άλλων παιδιών. Έζησε τον τρόμο και την αγωνία μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Η ίδια της η μητέρα ήταν ο άνθρωπος που σημάδεψε με πολύ άσχημο τρόπο την πιο τρυφερή ηλικία της Λυδίας. Χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, η μητέρα έβγαζε πάνω στο κορίτσι τα πιο σαδιστικά της ένστικτα. Τη χτυπούσε καθημερινά. Τη χτυπούσε με ζώνες, την έδενε με καλώδια, έσβηνε επάνω της ένα ολόκληρο κουτί σπίρτα. Και αυτά όλα είναι τα λιγότερα από όσα έχει περάσει στα χέρια της γυναίκας που την γέννησε. Απίστευτες στιγμές που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί να εκτυλίσσονται μόνο σε κινηματογραφική ταινία. Και όμως είναι η πραγματικότητα, η αλήθεια της Λυδίας

Μια αλήθεια που σου κόβει την ανάσα. Μια αλήθεια  που σε κάνει να παίρνεις βαθιές ανάσες για να μπορέσεις να συνεχίσεις το διάβασμα. Πρόκειται για σκληρές σωματικές τιμωρίες που επιβάλλονταν σε μια αθώα παιδική ψυχή και για ακόμα πιο σκληρές ψυχικές δοκιμασίες που επιβάλλονταν σε μια ευάλωτη έφηβο. Το χειρότερο όμως είναι η αδιαφορία του κόσμου μπροστά στο προφανές. Το σκληρότερο για τη συγγραφέα ήταν να της δίνεται μια ελπίδα σωτηρίας και με απλό τρόπο να της αφαιρείται και να γυρνάει πάλι στο ίδιο σημείο.

Αμέτοχοι. Όλοι τους ήταν αμέτοχοι. Αποστασιοποιημένοι. Δε γνώριζαν. Δεν ήθελαν να γνωρίζουν. Δεν ήθελαν να μπλέξουν.

«Η γνώση απαιτεί δράση ή στάση» και για το λόγο αυτό πολλοί (ενεργοποιώντας άθελα τους ένα παράξενο αμυντικό μηχανισμό) παράβλεπαν, ξεχνούσαν, απλά έστρεφαν  το βλέμμα τους αλλού.

Δε συνέδεαν πράγματα και καταστάσεις, δε κατέληγαν σε συμπεράσματα και έτσι δε χρειαζόταν να αντιδράσουν, γιατί αν πρόσεχαν θα γνώριζαν και αν γνώριζαν θα έπρεπε να δράσουν, ειδάλλως θα είχαν να αντιμετωπίσουν τις δικές τους τύψεις, το δικό τους σύστημα αξιών.

Έπρεπε να φτάσει 16 χρονών και να πάρει τη ζωή στα χέρια της. 'Ήταν εκείνη η στιγμή που έπρεπε να διαλέξει  ανάμεσα στο θάνατο και τη ζωή. Άγγιζε τα όρια της τρέλας. Διάλεξε να ζήσει. Ήθελε να ζήσει. Και τα κατάφερε. Γιατί η ζωή έχει τη γεύση που της δίνεις.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ